12.1 C
Chania
Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου, 2026

Με αφορμή τις αποκαλύψεις Πολάκη, τι ισχύει με την κρατική διαφήμιση προς τα ΜΜΕ σε άλλες χώρες της Ευρώπης; 7 προτάσεις για άμεση δράση

Ημερομηνία:

Του Γιάννη Αγγελάκη

Η αποκάλυψη που έκανε ο Χανιώτης βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Παύλος Πολάκης για υπέρογκα ποσά για διαφήμιση κυρίως από τον Οργανισμό Ανάπτυξης Κρήτης αλλά και από την Περιφέρεια Κρήτης προς εβδομαδιαία εφημερίδα και ενημερωτικό πόρταλ χωρίς ουσιαστική ροή και με μικρή απήχηση προκάλεσε έντονη συζήτηση και ορθώς με τα ερωτήματα που τέθηκαν να μην έχουν απαντηθεί από τις αρχές. Όμως, αν είναι να προκύψει κάτι ουσιαστικό από όλη αυτή τη συζήτηση που ξεκίνησε, θα πρέπει να τεθεί το ζήτημα στις πραγματικές του διαστάσεις και να προκύψουν προτάσεις για το τι πρέπει να γίνει

Στο παρακάτω κείμενο προσπάθησα να συγκεντρώσω όλα αυτά τα στοιχεία τα οποία θεωρώ καίρια στη συζήτηση που έχει ανοίξει για την κρατική χρηματοδότηση στα ΜΜΕ παραθέτωντας παραδείγματα από τι ισχύει σε άλλες χώρες και προτείνοντας μία σειρά μέτρα που μπορούν να ληφθούν για να εξυγιάνουν πραγματικά το τοπίο με στόχο την ανεξάρτηση λειτουργία των πραγματικών μέσων ενημέρωσης.

Ο Νόμος 5005/2022

Η ελληνική αγορά ΜΜΕ χαρακτηρίζεται διαχρονικά από διαρθρωτικές παθογένειες, όπως η έλλειψη διαφάνειας στο ιδιοκτησιακό καθεστώς, η υψηλή εξάρτηση από την κρατική διαφήμιση και η απουσία αξιόπιστων δεδομένων κυκλοφορίας και επισκεψιμότητας. Η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 2010 επιδείνωσε την κατάσταση, οδηγώντας σε κατάρρευση της ιδιωτικής διαφημιστικής δαπάνης και καθιστώντας τα κρατικά κονδύλια ζήτημα επιβίωσης για πολλά μέσα.

Το ζήτημα της διανομής της κρατικής διαφήμισης έλαβε εκρηκτικές διαστάσεις κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, με την υπόθεση της λεγόμενης «Λίστας Πέτσα». Η αποκάλυψη ότι εκατομμύρια ευρώ για την καμπάνια «Μένουμε Σπίτι» διοχετεύθηκαν σε μέσα με αδιαφανή κριτήρια, συμπεριλαμβανομένων ανύπαρκτων ιστοσελίδων ή μέσων με ελάχιστη απήχηση, ενώ αποκλείστηκαν μέσα με κριτική στάση προς την κυβέρνηση, δημιούργησε πολιτική πίεση για θεσμική θωράκιση της διαδικασίας.

Σε αυτό το κλίμα, η κυβέρνηση προώθησε τον Νόμο 5005/2022, με διακηρυγμένο στόχο την ενίσχυση της δημοσιότητας και της διαφάνειας στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο. Το νομοθέτημα παρουσιάστηκε ως η απάντηση στην αταξία του διαδικτύου και ως μηχανισμός εξυγίανσης που θα διαχώριζε τα «πραγματικά» δημοσιογραφικά μέσα από τα ιστολόγια και τις ιστοσελίδες αμφίβολης προέλευσης.

Ο Νόμος 5005/2022 ψηφίστηκε από την Ολομέλεια της Βουλής τον Δεκέμβριο του 2022 και δημοσιεύθηκε στο Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α’ 236) στις 21 Δεκεμβρίου 2022. Ο πλήρης τίτλος του νόμου είναι: «Ενίσχυση δημοσιότητας και διαφάνειας στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο – Σύσταση ηλεκτρονικών μητρώων εντύπου και ηλεκτρονικού Τύπου – Διατάξεις αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης και λοιπές επείγουσες ρυθμίσεις».

Χρονοδιάγραμμα εφαρμογής και καθυστερήσεις

Παρόλο που ο νόμος τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευσή του, η ουσιαστική λειτουργία των μητρώων καθυστέρησε σημαντικά λόγω της ανάγκης έκδοσης δευτερογενούς νομοθεσίας (Υπουργικών Αποφάσεων) για τον καθορισμό των τεχνικών λεπτομερειών και των δικαιολογητικών.

Το Μητρώο Έντυπου Τύπου (Μ.Ε.Τ.) τέθηκε σε λειτουργία στις 15 Μαρτίου 2023. Οι επιχειρήσεις κλήθηκαν να υποβάλουν αιτήσεις εντός της πρώτης προθεσμίας που έληγε τον Μάιο του 2023 ενώ το Μητρώο Ηλεκτρονικού Τύπου (Μ.Η.Τ.) η έναρξη λειτουργίας του προσδιορίστηκε για τη 2α Μαΐου 2023.

