
Της Ευαγγελίας Φανουράκη *
Όπως προκύπτει από δημοσιογραφικά ρεπορτάζ, ο Υπουργός Υγείας κ. Άδωνις Γεωργιάδης πρόκειται στις αρχές Οκτωβρίου να περιοδεύσει στην Κρήτη για τα εγκαίνια έργων που υλοποιήθηκαν με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. (Ελπίζω και για να διερευνήσει τα προβλήματα πίσω από τις καταστροφές που προκλήθηκαν με τις τελευταίες βροχοπτώσεις του Σαββατοκύριακου, σε διάφορα νοσοκομεία της Κρήτης). Και πολύ καλά θα κάνει να έρθει. Είναι ο πολιτικός προϊστάμενος της Υγείας και οφείλει να γνωρίζει από κοντά τις δομές για τις οποίες αποφασίζει.
Θα προτιμούσα, βέβαια, να τον είχαμε δει περισσότερο και κατά τη διάρκεια των έργων και, κυρίως, στις δύσκολες καθημερινές ημέρες των νοσοκομείων. Γιατί τότε γίνεται πολύ πιο εύκολα αντιληπτό ότι οι ανακαινίσεις και ο εξοπλισμός είναι απαραίτητα, αλλά δεν αρκούν.
Τα νοσοκομεία χρειάζονται πρωτίστως ανθρώπους. Χρειάζονται όμως και απαντήσεις για χρόνια ζητήματα: την αντικατάσταση του ατμολέβητα του ΓΝΑΝ, τον 4D υπέρηχο για το Καρδιολογικό, τη μελέτη στατικής επάρκειας της παλιάς πτέρυγας, το Κέντρο Αποκατάστασης στη Νεάπολη, τις επαναλαμβανόμενες άγονες προκηρύξεις ιατρών, την ανεπαρκή ενίσχυση με επικουρικό προσωπικό —κυρίως νοσηλευτικό— αλλά και τον πολυπόθητο Χάρτη Υγείας του Λασιθίου.
Και εδώ αρχίζει, κατά τη γνώμη μου, το δυσκολότερο ερώτημα: ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος της 7ης ΥΠΕ σε αυτή την αλυσίδα ενημέρωσης, ανατροφοδότησης και επικοινωνίας μεταξύ νοσοκομείων και Υπουργείου;
Η 7η ΥΠΕ βρίσκεται θεσμικά ακριβώς ανάμεσα στα νοσοκομεία της Κρήτης και στο Υπουργείο Υγείας. Άρα το ερώτημα είναι απλό και απολύτως θεσμικό: μεταφέρει προς το Υπουργείο την πραγματική εικόνα των αναγκών των νοσοκομείων του Λασιθίου ή την εικόνα που η ίδια επιλέγει να μεταφέρει; Φτάνουν στην Αθήνα όλες οι εισηγήσεις, όλες οι ελλείψεις και όλα τα προβλήματα ή φιλτράρονται ανάλογα με διοικητικές επιλογές, προσωπικές σχέσεις, συμπάθειες και αντιπάθειες, ακόμη και με όσα διοχετεύονται επιμελώς στον Τύπο, στα ιδιωτικά blogs και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης;
Και εντέλει, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για την πορεία του δημόσιου και δωρεάν συστήματος Υγείας στο Λασίθι την τελευταία επταετία; Ποιος αξιολόγησε τι συνέβαινε όταν, στη διάρκεια της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου που προηγήθηκε εκείνου στο οποίο συμμετείχα, μεγάλος αριθμός ιατρών επέλεξε να παραιτηθεί από το ΕΣΥ και να συνεχίσει την επαγγελματική του πορεία είτε στον ιδιωτικό τομέα είτε σε νοσοκομεία εκτός Λασιθίου; Πώς διαχειρίστηκε η 7η ΥΠΕ αυτές τις αποχωρήσεις και τι έκανε ώστε το κόστος αυτών των απωλειών να μη μετακυλιστεί στους πολίτες, ψυχολογικά αλλά και οικονομικά;
