Καθώς η πολεμική σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν συμπληρώνει δύο μήνες, ο διεθνούς φήμης καθηγητής οικονομικών Τζέφρεϊ Σακς προειδοποιεί για μια επερχόμενη παγκόσμια καταστροφή που υπερβαίνει τα όρια της Μέσης Ανατολής.
Σε μια αποκαλυπτική ανάλυσή του, ο καθηγητής χαρακτηρίζει την τρέχουσα κατάσταση ως αποτέλεσμα μιας γεωπολιτικής «παραίσθησης», τονίζοντας ότι η αμερικανική εμμονή στη διατήρηση του ναυτικού αποκλεισμού, παρά την επίσημη κατάπαυση του πυρός, ναρκοθετεί την παγκόσμια σταθερότητα. Με την τιμή του πετρελαίου Brent να έχει ήδη σκαρφαλώσει στα 101 δολάρια το βαρέλι, η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα μια εύθραυστη ισορροπία που απειλεί να πυροδοτήσει μια άνευ προηγουμένου ενεργειακή και πληθωριστική κρίση.
Η παγίδα του ναυτικού αποκλεισμού και το διπλωματικό αδιέξοδο
Σύμφωνα με τον κ. Σακς, η κατάσταση περιπλέχθηκε δραματικά όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφάσισαν να προσθέσουν το μέτρο του ναυτικού αποκλεισμού πάνω στην υπάρχουσα συμφωνία κατάπαυσης του πυρός. Ενώ η αρχική συμφωνία προέβλεπε τη διακοπή των εχθροπραξιών, οι αλλεπάλληλες παραβιάσεις —με αποκορύφωμα την ισραηλινή επίθεση στη Βηρυτό και την επακόλουθη απάντηση της Τεχεράνης με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ— δημιούργησαν ένα εκρηκτικό περιβάλλον.
Ο καθηγητής επισημαίνει ότι, αν και το Ιράν προσφέρθηκε να ανοίξει ξανά τα Στενά μετά τη διακοπή των ισραηλινών πληγμάτων στον Λίβανο, η Ουάσιγκτον επέλεξε να διατηρήσει τον αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών. Αυτή η κίνηση ερμηνεύεται από τον Σακς όχι ως τακτική πίεσης, αλλά ως μια αποσταθεροποιητική ενέργεια που καθιστά οποιαδήποτε διαπραγμάτευση αδύνατη. Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, εμφανίζεται ανένδοτη, αρνούμενη να προσέλθει στο τραπέζι των συνομιλιών υπό το καθεστώς εκβιασμού, γεγονός που καθιστά την πρόσφατη ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ για «επ’ αόριστον παράταση» της εκεχειρίας στενή ουσίας.
Μια σύγκρουση βασισμένη σε παραισθήσεις και στρατηγικά σφάλματα
Στην ανάλυσή του, ο Τζέφρεϊ Σακς δεν διστάζει να κάνει λόγο για μια σύγκρουση που βασίστηκε σε μια βαθιά παρανόηση της πραγματικότητας. Όπως υποστηρίζει, η στρατηγική των ΗΠΑ και του Ισραήλ στηρίχθηκε στην «παραίσθηση» ότι ένα κεραυνοβόλο πλήγμα μιας ημέρας θα μπορούσε να εξοντώσει την ιρανική ηγεσία και να δώσει τον πλήρη έλεγχο στην Ουάσιγκτον. Ο καθηγητής παραλληλίζει αυτόν τον σχεδιασμό με την αποτυχημένη απόπειρα ανατροπής της κυβέρνησης στη Βενεζουέλα, χαρακτηρίζοντας τις προσδοκίες του Λευκού Οίκου ως «εξαιρετικά αφελείς».
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στον ρόλο του Μπενιαμίν Νετανιάχου, τον οποίο κατηγορεί ότι «εξαπάτησε» τον Αμερικανό Πρόεδρο, υποσχόμενος μια εύκολη νίκη και μια άμεση αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη. Το αποτέλεσμα, ωστόσο, δύο μήνες μετά, είναι η καταστροφή κρίσιμων υποδομών στο Ιράν και η απώλεια χιλιάδων ζωών, χωρίς κανένα θετικό πολιτικό αποτέλεσμα ή πρόοδο στο πυρηνικό ζήτημα, το οποίο υποτίθεται ότι αποτελούσε τον κεντρικό στόχο της επιχείρησης.
