Στη συνεδρίαση της διακομματικής επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων για τον πρωτογενή τομέα συμμετείχε ο Βουλευτής Ρεθύμνης και Υπεύθυνος ΚΤΕ Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Μανόλης Χνάρης, όπου συζητήθηκαν οι θεματικές ενότητες που θα εξεταστούν από την επιτροπή, ενώ πραγματοποιήθηκε ακρόαση εκπροσώπων του πρωτογενούς τομέα.
Κατά την αρχική του τοποθέτηση ο Μ. Χνάρης επεσήμανε ότι το ΠΑΣΟΚ καταψήφισε την πρόταση του Πρωθυπουργού για τη σύσταση της διακομματικής επιτροπής, τη θεωρώντας υποκριτική μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης. Ωστόσο, όπως τόνισε, επειδή για το κόμμα ο πρωτογενής τομέας αποτελεί προτεραιότητα, θα συμμετέχει ενεργά προκειμένου να συζητηθούν τα πραγματικά προβλήματα που απασχολούν τον αγροτικό κόσμο της χώρας. «Δεν πρέπει να δούμε την επιτροπή για κομματικό ή πολιτικό συμφέρον αλλά σκοπός μας πρέπει να είναι η χάραξη μιας πραγματικής αγροτικής πολιτικής για την χώρα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ακολούθως, ο Βουλευτής Ρεθύμνης υπογράμμισε τις θεματικές ενότητες που πρέπει να συζητηθούν στην επιτροπή. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική (Κ.Α.Π.) της περιόδου 2028-2034, αναδεικνύοντας τη σημασία της διαβούλευσης με τον αγροτικό κόσμο, ούτως ώστε να υπάρξει ένας συνολικός και δίκαιος σχεδιασμός για τον τρόπο κατανομής των ενισχύσεων και τη σύνδεσή τους με την πραγματική παραγωγή. Στο πλαίσιο αυτό, πρότεινε να εξεταστεί εκ νέου ο φορέας που διαχειρίζεται αυτές τις ενισχύσεις, δεδομένου ότι το ΠΑΣΟΚ και το σύνολο του πρωτογενούς κλάδου διαφωνεί με την κατάργηση του ΟΠΕΚΕΠΕ και τη μεταφορά του στην ΑΑΔΕ.
Εν συνεχεία, ο Μ. Χνάρης πρότεινε να εξεταστούν αναλυτικά και διεξοδικά τα ζητήματα που απασχολούν τη φυτική παραγωγή, τη ζωική παραγωγή, την αλιεία και τη μελισσοκομία, μέσω της δημιουργίας ξεχωριστών ομάδων εργασίας με σκοπό την πληρέστερη και πιο αποτελεσματική εξεύρεση λύσεων ανά κατηγορία παραγωγής.
Έπειτα, ακολούθησε η ακρόαση εκπροσώπων του πρωτογενούς τομέα. Συγκεκριμένα, τοποθετήθηκαν ο Κωνσταντίνος Λεονταράκης, Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Μελισσοκομικών Συλλόγων Ελλάδας, ο Ιωάννης Μπουντούκος, Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Πλοιοκτητών Μέσης Αλιείας, ο Νικόλαος Σταμούλος και ο Ιωάννης Αθηναίος, Πρόεδρος και Γραμματέας αντίστοιχα της Ένωσης Πλοιοκτητών Παράκτιας Αλιείας και Αλιευτικού Τουρισμού Ελλάδος, καθώς και ο Νικόλαος Παυλονάσιος και ο Δημήτριος Τσιλιάς, Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος αντίστοιχα της Πανελλήνιας Ένωσης Νέων Αγροτών.
Αφού οι εκπρόσωποι των παραγωγών ολοκλήρωσαν τις τοποθετήσεις τους, ο Βουλευτής Ρεθύμνης υπέβαλε ερωτήματα τα οποία εστίασαν ιδίως σε τρεις κατευθύνσεις.
Σε ό,τι αφορά τη μελισσοκομία, ο Μ. Χνάρης ρώτησε αν η Κυβέρνηση διαθέτει στρατηγική για την παραγωγή μελιού και την εξωστρέφεια της παραγωγής προκειμένου αυτή να αποκτήσει προστιθέμενη αξία. Ο εκπρόσωπος των μελισσοκόμων απάντησε ότι «δεν υπάρχει καμία στρατηγική ούτε για την παραγωγή αλλά ούτε για την εξωστρέφεια από την πλευρά του Υπουργείου». Επίσης, σε σχέση με τις παράνομες ελληνοποιήσεις και ενόψει της συμφωνίας Ε.Ε. – Mercosur ανέφερε ότι η συμφωνία «είναι μείζον θέμα» για το οποίο «δεν υπάρχουν μέτρα από την ελληνική πολιτεία να μας προασπίσει», αναδεικνύοντας την ανάγκη αναγνώρισης και κατοχύρωσης των ελληνικών μελιών και επικρίνοντας την Κυβέρνηση ότι δεν προχώρησε σε τίποτα «για την κάλυψη των νομοθετικών κενών που υπάρχουν στους ελέγχους ιχνηλασιμότητας του μελιού».
Σχετικά με την αλιεία, ο Βουλευτής Ρεθύμνης ρώτησε αν η Κυβέρνηση έχει προβεί σε επαρκή διαβούλευση για τη χάραξη των θαλασσίων πάρκων. Οι εκπρόσωποι των αλιέων απάντησαν ότι «τα θαλάσσια πάρκα είναι μια καταστροφή», αφού «θα φέρουν μία νέα απαγόρευση της τάξης του 18%, καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, με αποτέλεσμα το 75% των χωρικών μας υδάτων να είναι αυστηρά απαγορευμένη περιοχή για αλιεία και μηχανότρατα». Τέλος, σε σχετική ερώτηση του Μ. Χνάρη, οι φορείς επιβεβαίωσαν την πρόθεση των αλιέων να ενταχθούν στον κανονισμό του ΕΛΓΑ, επικρίνοντας την αδικαιολόγητη στάση της Πολιτείας να μην τους αποζημιώνει για τις καταστροφές που υφίστανται από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Τέλος, σε ό,τι αφορά τους νέους αγρότες, ο Μ. Χνάρης ρώτησε εάν η Πολιτεία δίνει ικανά κίνητρα να εγκατασταθεί ένας νέος άνθρωπος στην ύπαιθρο. Ο εκπρόσωπος των νέων αγροτών απάντησε αρνητικά λόγω της απουσίας ποιότητας ζωής και υποδομών στην ύπαιθρο. Επίσης, εστίασε στην εκπαίδευση των νέων αγροτών αναφέροντας ότι μόλις «το 0,7% των Ελλήνων αγροτών έχει λάβει μια ουσιαστική και συστηματική εκπαίδευση στον αγροτικό τομέα», καταλήγοντας ότι πρέπει να αναμορφωθεί ριζικά το πρόγραμμα εκπαίδευσης και ιδιαίτερα εγκατάστασης των νέων αγροτών. Κατόπιν σχετικής ερώτησης του Μ. Χνάρη επιβεβαίωσε την ανάγκη αναβάθμισης και ενίσχυσης του Προγράμματος Νέων Αγροτών με επιπλέον οικονομικά και επαγγελματικά κίνητρα αλλά και με ισχυρότερες δεσμεύσεις ούτως ώστε να εντάσσονται στο πρόγραμμα μόνο αυτοί που θέλουν να ασκήσουν πραγματικά το επάγγελμα του αγρότη.



