
του Δρ Αντώνη Καλογεράκη,
Πρέσβη του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για το Κλίμα,
Υπεύθυνου Ινστιτούτου Θεολογίας & Οικολογίας – Παράρτημα Ορθοδόξου Ακαδημίας Κρήτης,
Προέδρου Οικολογικής Πρωτοβουλίας Χανίων,
Μηχανικού Περιβάλλοντος (PhD).
Η παγκόσμια συγκυρία των αρχών του 2026 δεν χαρακτηρίζεται απλώς από τη σύγκλιση πολλαπλών κρίσεων, αλλά από μια βαθιά δομική ανακατάταξη. Κλιματική αποσταθεροποίηση, πολεμικές συρράξεις, ενεργειακή ανασφάλεια και οξυμένοι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί συνθέτουν ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, στο οποίο οι ανθρωπιστικές αξίες τίθενται υπό αμφισβήτηση.
Μετά το πέρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, θεμελιώθηκε, μέσω του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (1945), η δέσμευση ότι το διεθνές δίκαιο οφείλει να προηγείται της ισχύος και ότι η ασφάλεια δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τα ανθρώπινα δικαιώματα. Σήμερα, αυτή η αρχή υποχωρεί υπό το βάρος ενός νέου κυνικού και επικίνδυνου ρεαλισμού. Όπως επισήμανε πρόσφατα ο Πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ, μιλώντας στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (20/1/2026), δεν βιώνουμε μια ομαλή μετάβαση αλλά μια περίοδο «ρήξης», κατά την οποία οι κανόνες του διεθνούς δικαίου αποδυναμώνονται έναντι της ωμής ισχύος.
Η πραγματικότητα αυτή παραπέμπει αναπόφευκτα στον διάλογο των Μηλίων του Θουκυδίδη (Ἱστορίαι, Ε΄, 89): «ο ισχυρός πράττει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υπομένει ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του». Η λογική αυτή δεν αποτελεί απλώς ιστορική αναλογία· συνιστά σαφή προειδοποίηση για το μέλλον.
Σε ένα τέτοιο γεωπολιτικό τοπίο ισχύος, η φύση παύει να αντιμετωπίζεται ως κοινό αγαθό και εντάσσεται ολοένα και περισσότερο σε γεωπολιτικές και ενεργειακές στρατηγικές. Οικολογικά ευαίσθητες ζώνες – από τον Αρκτικό Κύκλο έως περιοχές πλούσιες σε κρίσιμες πρώτες ύλες – εντάσσονται σε ανταγωνισμούς «στρατηγικής αυτονομίας», εις βάρος οικοσυστημάτων και τοπικών κοινωνιών. Την ίδια στιγμή, αυταρχικά καθεστώτα καταστέλλουν με αίμα τις κοινωνικές αντιδράσεις, επιδιώκοντας τον πλήρη έλεγχο και τη φίμωση ολόκληρων πληθυσμών, καταπατώντας θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, ιδιαίτερα απέναντι στις γυναίκες.
Εδώ αναδύεται το κρίσιμο ζήτημα της συμμετοχής – του «συν-μετέχω». Σε έναν κόσμο που διολισθαίνει προς συγκεντρωτικές και αυταρχικές λογικές, η διαφάνεια και η ενεργός εμπλοκή των πολιτών δεν αποτελούν ιδεολογική πολυτέλεια, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατίας και κοινωνικής ανθεκτικότητας.
Η ανάγκη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και στην Κρήτη. Στο σταυροδρόμι της κλιματικής και γεωπολιτικής αστάθειας της Μεσογείου, το θουκυδίδειο δίλημμα μας αφορά άμεσα: θα αναδείξουμε εκ νέου το νόημα του «Κοινού των Κρητών»; Στο πεδίο της ενέργειας, αυτό μεταφράζεται σε δίκαιες και συμμετοχικές λύσεις, στηριγμένες στη θεμελιώδη παραδοχή ότι η ενέργεια και η φύση αποτελούν δικαίωμα για όλους και όχι πεδίο κερδοσκοπίας για λίγους. Η αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας, η ενίσχυση των ενεργειακών κοινοτήτων και η αποκέντρωση της παραγωγής με σεβασμό στη φύση και τον άνθρωπο, δεν αποτελούν απλές τεχνικές λεπτομέρειες. Είναι πράξεις δημοκρατίας και κοινωνικής συνοχής, σε σύμπραξη με την επιστημονική γνώση.
Αν η κλιματική κρίση λειτουργεί ως επιταχυντής αστάθειας, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η συρρίκνωση δικαιωμάτων. Αντίθετα, απαιτείται η επαναφορά των ανθρωπιστικών αξιών στο επίκεντρο. Η (συμ)μετοχή αναδεικνύεται έτσι σε κρίσιμο θεμέλιο της δημοκρατικής ανθεκτικότητας απέναντι σε έναν κόσμο που τείνει να μιλά αποκλειστικά τη γλώσσα της επιβολής.
Τελικά, ποια ασφάλεια μπορεί να υπάρξει σε έναν αποσταθεροποιημένο πλανήτη, όταν η ανθρώπινη αξιοπρέπεια υποχωρεί; Και ποιο μέλλον μπορούμε να διεκδικήσουμε, αν δεν θέσουμε την προστασία της φύσης – από τα οικοσυστήματα της Κρήτης έως τους πόλους της Γης – πάνω από τη λογική της ισχύος;