Η εφαρμογή των κριτηρίων έγινε πλήρως δεσμευτική το 2024. Συγκεκριμένα, η Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης ανακοίνωσε ότι για το έτος 2024, η υποβολή αιτήσεων για εγγραφή ή ανανέωση στο Μ.Η.Τ. πραγματοποιείται από την 1η Σεπτεμβρίου έως την 30ή Σεπτεμβρίου 2024. Επιπλέον, μεταβατικές διατάξεις στον νεότερο Νόμο 5212/2025 έδωσαν νέες προθεσμίες υποβολής αιτήσεων έως τον Ιούλιο και τον Νοέμβριο, αναγνωρίζοντας τις δυσκολίες προσαρμογής της αγοράς.

Ο νόμος προκάλεσε συζητήσεις, και αντιδράσεις. Από την πλευρά των δημοσιογραφικών σωματείων ασκήθηκε κριτική αφού δεν υιοθετήθηκαν πλήρως οι προτάσεις της για αποκλειστικά πλήρη απασχόληση όλων των προβλεπόμενων δημοσιογράφων. Από την άλλη υπήρξαν αντιδράσεις και εκ μέρους των ιδιοκτητών κυρίως των πολύ μικρών μέσων ενημέρωσης αφού θεωρήθηκε ότι τα αυστηρά κριτήρια (χρόνια λειτουργίας, αριθμός εργαζομένων) «φωτογραφίζουν» τα μεγάλα συγκροτήματα Τύπου, θέτοντας σε κίνδυνο την επιβίωση μικρών, περιφερειακών ή ανεξάρτητων ενημερωτικών ιστοσελίδων.

Ο αποκλεισμός των περιφερειακών μέσων από την κρατική διαφήμιση θα οδηγήσει σε «ενημερωτικές ερήμους» στην επαρχία.

Εκπρόσωποι των Reporters Without Borders (RSF) και της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων έχουν χαρακτηρίσει το ελληνικό πλαίσιο ως «τιμωρητικό» για τον ανεξάρτητο και ερευνητικό τύπο, ο οποίος συχνά λειτουργεί με μικρά, ευέλικτα σχήματα.

Οργανισμοί όπως το International Press Institute (IPI) και το Media Freedom Rapid Response (MFRR) σε εκθέσεις τους για την Ελλάδα (2023, 2024, 2025) έχουν επισημάνει ότι το μητρώο, ενώ θετικό ως προς τη διαφάνεια ιδιοκτησίας, δημιουργεί κινδύνους αποκλεισμού. Αναφέρουν χαρακτηριστικά ότι «θετικές αλλαγές όπως το Μητρώο (Μ.Η.Τ.) στοχεύουν στη διαφάνεια, αλλά το σύστημα αποκλείει μέσα από την κρατική διαφήμιση, κάτι που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο πίεσης». Η έκθεση του GovWatch κατέγραψε επίσης τον αποκλεισμό μικρών μέσων ως παραβίαση της ελευθερίας του τύπου.

Η κριτική που ασκείται στον Νόμο 5005/2022 δεν εστιάζει στην ανάγκη ύπαρξης μητρώου καθεαυτήν, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτό δομήθηκε και χρησιμοποιείται. Η κεντρική θέση των επικριτών είναι ότι το Μ.Η.Τ. λειτουργεί ως «κόφτης» που εξυπηρετεί τη συγκέντρωση της αγοράς και τον αποκλεισμό των μικρών, ανεξάρτητων φωνών.

 Ο Μηχανισμός του αποκλεισμού: Άρθρο 22 και κρατική διαφήμιση

Στην ελληνική πραγματικότητα, όπου η ιδιωτική διαφήμιση έχει συρρικνωθεί δραματικά και κατευθύνεται κυρίως στις μεγάλες πλατφόρμες (Google, Meta), η κρατική διαφήμιση (προγράμματα ΕΣΠΑ, ανακοινώσεις Δήμων, καμπάνιες οργανισμών κοινής ωφέλειας) αποτελεί συχνά το μοναδικό έσοδο για τα περιφερειακά και μικρά θεματικά μέσα. Η κρατική στήριξη δεν αποτελεί πλέον μια στρέβλωση του ανταγωνισμού, αλλά μια αναγκαία συνθήκη για τη διατήρηση της ελευθερίας του τύπου και την διασφάλιση της δημοκρατικής λειτουργίας. Ωστόσο, η μορφή που λαμβάνει αυτή η στήριξη διαφέρει ριζικά ανάλογα με την πολιτική κουλτούρα και το θεσμικό πλαίσιο κάθε χώρας.

Συνεπώς, η αδυναμία εγγραφής στο Μ.Η.Τ. ισοδυναμεί πρακτικά με οικονομική ασφυξία και «θάνατο» του μέσου.

Σε άλλες χώρες της Ευρώπης, ο αριθμός των δημοσιογράφων και του προσωπικού χρησιμοποιείται για να υπολογιστεί το ύψος της επιδότησης. Ο γενικός κανόνας είναι ότι αν έχεις λίγους, παίρνεις λίγα, αλλά δεν σου απαγορεύεται η λειτουργία ή η λήψη κρατικής διαφήμισης. Η Ελλάδα είναι ίσως η μόνη χώρα που χρησιμοποιεί ένα Μητρώο με αυστηρά ποσοτικά κριτήρια απασχόλησης ως αποκλειστικό κόφτη για την πρόσβαση σε όλη την κρατική διαφημιστική δαπάνη.

