Η εμπλοκή με τη σύνθεση των επιτροπών, η κυβερνητική στρατηγική των «δύο ταχυτήτων» και η οργή των αγροτών για την εργαλειοποίηση των συναδέλφων τους από τη Μεγαλόνησο.
Στον αέρα κινδυνεύει να τιναχθεί η πολυαναμενόμενη συνάντηση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τους εκπροσώπους των αγροτών, καθώς ένα 24ωρο πριν το προγραμματισμένο ραντεβού, κυβέρνηση και μπλόκα επιδίδονται σε ένα σκληρό μπρα ντε φερ τακτικής. Αυτό που αρχικά φαινόταν ως διαδικαστική εκκρεμότητα σχετικά με τον αριθμό των συμμετεχόντων, εξελίσσεται σε μείζον πολιτικό ζήτημα, με την Πανελλαδική Επιτροπή των Μπλόκων να καταγγέλλει απόπειρα διάσπασης του μετώπου μέσω της «τεχνητής» εισαγωγής άλλων ομάδων, όπως οι αγροτοκτηνοτρόφοι της Κρήτης, στο τραπέζι του διαλόγου.
Η στρατηγική του Μαξίμου και τα «τελεσίγραφα»
Η κυβέρνηση, δια του εκπροσώπου της Παύλου Μαρινάκη, διαμηνύει σε όλους τους τόνους πως «δεν λειτουργεί με όρους τελεσιγράφων». Το Μαξίμου επιμένει στο σχήμα των δύο χωριστών συναντήσεων, υποστηρίζοντας πως αυτή η δομή εξυπηρετεί την επιθυμία μερίδας αγροτών να μην καθίσουν στο ίδιο τραπέζι με άλλους συνδικαλιστές. «Ο στόχος είναι να συναντηθούμε με όλους», τόνισε ο κ. Μαρινάκης, θέτοντας ως προϋπόθεση την έγκαιρη αποστολή των ονομάτων για λόγους ασφαλείας.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας, Κωστής Χατζηδάκης, έκανε λόγο για «μετριοπαθή στάση» της κυβέρνησης, αφήνοντας αιχμές για κομματική καθοδήγηση πίσω από την αδιαλλαξία ορισμένων μπλόκων. Ο κ. Χατζηδάκης κάλεσε τους αγροτοσυνδικαλιστές να εγκαταλείψουν τις «πρόσθετες διαδικαστικές απαιτήσεις» και να προσέλθουν στον διάλογο με πνεύμα καλής πίστης.
Το «μήλον της έριδος»: Οι αριθμοί και οι Κρητικοί
Η ουσία της διαφωνίας, ωστόσο, δεν είναι αριθμητική αλλά βαθιά πολιτική. Η Πανελλαδική Επιτροπή είχε προτείνει μια ενιαία αντιπροσωπεία 35 ατόμων (25 από τον αγροτικό τομέα και 10 από κτηνοτρόφους/αλιείς/μελισσοκόμους). Αντιθέτως, η κυβέρνηση αντιπρότεινε δύο επιτροπές των 20 ατόμων η καθεμία: μία για την Πανελλαδική των μπλόκων και μία δεύτερη, η οποία θα περιλαμβάνει αγρότες από «αποσχισθέντα» μπλόκα, καθώς και αγρότες και κτηνοτρόφους από την Κρήτη.
Εδώ εντοπίζεται η βασική αιτία της αντίδρασης των αγροτών της ηπειρωτικής χώρας. Θεωρούν την κίνηση αυτή ως προσχηματική και ως απόπειρα του Μαξίμου να «κλείσει το μάτι» σε ομάδες που έχουν διαφοροποιηθεί –όπως τα «Πράσινα Φανάρια» και οι Κρητικοί– οι οποίοι μάλιστα είχαν προηγηθεί σε συναντήσεις με κυβερνητικά στελέχη. Οι εκπρόσωποι των μπλόκων ερμηνεύουν την ένταξη των Κρητικών στη διαδικασία ως προσπάθεια δημιουργίας ενός «βολικού» συνομιλητή που θα αποδυναμώσει το αρραγές μέτωπο των κινητοποιήσεων.
«Ανυποχώρητοι» οι αγρότες: Οργή για τη διάσπαση
Η αντίδραση από τα μπλόκα είναι σφοδρή, με την τάση για μη συμμετοχή στη συνάντηση να κερδίζει έδαφος. Οι εκπρόσωποι των αγροτών κάνουν λόγο για «επικοινωνιακά τρικ» και «τρικλοποδιές» της τελευταίας στιγμής.
Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του Κώστα Ανεστίδη, μέλους της Πανελλαδικής Επιτροπής, ο οποίος αποκωδικοποίησε πλήρως τη δυσφορία για τον ρόλο που καλούνται να παίξουν οι συνάδελφοί τους από τη Κρήτη: «Τους βλέπουν κι αυτούς τώρα με τους Κρητικούς… και προσπαθούν να κάνουν μια διαφορετική ομάδα για να μας διαχωρίσουν. Αυτό δεν θα το αφήσουμε να περάσει». Ο ίδιος τόνισε πως, παρότι τα προβλήματα είναι κοινά, η κυβέρνηση επιχειρεί τεχνητό διαχωρισμό.
Στο ίδιο κλίμα, ο Ρίζος Μαρούδας από τη Λάρισα και ο Στέργιος Λίτος από τις Σέρρες προειδοποιούν πως δεν προτίθενται να νομιμοποιήσουν διαδικασίες που υπονομεύουν την ενότητά τους. «Δεν θα παίξουμε την κολοκυθιά», διαμηνύουν, ξεκαθαρίζοντας πως η Πανελλαδική Επιτροπή των 57 μπλόκων απαιτεί να γίνει δεκτή η δική της πρόταση σύνθεσης, διαφορετικά η συνάντηση θα οδηγηθεί σε ναυάγιο.
Η επόμενη ημέρα
Η εμπλοκή αυτή αναδεικνύει το χάσμα εμπιστοσύνης που χωρίζει τις δύο πλευρές. Οι αγρότες αντιλαμβάνονται την επιμονή της κυβέρνησης στη συγκεκριμένη σύνθεση ως τακτικισμό για να εμφανιστούν οι ίδιοι ως «αδιάλλακτοι» στην κοινή γνώμη, ενώ η κυβέρνηση επιχειρεί να διευρύνει τη δεξαμενή των συνομιλητών της, εντάσσοντας δυνάμεις όπως οι Κρητικοί, που παραδοσιακά έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά κινητοποιήσεων. Οι επόμενες ώρες είναι κρίσιμες για το αν θα επικρατήσει η λογική του διαλόγου ή αν η σύγκρουση θα μεταφερθεί εκ νέου και με μεγαλύτερη ένταση στους δρόμους.



