Τι λέγαμε παιδιά, όταν παίζαμε:
Μεγάλη Δευτέρα, Μεγάλη Μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη, Μεγάλη Κρίση
Μεγάλη Τετάρτη, ο Χριστός εχάθη
Μεγάλη Πέμπτη, ο Χριστός ευρέθη
Μεγάλη Παρασκευή, ο Χριστός εις το καρφί
Μεγάλο Σάββατο, Χριστός Ανέστη κι οι Ιουδαίοι στο καρφί.
Και το Μεγάλο Σάββατο, τα αγόρια της γειτονιάς, μάζευαν ξύλα και πανιά από τα σπίτια μας και έφτιαχναν ένα σκιάχτρο, τον Ιούδα και τον έβαζαν πάνω στα ξύλα. Μόλις χτυπούσε η καμπάνα της Ανάστασης τα αγόρια ορμούσαν και ο καϋμένος ο αδελφός μου, μαζί, που πέθανε νέος – και έβαζαν φωτιά στα ξύλα και γινόταν μια μεγάλη ‘’φουντάνα’’. Ο παπάς – έχει φύγει και αυτός – θύμωνε, γιατί γελούσαμε και απολαμβάναμε το κάψιμο του προδότη και χοροπηδούσαμε τα παιδιά και του χαλούσαμε τη λειτουργία. Και οι μεγάλοι, θύμωναν. Αλλά εγώ θυμάμαι τη γιαγιά μου που ήταν απ’ την Σμύρνη να χαίρεται και αυτή με το κάψιμο του Ιούδα και να λέει: ‘’Καλά να πάθει ο προδότης που σταύρωσαν οι Ιουδαίοι τον Χριστό με την προδοσία του. Καλά τους έκαναν και τους λένε τώρα: ‘’Οι περιπλανώμενοι Ιουδαίοι’’. Να μην έχουν πατρίδα, να μην έχουν γη! Γιατί μας πρόδιδαν και μας, όταν μας κυνηγούσαν οι Τούρκοι και μας σκότωναν και μας έκαιγαν τα σπίτια μας. Μας έδειχναν στους Τούρκους που είμασταν κρυμμένοι, μας χλεύαζαν και μας έφτυναν καθώς φεύγαμε με την ψυχή στο στόμα!’’
Είναι γεγονός πως η γιαγιά μου δεν συμπαθούσε καθόλου τους Εβραίους. Χωρίς να είναι ρατσίστρια. Είχε βιώματα απ’ τον ξεριζωμό τους. Τους λυπήθηκε όμως όταν τους έπνιξαν οι Γερμανοί με το ΝΑΪΖ. Ειδικά τα παιδιά τους. Αλλά στην ‘’Οβραϊκή’’ είχαν καταφέρει να σωθούν κάποιοι ελάχιστοι Εβραίοι. Με κρατούσε απ’ το χέρι κατά την δεκαετία του ’50 και σ’ έναν ‘’αργυραμοιβό’’ πηγαίναμε, του ‘δινε κάποια απ’ τα χρυσαφικά που είχε σώσει απ’ τον διωγμό τους και της έδινε χρήματα. Λίγα όμως, όχι την αξία του κοσμήματος. Και τότε καθώς φεύγαμε, πάλι τον έβριζε. Πάλι ξυπνούσε το μίσος της. Λοιπόν στις συνταγές μας τώρα.
Μεγάλη Πέμπτη, τηγάνιζαν ή έβραζαν χοχλιούς γιατί τους βάζομε ξύδι. Και έτσι που ρουφούσαν τον χοχλιό ήταν σαν το σφουγγάρι με το ξύδι που την Μεγάλη Πέμπτη έβαζαν οι δήμιοι στο στόμα του Χριστού όταν τους ζητούσε νερό και τον βασάνιζαν.
Χοχλιοί τηγανιτοί
Τους καθαρίζομε, τους βγάζομε την μεμβράνη, τους πλένομε καλά, τους βάζομε στο νερό να βγάλουν τις μύτες τους. Αυτούς που έχουν βγάλει τις μύτες τους, τους τραβάμε απ’ το νερό αυτό, και τους βάζομε στην κατσαρόλα με καθαρό νερό και τους βράζομε. Όχι πολύ, γιατί μετά δεν θα βγαίνουν εύκολα. Ίσα να βγάλουν τους αφρούς τους. Βάζομε σ’ ένα πιάτο αλεύρι, αλάτι, πιπέρι. Βουτάμε τον βρασμένο χοχλιό, όχι όλο, το στόμα του μόνο, στο αλεύρι και τους τηγανίζομε με ελαιόλαδο. Προς το τέλος, τους ρίχνομε ξύδι και ροσμαρί. Δεν τους ξεροτηγανίζομε.
Χοχλιοί βραστοί
Το ίδιο γίνονται όπως η προηγούμενη συνταγή. Μόνο που δεν τους τηγανίζομε τους βράζομε περισσότερο και τους ρίχνομε ξύδι καθώς βράζουν, προς το τέλος. Και αλάτι βέβαια στο νερό.
Χοχλιοί με αγκινάρες και κουκιά
Βάζομε στην κατσαρόλα μια φλυτζάνα ελαιόλαδο. Ρίχνομε χοντροκομμένες μερικές σκελίδες σκόρδο και ψιλοκόβομε και ένα ξερό κρεμμύδι. Μόλις μαραθούν ρίχνομε μερικά φρέσκα κρεμμυδάκια χοντροκομμένα και άνιθο ή μάραθα χοντροκομμένα.
Έχομε βράσει τους χοχλιούς ακολουθώντας την διαδικασία που σας γράψαμε στην πρώτη συνταγή. Έχομε ξεφλουδίσει τα κουκιά. Όσα είναι δροσερά, τ’ αφήνομε με το φλούδι τους, που το ‘χομε ‘’παλεκήσει’’ και από τις δύο πλευρές. Έχομε καθαρίσει τις αγκινάρες και τις ρίχνομε σε νερό με λεμόνι για να μη μαυρίσουν έως να τις χρησιμοποιήσομε. Καθαρίζομε πατάτες, τις κόβομε στα τέσσερα. Τα ρίχνομε όλα αυτά, χοχλιούς, κουκιά, πατάτες στην κατσαρόλα που μαράναμε τα μυρωδικά. Αλάτι και πιπέρι προσθέτομε. Αφήνομε να τσιγαριστούν λίγο και μετά τους ρίχνομε νερό. Ρίχνομε νερό από λίγο έως να ψηθούν. Αφήνομε στην κατσαρόλα, να έχει μείνει ζωμός. Να μην έχει μείνει μόνο με το λάδι. Τραβάμε το ζωμό σε μια κούπα. Στίβομε 5-6 λεμόνια και διαλύομε μέσα δύο μεγάλες κουταλιές κορνφλάουρ ή αλεύρι. Ρίχνομε τον ζωμό χτυπώντας με το σύρμα στο λεμόνι. Το γυρνάμε στο τσικάλι με το φαγητό και βράζομε να δέσει λίγο. Όχι να πήξει. Γίνεται και κόκκινο με ντομάτα και τότε δεν ρίχνομε λεμόνι με αλεύρι.