Η Ευρωπαϊκή Απάντηση (EMFA 2025)

Η νέα Ευρωπαϊκή Πράξη για την Ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης (EMFA) ορίζει ότι η κατανομή της κρατικής διαφήμισης πρέπει να γίνεται με αντικειμενικά και αναλογικά κριτήρια.

Η ελληνική προσέγγιση αποτελεί εξαίρεση στο ευρωπαϊκό τοπίο, όχι επειδή υπάρχει μητρώο (μητρώα υπάρχουν και αλλού), αλλά επειδή το σύστημα λειτουργεί ως μηχανισμός αποκλεισμού αντί ως μηχανισμός διαβαθμισμένης στήριξης. Ενώ η ευρωπαϊκή τάση είναι η στοχευμένη ενίσχυση των μικρών και τοπικών μέσων για τη διατήρηση της πολυφωνίας, το ελληνικό μοντέλο θέτει κριτήρια που de facto αποκλείουν τα μικρότερα μέσα από την κρατική διαφήμιση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ξεπηδούν πολλά φαινόμενα διαφθοράς.

Η διαφορά της Ελλάδας με την Ευρώπη είναι ότι ενώ στην πλειοψηφία τους  (εξαίρεση αποτελούν χώρες όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία) οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν υιοθετήσει μοντέλα Άμεσων Επιχορηγήσεων (Direct Subsidies), θεσμοθετημένα και αποσυνδεδεμένα από την εκτελεστική εξουσία, η Ελλάδα εμμένει στο μοντέλο της Κρατικής Διαφήμισης (State Advertising) μέσω ποσοστώσεων (30%), το οποίο στην πράξη αποδεικνύεται δυσλειτουργικό, αδιαφανές και ανεπαρκές για την ουσιαστική στήριξη του κλάδου.

Το Σκανδιναβικό Μοντέλο: Η θεσμοθετημένη και διαφανής στήριξη

Ενδιαφέρον έχουν τα στοιχεία από χώρες που αποτελούν πρότυπα.

Οι σκανδιναβικές χώρες (Σουηδία, Δανία) διαθέτουν τα πιο ανεπτυγμένα συστήματα άμεσης στήριξης, τα οποία χαρακτηρίζονται από υψηλή διαφάνεια, σταθερότητα και ανεξαρτησία από την πολιτική συγκυρία.

Η Σουηδία έχει αναμορφώσει ριζικά το σύστημα επιδοτήσεών της (“Mediestöd”) για να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της ψηφιακής εποχής, μεταβαίνοντας από την επιδότηση κυκλοφορίας στην επιδότηση του δημοσιογραφικού έργου.

Το νέο σύστημα, που τέθηκε σε πλήρη εφαρμογή το 2024, είναι τεχνολογικά ουδέτερο. Δεν διαχωρίζει τα μέσα σε έντυπα ή ψηφιακά, αλλά εστιάζει στην παραγωγή πρωτογενούς περιεχομένου. Βασικός στόχος είναι η κάλυψη των “λευκών κηλίδων” (white spots), περιοχών που υποεξυπηρετούνται ενημερωτικά.

Η χρηματοδότηση δεν δίνεται ως “δώρο”, αλλά ως αντιστάθμισμα για το κοινωνικό έργο που επιτελούν τα μέσα. Το σύστημα διαχειρίζεται ανεξάρτητη αρχή, διασφαλίζοντας ότι η κατανομή των πόρων δεν επηρεάζεται από την κυβερνητική ατζέντα.

Τα ποσά που διατίθενται είναι εντυπωσιακά υψηλά συγκριτικά με τον πληθυσμό της χώρας:

  • Η ετήσια κρατική δαπάνη για άμεσες επιχορηγήσεις στα μέσα ενημέρωσης αγγίζει ιστορικά το 1 δισεκατομμύριο SEK (περίπου 100 εκατομμύρια ευρώ).

  • Μεγάλο μέρος αυτού του ποσού κατευθύνεται στον τοπικό τύπο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο όμιλος Bonnier News Local, ο οποίος εκδίδει δεκάδες τοπικούς τίτλους. Για το 2025, ο όμιλος αυτός έλαβε επιχορηγήσεις ύψους 250 εκατομμυρίων SEK (περίπου 22 εκατομμύρια ευρώ).

  • Τον Μάιο του 2025, η σουηδική κυβέρνηση ανακοίνωσε πρόσθετη αύξηση της στήριξης κατά 70 εκατομμύρια SEK (περίπου 6,1 εκατομμύρια ευρώ), αναγνωρίζοντας τις αυξανόμενες πιέσεις στον κλάδο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η στήριξη αυτή είναι επιπλέον των έμμεσων ενισχύσεων (μειωμένος ΦΠΑ) και της χρηματοδότησης των δημόσιων μέσων (SVT, SR).

Η κρατική διαφήμιση υπάρχει ως εργαλείο επικοινωνίας, αλλά δεν αποτελεί τον πυλώνα επιβίωσης των μέσων, καθώς οι άμεσες επιχορηγήσεις καλύπτουν σημαντικό μέρος του λειτουργικού κόστους.

Δανία: Στρατηγική επένδυση στην Τοπική Δημοκρατία

Η Δανία ακολουθεί ένα παρόμοιο μοντέλο, με ιδιαίτερη έμφαση στις μικρές, τοπικές και συχνά εβδομαδιαίες εφημερίδες, οι οποίες θεωρούνται ο ακρογωνιαίος λίθος της τοπικής δημοκρατίας και της κοινωνικής συνοχής.