Η αντοχή στον πόνο: ΗΠΑ εναντίον Ιράν
Ένα από τα πιο κρίσιμα ερωτήματα που θέτει ο κ. Σακς αφορά το ποιος διαθέτει υψηλότερο «κατώφλι πόνου» σε αυτή την παρατεταμένη κρίση. Η εκτίμησή του είναι σαφής: το Ιράν έχει μεγαλύτερη αντοχή, διότι για την Τεχεράνη ο πόλεμος αυτός αποτελεί υπαρξιακή απειλή για την επιβίωσή της ως πολιτική οντότητα. Αντίθετα, για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η σύγκρουση χαρακτηρίζεται ως «πόλεμος από καπρίτσιο» (war of whim), βασισμένος στις εμμονές του Ντόναλντ Τραμπ.
Αυτή η διαφορά κινήτρων αναμένεται να παίξει καθοριστικό ρόλο, καθώς ο Αμερικανός Πρόεδρος βρίσκεται υπό την πίεση σημαντικών ημερομηνιών, όπως η επικείμενη επίσημη επίσκεψη στην Κίνα, η διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου τον Ιούνιο και οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Η άνοδος της τιμής της βενζίνης και ο πληθωρισμός πλήττουν τη δημοτικότητα του Τραμπ, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό εσωτερικό περιβάλλον που ίσως τον αναγκάσει να επανεξετάσει τη στάση του.
Η απομυθοποίηση της αμερικανικής ισχύος στον Κόλπο
Η σύγκρουση αυτή, σύμφωνα με τον καθηγητή, έχει ήδη αλλάξει τις ισορροπίες στον Περσικό Κόλπο. Η ικανότητα του Ιράν να απορροφά τα πλήγματα και να απαντά με αποτελεσματικότητα έχει καταδείξει τα όρια της αποτρεπτικής ισχύος των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, οι αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στην περιοχή (σε Μπαχρέιν, Κατάρ, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Σαουδική Αραβία) αποδείχθηκαν «μαγνήτες προβλημάτων» παρά ασπίδες προστασίας.
Ο Σακς υποστηρίζει ότι οι χώρες του Κόλπου είναι πιθανό να αναθεωρήσουν τη στρατηγική τους, καθώς διαπίστωσαν ότι η αμερικανική παρουσία δεν μπόρεσε να αποτρέψει την κρίση. Παρά την τεράστια φυσική καταστροφή που υπέστη, το Ιράν αναμένεται να εξέλθει από αυτή την κρίση ενισχυμένο σε επίπεδο κύρους, έχοντας αποδείξει ότι δεν κάμπτεται από απειλές ή βόμβες.
Η ώρα της παραδοχής του σφάλματος
Η ανάλυση του Τζέφρεϊ Σακς καταλήγει σε ένα σκληρό συμπέρασμα για την Ουάσιγκτον: η ιδέα ότι η Αμερική μπορεί να υπαγορεύει όρους σε ολόκληρο τον πλανήτη είναι πλέον μια «επικίνδυνη παραίσθηση». Η αποτυχία της επιχείρησης στο Ιράν αποτελεί μια ιστορική υπενθύμιση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι η μοναδική υπερδύναμη και ότι η ισχύς τους έχει σαφή όρια.
Η συμβουλή του καθηγητή προς τον Λευκό Οίκο είναι απλή: «Σταματήστε να σκάβετε τον λάκκο». Η άμεση άρση του αποκλεισμού και η επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων στη βάση της συμφωνίας του 2015 είναι η μόνη οδός για την αποτροπή μιας παγκόσμιας οικονομικής κατάρρευσης. Το αν ο Ντόναλντ Τραμπ θα βρει το πολιτικό σθένος να αποδεχθεί ότι έκανε λάθος παραμένει το μεγάλο ερώτημα που θα καθορίσει την τύχη της παγκόσμιας οικονομίας τους επόμενους μήνες.