Και κάτι ακόμη πιο συγκεκριμένο: κατά τη διάρκεια της δικής μου θητείας, δύο ιατροί του Διαλυνάκειου, οι οποίοι συνέδραμαν και στις εφημερίες των ΤΕΠ του ΓΝΑΝ, μετακινήθηκαν με απόφαση της 7ης ΥΠΕ προς Κέντρα Υγείας του Ηρακλείου, χωρίς σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου — η οποία άλλωστε δεν προβλεπόταν. Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για τέτοιες αποφάσεις και για τις επιπτώσεις τους στη λειτουργία των νοσοκομείων του Λασιθίου; Το Υπουργείο ή η 7η ΥΠΕ;
Για μένα τα ερωτήματα αυτά δεν είναι θεωρητικά. Η σχέση μου με τον κ. Παπαβασιλείου υπήρξε θεσμικά και προσωπικά συγκρουσιακή. Γι’ αυτό ακριβώς έχω ακόμη μεγαλύτερο λόγο να ζητώ απαντήσεις. Όταν ένας Διοικητής ΥΠΕ έχει καθοριστικό ρόλο στη ροή της πληροφορίας προς την πολιτική ηγεσία και ταυτόχρονα βρίσκεται σε ευθεία σύγκρουση με το πρόσωπο, τα πρόσωπα, τα νοσοκομεία ή ακόμη και τις τοπικές κοινωνίες για τις οποίες διαβιβάζει πληροφορίες, η διαφάνεια δεν είναι πολυτέλεια. Είναι υποχρέωση.
Σε προσωπικό επίπεδο τώρα.
Το Υπουργείο Υγείας έλαβε εις βάρος μου μια εξαιρετικά βαριά απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας, χρησιμοποιήθηκε με διάφορους τρόπους εναντίον μου. Όταν η ίδια η Πολιτεία απομακρύνει έναν άνθρωπο με τρόπο που απαξιώνει δημόσια το όνομά του, κάθε λέξη έχει ψυχικό, επαγγελματικό, οικογενειακό και πολιτικό κόστος. Το ελάχιστο που οφείλει λοιπόν να κάνει είναι να του παράσχει όλα τα στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε για τη λήψη της συγκεκριμένης απόφασης, ώστε να του επιτρέψει να ελέγξει την εν λόγω κρίση και να ασκήσει όποιο νόμιμο δικαίωμά του.
Αυτό ζητώ εδώ και μήνες. Όχι χάρη. Όχι πολιτική παρέμβαση. Τα έγγραφα. Τα στοιχεία που τεκμηριώνουν όσα γράφτηκαν εις βάρος μου, ώστε να μπορέσω να τα αντιπαραβάλω με τα δικά μου στοιχεία και να ασκήσω τα νόμιμα δικαιώματά μου.
Αντί γι’ αυτό, για τη χορήγηση σχεδόν κάθε κρίσιμου εγγράφου αναγκάζομαι να προσφεύγω σε εκδόσεις εισαγγελικών παραγγελιών σε βάρος του Υπουργείου Υγείας, αφότου έχει παρέλθει το νόμιμο διάστημα απάντησης σε κάθε αίτησή μου προς αυτό, ενώ σχετική εισαγγελική παραγγελία προς παροχή εγγράφων παραμένει ανεκτέλεστη από το ανωτέρω Υπουργείο ήδη για διάστημα περίπου 2 μηνών. Αναφέρεται δε ότι σε μία εκ των απαντήσεων Διεύθυνσης του Υπουργείου Υγείας αναφέρεται ρητώς ότι κάποια εκ των ζητουμένων εγγράφων θα μου χορηγηθούν μόλις κοινοποιηθούν στην ανωτέρω Διεύθυνση από το γραφείο του υπουργού Υγείας, ο οποίος ασφαλώς δεν τα παραδίδει, ούτε και μετά την έκδοση εισαγγελικής παραγγελίας.