Η χρηματοδότηση των μέσων στη Δανία καθορίζεται από πολυετείς πολιτικές συμφωνίες (Media Agreements), οι οποίες δεσμεύουν τα κόμματα και εξασφαλίζουν σταθερότητα. Η τρέχουσα συμφωνία για την περίοδο 2023-2026 προβλέπει συγκεκριμένα κονδύλια για την ενίσχυση του πλουραλισμού.

Τα ποσά που διατίθενται είναι διακριτά και στοχευμένα:

  • Για την περίοδο 2024-2026, έχει θεσμοθετηθεί ειδικό κονδύλι ύψους 52,8 εκατομμυρίων DKK (περίπου 7,1 εκατομμύρια ευρώ) ετησίως, αποκλειστικά για τη στήριξη τοπικών εβδομαδιαίων εφημερίδων. Στόχος είναι η αναπλήρωση των εσόδων που χάθηκαν προς τις πλατφόρμες τεχνολογίας.

  • Επιπλέον 30 εκατομμύρια DKK (περίπου 4 εκατομμύρια ευρώ) ετησίως διατίθενται για περιοδικά με δημοσιογραφικό περιεχόμενο πολιτιστικού ή πολιτικού χαρακτήρα.

  • Αναγνωρίζοντας το υψηλό κόστος της ερευνητικής δημοσιογραφίας, το κράτος διέθεσε 15 εκατομμύρια DKK για τη δημιουργία κέντρου ερευνητικής δημοσιογραφίας, ενισχύοντας την ικανότητα των τοπικών μέσων να ελέγχουν την εξουσία.

Η δανική νομοθεσία (Lov om mediestøtte) θέτει αυστηρές ασφαλιστικές δικλείδες. Η οικονομική ενίσχυση για κάθε μέσο δεν μπορεί να υπερβαίνει το 35% των ετήσιων συντακτικών δαπανών του, με ανώτατο όριο τα 17,5 εκατομμύρια DKK ανά μέσο. Αυτός ο κανόνας διασφαλίζει ότι τα μέσα διατηρούν ένα επίπεδο επιχειρηματικής αυτονομίας και δεν μετατρέπονται σε αμιγώς κρατικοδίαιτους οργανισμούς, ενώ παράλληλα η επιδότηση συνδέεται άμεσα με την επένδυση σε ανθρώπινο δυναμικό (δημοσιογράφους) δίχως όμως να απουσιάζει όταν δεν υπάρχει το απαραίτητο προσωπικό.

Το Κεντροευρωπαϊκό και Γαλλικό Μοντέλο

Μετακινούμενοι προς την Κεντρική Ευρώπη και τη Γαλλία, παρατηρούμε συστήματα που συνδυάζουν την ιστορική παράδοση των κρατικών ενισχύσεων με σύγχρονα εργαλεία για τον ψηφιακό μετασχηματισμό.

Η Γαλλία διαθέτει ένα από τα πιο παρεμβατικά και γενναιόδωρα συστήματα στήριξης του τύπου στην Ευρώπη. Το γαλλικό κράτος θεωρεί την ενημέρωση “δημόσιο αγαθό” και παρεμβαίνει ενεργά για τη διατήρηση της πολυφωνίας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Γαλλικού Προϋπολογισμού για το 2024 (Πρόγραμμα 180 – Τύπος και Μέσα Ενημέρωσης), οι ενισχύσεις κατανέμονται σε διακριτές κατηγορίες :

  • Βοήθεια για τον Πλουραλισμό (Aide au pluralisme): Ειδική μέριμνα λαμβάνεται για τον περιφερειακό και τοπικό τύπο που διαθέτει λιγότερους πόρους. Για το 2024, η δράση “Aide au pluralisme de la presse périodique régionale et locale” είχε προϋπολογισμό 1.470.000 ευρώ. Αν και το ποσό αυτό φαίνεται μικρό ως διακριτή γραμμή, αφορά συγκεκριμένα μικρά έντυπα, ενώ οι μεγάλοι περιφερειακοί όμιλοι επωφελούνται από άλλες γραμμές χρηματοδότησης.

  • Εκσυγχρονισμός (Modernisation): Η μεγαλύτερη μάζα των κεφαλαίων κατευθύνεται στον εκσυγχρονισμό. Η δράση “Aides à la modernisation” έλαβε 55.126.816 ευρώ για το 2024. Τα κονδύλια αυτά στηρίζουν επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές, λογισμικό και νέες τεχνολογίες.

  • Διανομή: Η ενίσχυση για τον εκσυγχρονισμό του δικτύου διανομής τύπου ανήλθε στα 27.850.000 ευρώ.

  • Στήριξη Online Τύπου: Οι αμιγώς διαδικτυακές υπηρεσίες τύπου (services de presse en ligne) ενισχύθηκαν με 4.000.000 ευρώ.

Συνολικά, το πρόγραμμα 180 διαχειρίζεται εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, με στόχο τη στήριξη του κλάδου σε μια περίοδο όπου ο κύκλος εργασιών μειώνεται (-3,7% το 2023). Παρά τις μειώσεις σε σχέση με προηγούμενα έτη , η γαλλική πολιτεία διατηρεί έναν ισχυρό μηχανισμό άμεσης χρηματοδότησης.

Αυστρία: Από την “Presseförderung” στην ποιότητα

Η Αυστρία έχει μακρά παράδοση στην επιδότηση του τύπου (“Presseförderung”), η οποία ωστόσο έχει δεχθεί κριτική για την αδυναμία της να αποτρέψει τη συγκέντρωση του κλάδου.

