14.8 C
Chania
Σάββατο, 28 Μαρτίου, 2026

Τζον Μιρσχάιμερ: «Οι ΗΠΑ είναι ο Τιτανικός και κατευθύνονται προς το παγόβουνο» — Γιατί ο πόλεμος στο Ιράν δεν μπορεί να κερδηθεί

Ημερομηνία:

Ο διακεκριμένος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου του Σικάγο, Τζον Μιρσχάιμερ, προειδοποιεί ότι ο πόλεμος των ΗΠΑ κατά του Ιράν έχει εξελιχθεί σε στρατηγική παγίδα χωρίς διέξοδο. Σε εκτενή συνέντευξη, αναλύει γιατί ο πρόεδρος Τραμπ δεν διαθέτει στρατηγική εξόδου, γιατί η κλιμάκωση ευνοεί την Τεχεράνη και πώς η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται στα πρόθυρα κατάρρευσης.

Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο στις 20 Ιανουαρίου 2025, η αισιοδοξία σε ένα μεγάλο τμήμα του αντιπολεμικού φάσματος στις ΗΠΑ ήταν αισθητή. Ο Μιρσχάιμερ περιγράφει πώς στο πρόγραμμα «Judging Freedom» του δικαστή Ναπολιτάνο — όπου τόσο ο ίδιος όσο και ο δημοσιογράφος Γκλεν Ντίζεν συμμετέχουν τακτικά — σχεδόν όλοι οι σχολιαστές ήταν αρχικά ενθουσιασμένοι με την κατεύθυνση που φαινόταν να χαράσσει ο Τραμπ. Η ρητορική του περί τέλους των «ατελείωτων πολέμων», η αποφυγή νέων στρατιωτικών εμπλοκών κατά την πρώτη θητεία του, και η υπόσχεση τερματισμού του πολέμου στην Ουκρανία είχαν δημιουργήσει προσδοκίες.

Ο Ντίζεν, από την πλευρά του, τοποθετεί αυτή την αισιοδοξία σε ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο: ο Τραμπ φαινόταν να αναγνωρίζει ότι η μονοπολική στιγμή των ΗΠΑ είχε τελειώσει, ότι η Αμερική δεν μπορούσε να είναι παντού ταυτόχρονα, και ότι η στροφή προς το Δυτικό Ημισφαίριο και την Ανατολική Ασία απαιτούσε αποχώρηση από τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη. Η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του Δεκεμβρίου 2025 φαινόταν να επιβεβαιώνει αυτή την κατεύθυνση.

Σήμερα, όπως σημειώνει ο Μιρσχάιμερ, η εικόνα έχει αντιστραφεί. «Σχεδόν όλοι στην εκπομπή είναι πλέον πολύ επικριτικοί απέναντι στον πρόεδρο Τραμπ», λέει, επιλέγοντας τις λέξεις του προσεκτικά. «Θεωρείται ότι τα κατέστρεψε, ότι έχασε μια τρομερή ευκαιρία να αλλάξει την κατεύθυνση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Και αν μη τι άλλο, βρίσκεται στο παλιό μονοπάτι.»

13 μήνες: Από τη νίκη στο τέλμα

Ο πόλεμος κατά του Ιράν ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου 2026 — μόλις 13 μήνες μετά την ορκωμοσία του Τραμπ. Για τον Μιρσχάιμερ, αυτό αποτελεί το κεντρικό ζήτημα. «Αυτό είναι πολύ χειρότερο από το Αφγανιστάν, πολύ χειρότερο από το Ιράκ», δηλώνει. Στον πόλεμο του Ιράκ το 2003, ο Τζορτζ Μπους μπόρεσε τουλάχιστον στα αρχικά στάδια να ανέβει στο αεροπλανοφόρο και να κηρύξει «αποστολή εξετελέσθη». Ο Τραμπ δεν μπορεί να κάνει κάτι αντίστοιχο.

Η στρατηγική που ακολουθήθηκε βασιζόταν στη λογική του «shock and awe» — σοκ και δέος — σε συνδυασμό με αποκεφαλισμό του καθεστώτος. Η προσδοκία ήταν ότι η αστραπιαία στρατιωτική δράση θα προκαλούσε λαϊκή εξέγερση, ανατροπή του καθεστώτος και ταχεία νίκη. «Ο Τραμπ πήγε στον πόλεμο πιστεύοντας ότι θα κάνει μια ακόμη επιχείρηση τύπου Βενεζουέλας», εξηγεί ο Μιρσχάιμερ. «Float like a butterfly, sting like a bee, ρίξε τους Ιρανούς, κήρυξε νίκη, κάνε παρέλαση στη Νέα Υόρκη. Αυτό πίστευε.»