Ας υποθέσουμε ότι εμένα όλα τα παραπάνω δεν με λυγίζουν, επειδή παραμένω προσηλωμένη στην προσπάθεια δικαίωσής μου αντιλαμβανόμενη τα μεγάλα εμπόδια που τίθενται λόγω της ανωτέρω συμπεριφοράς του Υπουργείου Υγείας. Τι συμβαίνει όμως αν γενικεύσουμε την εικόνα και σκεφτούμε οποιονδήποτε πολίτη βρεθεί ξαφνικά και χωρίς να το επιλέξει απέναντι στον κρατικό μηχανισμό; Μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι μια τέτοια διαδικασία τον εξαντλεί οικονομικά; Ότι του αφαιρεί χρόνο, δυνάμεις και σίγουρα δυνατότητα από την ίδια του την άμυνα;
Και όταν, ακόμη και μετά από εισαγγελικές παραγγελίες, η Διοίκηση εξακολουθεί να αρνείται τη συμμόρφωση σε αυτές και τη χορήγηση στοιχείων, το ζήτημα παύει να είναι προσωπικό. Γίνεται βαθιά θεσμικό. Αφορά πλέον τη λειτουργία του κράτους και τον τρόπο με τον οποίο το κράτος αντιμετωπίζει τον πολίτη όταν εκείνος βρίσκεται απέναντι του.
Το Σύνταγμα και η διοικητική νομοθεσία αναγνωρίζουν το δικαίωμα πρόσβασης στα δημόσια έγγραφα και υποχρεώνουν τη Διοίκηση να απαντά μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες.
Είναι το Υπουργείο πάνω από τον πολίτη; Προφανώς όχι. Είναι πάνω από τη Δικαιοσύνη; Επίσης όχι.
Τότε γιατί χρειάζεται ένας πολίτης επαναλαμβανόμενες εισαγγελικές παραγγελίες για να αποκτήσει έγγραφα απαραίτητα για τη δικαστική του άμυνα; Γιατί περνούν μήνες χωρίς να υφίσταται ακόμη συμμόρφωση στην τελευταία εκδοθείσα εισαγγελική παραγγελία; Πρόκειται για διοικητική αδυναμία, για αδιαφορία ή τελικά προστατεύουν κάποιο πρόσωπο;
Και επειδή το πρόσωπο που βρίσκεται στον θεσμικό πυρήνα της δικής μου υπόθεσης είναι ο Διοικητής της 7ης ΥΠΕ και η εισήγησή του, το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο συγκεκριμένο: το Υπουργείο ελέγχει τον κ. Παπαβασιλείου ή υπακούει στον κ. Παπαβασιλείου; Όταν η ίδια η υπόθεση αφορά τις ενέργειες, τις εισηγήσεις και τις αξιολογήσεις της 7ης ΥΠΕ, ποιος ελέγχει την πληρότητα, την ακρίβεια και την αντικειμενικότητα της πληροφόρησης που φτάνει τελικά στην πολιτική ηγεσία;
Αυτό ακριβώς θέλω να απαντηθεί. Όχι με πολιτικές φιλίες, προσωπικές σχέσεις ή κομματικές ισορροπίες, αλλά με έγγραφα και στοιχεία.
Γι’ αυτό, κύριε Υπουργέ, καλώς να έρθετε στο Λασίθι. Κόψτε τις κορδέλες, παρουσιάστε τα έργα και ακούστε τα πραγματικά προβλήματα των νοσοκομείων μας. Όταν όμως ολοκληρωθούν τα εγκαίνια, θα ήθελα να έχετε μαζί σας και κάτι ακόμη: συγκεκριμένες απαντήσεις, συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και τα έγγραφα που εδώ και μήνες ζητώ για να μπορέσω να υπερασπιστώ αξιοπρεπώς τον εαυτό μου.
Άλλωστε, αν όλα όσα ειπώθηκαν εις βάρος μου είναι πλήρως τεκμηριωμένα, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μη μου χορηγηθούν.
Κι αν δεν υπάρχει πρόθεση προστασίας ή δημιουργίας προσκομμάτων σε κανέναν για την άσκηση των δικαιωμάτων του, τόσο το καλύτερο για την κοινωνία, τους θεσμούς και την ίδια την κυβέρνηση.
Αλλά αποδείξτε το.
* Υγιεινολόγος MPh, MSc