Η ρυθμιστική αρχή KommAustria είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση των κονδυλίων. Για το έτος 2024, τα στοιχεία δείχνουν:

  • Το συνολικό ποσό της παραδοσιακής επιδότησης ανήλθε σε 7.127.000 ευρώ. Από αυτό, ένα σημαντικό μέρος (3.242.000 ευρώ) κατευθύνθηκε ως “Ειδική Ενίσχυση” (Besondere Förderung) για τη διατήρηση της περιφερειακής ποικιλομορφίας των ημερήσιων εφημερίδων.

  • Από το 2024, τέθηκε σε εφαρμογή ένας νέος μηχανισμός, η “Qualitäts-Journalismus-Förderung”, που αντικατέστησε παλαιότερες δράσεις. Το πρόγραμμα αυτό έχει στόχο να ενισχύσει την παραγωγή ποιοτικού περιεχομένου και την καινοτομία, με συνολικά κονδύλια που φτάνουν τα 20 εκατομμύρια ευρώ ετησίως για τον ψηφιακό μετασχηματισμό.

Παρά ταύτα, η αγορά της Αυστρίας παραμένει συγκεντρωτική, με μόλις 10 εφημερίδες επί πληρωμή να έχουν απομείνει το 2024, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι επιδοτήσεις, αν και σημαντικές, ίσως δεν επαρκούν για να αναστρέψουν τις δομικές αλλαγές της αγοράς.

Η Ελληνική εξαίρεση: Η Ηγεμονία της κρατικής διαφήμισης και οι παθογένειες

Σε πλήρη αντίθεση με τα ευρωπαϊκά μοντέλα που βασίζονται σε θεσμοθετημένες, ετήσιες, άμεσες επιχορηγήσεις, η Ελλάδα δεν διαθέτει έναν πάγιο μηχανισμό άμεσης χρηματοδότησης για τη λειτουργία των περιφερειακών μέσων. Αντιθέτως, η πολιτεία έχει επιλέξει ιστορικά το μοντέλο της υποχρεωτικής ποσόστωσης στην κρατική διαφήμιση, ένα σύστημα που στην πράξη έχει αποδειχθεί προβληματικό, αδιαφανές και αναποτελεσματικό.

Ο θεμέλιος λίθος της στήριξης των περιφερειακών μέσων στην Ελλάδα είναι ο Νόμος 2328/1995 και το Προεδρικό Διάταγμα 261/1997. Σύμφωνα με αυτά, οι φορείς του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα υποχρεούνται να διαθέτουν τουλάχιστον το 30% της συνολικής προϋπολογισθείσας διαφημιστικής τους δαπάνης σε περιφερειακά μέσα ενημέρωσης (έντυπα, ραδιόφωνο, τηλεόραση).

Η Μεταρρύθμιση του Νόμου 5005/2022

Σε μια προσπάθεια εξορθολογισμού και ενίσχυσης της διαφάνειας, ψηφίστηκε ο Νόμος 5005/2022. Ο νόμος αυτός θεσμοθέτησε τα Ηλεκτρονικά Μητρώα Έντυπου και Ηλεκτρονικού Τύπου (Μ.Ε.Τ. και Μ.Η.Τ.) στη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης με τα προβλήματα που αναφέραμε παραπάνω τα οποία στην προσπάθεια εκκαθάρισης του τοπίου από ανύπαρκτα μέσα ή ιστοσελίδα που δημιουργούνται για να εισπράττουν κρατικές διαφημίσεις, οδηγούν στον θάνατο και ένα μεγάλο αριθμό μέσων ενημέρωσης που παράγουν υλικό και έχουν συνεχή παρουσία.

Ενώ στη Σουηδία και τη Δανία τα ποσά είναι εγγυημένα στον κρατικό προϋπολογισμό, στην Ελλάδα το ποσό που λαμβάνουν τα περιφερειακά μέσα είναι απολύτως εξαρτώμενο από τον εκάστοτε διαφημιστικό σχεδιασμό των υπουργείων. Δεν υπάρχει “κονδύλι για τον τύπο”, αλλά “κονδύλι για την προβολή δράσεων”.

Σύμφωνα με στοιχεία από τις ενώσεις ιδιοκτητών περιφερειακών μέσων (ΕΙΗΕΕ, ΠΕΙΡΣ κ.α.), για το έτος 2024 είχαν εγκριθεί προγράμματα διαφημιστικής προβολής από μόλις 5 Υπουργεία και έναν Οργανισμό.

Το συνολικό ύψος αυτών των προγραμμάτων ανερχόταν σε 22.385.000 ευρώ. Βάσει του νόμου, από αυτά τα 22,4 εκατ. ευρώ, τουλάχιστον τα 6.715.500 ευρώ (το 30%) θα έπρεπε να κατευθυνθούν υποχρεωτικά και αποκλειστικά στα περιφερειακά μέσα.

Οι ενώσεις καταγγέλλουν ότι η ποσόστωση αυτή “καταστρατηγείται με συνειδητή απόφαση”. Οι φορείς του δημοσίου συχνά επικαλούνται εξαιρέσεις (π.χ. ότι το πρόγραμμα έχει “εθνική εμβέλεια” ή απαιτεί “εξειδικευμένα μέσα”) ή κατευθύνουν τα κονδύλια σε μέσα της Αθήνας και σε διεθνείς πλατφόρμες, αγνοώντας την υποχρέωση προς την περιφέρεια.

Επιπλέον, μεγάλο μέρος της δαπάνης διοχετεύεται μέσω ενδιάμεσων (media shops), όπου η ιχνηλασιμότητα του 30% χάνεται.

Ο ρόλος των τραπεζών και η “αόρατη” κρατική στήριξη

Πέραν της αμιγώς κρατικής διαφήμισης, κρίσιμο ρόλο παίζει η διαφήμιση των συστημικών τραπεζών, οι οποίες έχουν ανακεφαλαιοποιηθεί με χρήματα του Έλληνα φορολογούμενου. Αν και τυπικά ιδιωτικές, η διαφημιστική τους δαπάνη λειτουργεί συχνά με πολιτικά κριτήρια.

Το 2019, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες διέθεσαν 33.561.645 ευρώ για προβολή. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των χρημάτων κατευθύνθηκε σε μέσα εθνικής εμβέλειας και μεγάλους ομίλους της Αθήνας, με ελάχιστα ποσά να φτάνουν στα περιφερειακά μέσα, παρά το γεγονός ότι οι τράπεζες αντλούν καταθέσεις από όλη την επικράτεια.

Εναλλακτικές μορφές στήριξης

Πέρα από τη διαφήμιση, η ελληνική πολιτεία εφαρμόζει κατά καιρούς άλλα μέτρα, τα οποία όμως στερούνται της σταθερότητας των ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων:

  • Προγράμματα ΔΥΠΑ: Συχνά η “στήριξη” του τύπου γίνεται έμμεσα, μέσω προγραμμάτων επιδότησης εισφορών ή εργασίας για ανέργους δημοσιογράφους. Αυτά τα μέτρα βοηθούν στη μείωση του μισθολογικού κόστους, αλλά δεν αποτελούν άμεση ένεση ρευστότητας για την ανάπτυξη του μέσου.

  • Επιδότηση Μεταφορικών: Υπάρχουν ρυθμίσεις για την επιδότηση της διακίνησης του τύπου (ΕΛΤΑ), αλλά αυτές αφορούν κυρίως τις εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας και όχι απαραίτητα τα μικρά τοπικά μέσα που συχνά έχουν ιδιόκτυη διανομή ή είναι ψηφιακά.

Δύο Κόσμοι, Δύο Ταχύτητες

Η αντιπαραβολή των δεδομένων αποκαλύπτει ένα χάσμα όχι μόνο στα οικονομικά μεγέθη αλλά και στη φιλοσοφία της στήριξης.

Ο παρακάτω πίνακας συγκεντρώνει τα διαθέσιμα στοιχεία για τις ροές χρηματοδότησης προς τα τοπικά/περιφερειακά μέσα.

Χώρα Μηχανισμός Στήριξης Ετήσιος Προϋπολογισμός (Περιφερειακά/Τοπικά) Διαφάνεια Σταθερότητα
Σουηδία Άμεση Επιχορήγηση (Mediestöd)

~22.000.000 € (Μόνο για όμιλο Bonnier Local)

 

~100.000.000 € (Σύνολο Προγράμματος)

Πολύ Υψηλή Εγγυημένη (Πολυετής)
Δανία Άμεση Επιχορήγηση (Mediestøtte)

~7.100.000 € (Αποκλειστικά για εβδομαδιαία τοπικά)

 

~4.000.000 € (Περιοδικά)

Πολύ Υψηλή Εγγυημένη (Media Agreement)
Γαλλία Άμεση Επιχορήγηση

1.470.000 € (Ειδική δράση Πλουραλισμού)

 

~55.000.000 € (Εκσυγχρονισμός – σημαντικό μέρος αφορά περιφέρεια)

Υψηλή Ετήσιος Προϋπολογισμός
Αυστρία Άμεση Επιχορήγηση (Presseförderung) 3.242.000 € (Ειδική Ενίσχυση Περιφερειών) Υψηλή Ετήσια απόφαση KommAustria
Ελλάδα Κρατική Διαφήμιση (30%) ~6.700.000 € (Θεωρητικό μερίδιο από τα 22,4 εκατ. €) Χαμηλή Αβέβαιη (Εξαρτάται από ad-hoc αποφάσεις)

Στην περίπτωση της Ελλάδας, το ποσό των 6,7 εκατ. ευρώ είναι το νομικά απαιτούμενο ελάχιστο από τα συγκεκριμένα προγράμματα που εντοπίστηκαν. Στην πραγματικότητα, το ποσό που τελικά εισπράττεται από τα περιφερειακά μέσα είναι πολύ μικρότερο λόγω των εξαιρέσεων και της μη εφαρμογής του νόμου. Αντίθετα, στη Σουηδία και τη Δανία, τα ποσά είναι εκταμιευμένα μετρητά.

Η θεμελιώδης διαφορά έγκειται στον έλεγχο.

  • Μοντέλο Επιχορηγήσεων (Βορράς): Η χρηματοδότηση δίνεται βάσει αλγορίθμου (κόστος σύνταξης, περιοχή κάλυψης). Ο εκδότης γνωρίζει εκ των προτέρων τι δικαιούται. Αυτό ενισχύει την επιχειρηματική αυτονομία και επιτρέπει τον μακροχρόνιο σχεδιασμό.

  • Μοντέλο Διαφήμισης (Ελλάδα): Η χρηματοδότηση εξαρτάται από την απόφαση του εκάστοτε Υπουργού ή Περιφερειάρχη να “τρέξει” καμπάνια και να συμπεριλάβει το συγκεκριμένο μέσο στη λίστα κατανομής. Αυτό δημιουργεί συνθήκες πολιτικής ομηρίας (clientelism). Ένα τοπικό μέσο που ασκεί σκληρή κριτική στην τοπική αρχή κινδυνεύει να αποκλειστεί από την επόμενη διαφημιστική εκστρατεία, με αποτέλεσμα την οικονομική του ασφυξία. Η αδιαφάνεια στην κατανομή (παρά τα Μητρώα) επιτείνει αυτό το πρόβλημα.

Η υποχρηματοδότηση στην Ελλάδα έχει ορατά αποτελέσματα. Ενώ στη Σουηδία τα επιδοτούμενα μέσα επενδύουν σε περιεχόμενο για να καλύψουν τα “λευκά σημεία”, στην ελληνική περιφέρεια παρατηρείται μαρασμός.

Ιστορικές εφημερίδες αναστέλλουν την έκδοσή τους ή μετατρέπονται σε ιστοσελίδες χαμηλού κόστους (copy-paste journalism) για να επιβιώσουν, καθώς δεν υπάρχουν πόροι για πρωτογενές ρεπορτάζ.

Η έλλειψη ενός ταμείου τύπου “εκσυγχρονισμού” (όπως το γαλλικό των 55 εκατ. ευρώ) αφήνει τα ελληνικά περιφερειακά μέσα τεχνολογικά πίσω, ανίκανα να ανταγωνιστούν και να επιβιώσουν σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον.

Το απλό γεγονός είναι ότι η πλειοψηφία των χωρών της Ευρώπης αντιμετωπίζει την ενημέρωση ως υποδομή της δημοκρατίας, επενδύοντας άμεσα και με διαφάνεια κεφάλαια. Η Ελλάδα, αντιθέτως, παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα αναχρονιστικό μοντέλο κρατικής διαφήμισης, το οποίο αδυνατεί να προσφέρει βιώσιμη λύση.

Τα δεδομένα οδηγούν σε σαφή συμπεράσματα για τα κενά της ελληνικής πολιτικής:

  1. Ανεπάρκεια Πόρων: Τα ποσά που προκύπτουν από το 30% της διαφήμισης είναι υποδεέστερα των άμεσων επιχορηγήσεων των άλλων χωρών, ακόμη και αν ο νόμος εφαρμοζόταν πλήρως.

  2. Έλλειμμα Θεσμικής Εγγύησης: Η έλλειψη ανεξάρτητης αρχής διαχείρισης των πόρων (όπως η KommAustria ή η σουηδική αρχή) αφήνει περιθώρια για πολιτικές παρεμβάσεις.

  3. Ανάγκη Αλλαγής Παραδείγματος: Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η μετάβαση από τη “διαφήμιση” στην “επιδότηση λειτουργίας/έργου” είναι ο μόνος δρόμος για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των περιφερειακών μέσων στην ψηφιακή εποχή. Χωρίς μια τέτοια δομική αλλαγή, οι “ειδησεογραφικές έρημοι” στην ελληνική περιφέρεια θα συνεχίσουν να επεκτείνονται, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ποιότητα της τοπικής δημοκρατίας.

Από την πολιτική ομηρία στη θεσμική θωράκιση του πλουραλισμού

Η συζήτηση που άνοιξε με αφορμή τις αποκαλύψεις για την αδιαφανή κατανομή διαφημιστικών κονδυλίων στην Κρήτη δεν πρέπει να εξαντληθεί σε μια στείρα πολιτική αντιπαράθεση. Αντιθέτως, αποτελεί το τελικό «σήμα κινδύνου» για την ανάγκη ριζικής αναμόρφωσης του τρόπου με τον οποίο η Ελληνική Πολιτεία αντιμετωπίζει την ενημέρωση. Το σημερινό μοντέλο, εγκλωβισμένο ανάμεσα σε έναν νόμο (5005/2022) που λειτουργεί ως «γκιλοτίνα» για τα μικρά μέσα και σε μια κρατική διαφήμιση που χρησιμοποιείται ως εργαλείο πειθαναγκασμού, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στον μαρασμό της περιφέρειας και στην εξαφάνιση της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας.

Αν η Ελλάδα επιθυμεί πραγματικά να ευθυγραμμιστεί με τα ευρωπαϊκά κεκτημένα και να προστατεύσει τη δημοκρατική της λειτουργία, οφείλει να αντιληφθεί ότι η ενημέρωση είναι δημόσιο αγαθό και όχι εμπόρευμα προς ανταλλαγή πολιτικής εύνοιας. Η δημιουργία «ειδησεογραφικών ερήμων», όπου η τοπική εξουσία θα δρα χωρίς τον έλεγχο των ΜΜΕ, αποτελεί άμεση απειλή για το κράτος δικαίου.

7 προτάσεις για άμεση δράση: Ο οδικός χάρτης της εξυγίανσης

Για τη διασφάλιση της δημοκρατίας και της βιωσιμότητας των ΜΜΕ, η Ελλάδα πρέπει να προχωρήσει στις εξής συγκεκριμένες ενέργειες:

  1. Μετάβαση στο Μοντέλο των Άμεσων Επιχορηγήσεων (Nordic Model): Το κράτος πρέπει να σταματήσει να «αγοράζει» προβολή και να ξεκινήσει να «επιδοτεί» το δημοσιογραφικό έργο. Η χρηματοδότηση πρέπει να δίνεται βάσει αντικειμενικών αλγορίθμων που θα συνυπολογίζουν το κόστος παραγωγής πρωτογενούς ρεπορτάζ και όχι μόνο τον αριθμό των μισθωτών υπαλλήλων.

  2. Αναθεώρηση των Κριτηρίων των Μητρώων (Μ.Ε.Τ. & Μ.Η.Τ.): Τα ποσοτικά κριτήρια του Νόμου 5005/2022 πρέπει να καταστούν αναλογικά. Η απαίτηση για συγκεκριμένο αριθμό μισθωτών πρέπει να διαβαθμίζεται ανάλογα με τον κύκλο εργασιών και τη γεωγραφική εμβέλεια του μέσου, αναγνωρίζοντας παράλληλα τη συμβολή των freelancers και των ερευνητικών σχημάτων.

  3. Ίδρυση Ανεξάρτητης Αρχής Διανομής Πόρων: Η διαχείριση τόσο των κρατικών επιχορηγήσεων όσο και της κρατικής διαφήμισης πρέπει να αφαιρεθεί από την άμεση δικαιοδοσία των Υπουργείων και των Περιφερειών. Κατά το πρότυπο της Αυστριακής KommAustria, μια ανεξάρτητη αρχή με δικαστικές εγγυήσεις πρέπει να εποπτεύει την ιχνηλασιμότητα κάθε ευρώ.

  4. Πλήρης Εναρμόνιση με την Ευρωπαϊκή Πράξη EMFA 2025: Η κατανομή της κρατικής διαφήμισης πρέπει να γίνεται με δημόσια αναρτημένα, αντικειμενικά και μη εισπρακτικά κριτήρια, διασφαλίζοντας ότι κανένα μέσο δεν θα αποκλείεται λόγω της κριτικής που ασκεί στην εκάστοτε κυβέρνηση.

  5. Δημιουργία Ταμείου Ψηφιακού Εκσυγχρονισμού για την Περιφέρεια: Στα πρότυπα της Γαλλίας, πρέπει να διατεθούν κονδύλια για τη θωράκιση των τεχνολογικών υποδομών των τοπικών μέσων, ώστε να επιβιώσουν στην ψηφιακή μετάβαση χωρίς να εξαρτώνται από τοπικούς «πάτρωνες».

  6. Φορολογικά Κίνητρα: Μείωση του ΦΠΑ για τα έντυπα και τις ψηφιακές συνδρομές στο ελάχιστο επιτρεπόμενο ευρωπαϊκά (2-4%), καθώς και φορολογικές ελαφρύνσεις για τις επιχειρήσεις που διαφημίζονται σε τοπικά μέσα.

  7. Ενίσχυση της Ερευνητικής Δημοσιογραφίας: Δημιουργία ειδικού προγράμματος χρηματοδότησης ερευνητικών δημοσιογραφικών έργων, κατά το πρότυπο της Δανίας, για να μπορούν τα μικρά μέσα να ελέγχουν αποτελεσματικά την εξουσία.

Η δημοκρατία δεν μπορεί να αναπνεύσει χωρίς ανεξάρτητη ενημέρωση. Η θεσμική θωράκιση των μέσων ενημέρωσης δεν είναι πολυτέλεια, αλλά η ύστατη άμυνα απέναντι στη διαφθορά και τον αυταρχισμό. Είναι πλέον η ώρα της πολιτικής ευθύνης: ή θα επιλεγεί ο δρόμος της διαφάνειας και του πλουραλισμού, ή η Ελλάδα θα παραμείνει η θλιβερή εξαίρεση στον ευρωπαϊκό χάρτη της ελευθερίας του Τύπου.

Δεν μπορούν όλοι να πληρώσουν. Και το σεβόμαστε.

Αν βρίσκεσαι σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, συνέχισε να μας διαβάζεις δωρεάν. Η ενημέρωση πρέπει να παραμένει προσβάσιμη για όλους.

Αν όμως μπορείς, στήριξέ μας σήμερα. Ορίστε δύο καλοί λόγοι για να το κάνεις:

  1. Η στήριξή σου ενισχύει άμεσα την ποιότητα και την ανεξαρτησία της δημοσιογραφίας μας.
  2. Κοστίζει λιγότερο από έναν καφέ και η διαδικασία διαρκεί λιγότερο από 1 λεπτό.

Επίλεξε σήμερα να γίνεις συνδρομητής ή δωρητής.

Γίνε συνδρομητής

Σας ευχαριστούμε θερμά.

Ακολουθήστε το agonaskritis.gr στο Google News, στο facebook και στο twitter και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις - Γίνετε συνδρομητές!

Αγώνας της Κρήτηςhttp://bit.ly/agonaskritis
Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Τελευταία Νέα

Περισσότερα σαν αυτό
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Η Καθηγήτρια του Πολυτεχνείου Κρήτης Αναστασία Αϊλαμάκη εξελέγη μέλος της Εθνικής Ακαδημίας Μηχανικών των ΗΠΑ

Η Αναστασία Αϊλαμάκη, Καθηγήτρια στο Ομοσπονδιακό Πολυτεχνείο της Ελβετίας στη Λωζάνη...

Τέλος τα «κρυφά» χρήματα: Καθολικός έλεγχος λογαριασμών από την ΑΑΔΕ

Περαιτέρω ενίσχυση στον μηχανισμό ελέγχου προσαύξησης περιουσίας BANCAPP της ΑΑΔΕ, προκειμένου...