Η στρατηγική απέτυχε. Και όπως επισημαίνει ο καθηγητής, «οποιοσδήποτε έχει βασική κατανόηση διεθνών σχέσεων θα έπρεπε να είχε καταλάβει ότι αυτό θα αποτύγχανε εξαρχής». Η αποτυχία αυτή μετέτρεψε τη σύγκρουση σε πόλεμο φθοράς — ένα πεδίο στο οποίο, σύμφωνα με τον Μιρσχάιμερ, το Ιράν κατέχει σχεδόν όλα τα χαρτιά.

Γιατί το Ιράν κυριαρχεί στη σκάλα κλιμάκωσης

Ο Μιρσχάιμερ αναπτύσσει συστηματικά τους λόγους για τους οποίους η κλιμάκωση δεν αποτελεί βιώσιμη επιλογή για τις ΗΠΑ.

Το πρώτο και κρισιμότερο επιχείρημα αφορά την παγκόσμια οικονομία. Το Ιράν μπορεί να καταστρέψει την παγκόσμια οικονομία, τονίζει. Πριν από την έναρξη του πολέμου, περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου διερχόταν από τα Στενά του Χορμούζ. Σήμερα, σύμφωνα με τον Μιρσχάιμερ, μόνο το 5% της προπολεμικής ροής περνά από τα Στενά — μια δραματική μείωση με τεράστιες επιπτώσεις. Και αυτό δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο: τα λιπάσματα που δεν φτάνουν στις αγορές απειλούν τον παγκόσμιο εφοδιασμό τροφίμων.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ένα παράδοξο που ο ίδιος αναδεικνύει: οι ΗΠΑ έχουν άρει τις οικονομικές κυρώσεις τόσο κατά της Ρωσίας όσο και κατά του Ιράν, και επιτρέπουν στα ιρανικά πλοία να διέρχονται από τα Στενά του Χορμούζ. Ο λόγος είναι απλός: η παγκόσμια αγορά χρειάζεται αυτό το πετρέλαιο. «Βομβαρδίζουμε τους Ιρανούς και δολοφονούμε αθώους ανθρώπους, αλλά ταυτόχρονα οι Ιρανοί δεν υποφέρουν οικονομικά», σημειώνει.

Πέρα από την ενεργειακή διάσταση, ο Μιρσχάιμερ εξηγεί ότι το Ιράν μπορεί να καταστρέψει κυριολεκτικά τα περισσότερα κράτη του Κόλπου. Χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εξαρτώνται από μονάδες αφαλάτωσης και ενεργειακές υποδομές που αποτελούν εύκολους στόχους για τους ιρανικούς πυραύλους. Σε χώρες όπως το Κατάρ, όπου το 85-90% του πληθυσμού αποτελείται από αλλοδαπούς, η καταστροφή υποδομών θα σήμαινε μαζική έξοδο και κατάρρευση.

Για το Ισραήλ, ο Μιρσχάιμερ σημειώνει ότι αν και οι Ιρανοί δεν μπορούν να προκαλέσουν τις ίδιες καταστροφές που θα προκαλούσαν στα κράτη του Κόλπου, μπορούν να προξενήσουν τεράστια ζημιά — ιδίως δεδομένου ότι οι Ισραηλινοί εξαντλούν τους αμυντικούς πυραύλους τους, ενώ οι Ιρανοί διαθέτουν μεγάλα αποθέματα.

Ο Ντίζεν προσθέτει ότι η χρονική διάσταση ευνοεί επίσης το Ιράν στο στρατιωτικό πεδίο: τα ιρανικά drones κοστίζουν περίπου 5.000 δολάρια το καθένα, ενώ οι αμερικανικοί αναχαιτιστικοί πύραυλοι κοστίζουν ένα εκατομμύριο. Όσο περνά ο χρόνος, η αμερικανική πλευρά εξαντλεί τα αποθέματά της ενώ η ιρανική συνεχίζει να παράγει.

Το παράδοξο της κλιμάκωσης: Γιατί δεν μπορεί να βομβαρδίσει

Ένα κεντρικό σημείο της ανάλυσης αφορά τη δυναμική της αποκλιμάκωσης. Ο Μιρσχάιμερ υπενθυμίζει ότι ο Τραμπ ανακοίνωσε στις 23 Μαρτίου ότι δεν θα επιτεθεί εκείνο το βράδυ στο Ιράν, αναβάλλοντας για πέντε ημέρες — και στη συνέχεια για δέκα. «Τι συμβαίνει εδώ;» ρωτά ρητορικά. «Θα ήταν αυτοκτονικό για τον Τραμπ να εξαπολύσει ολομέτωπη επίθεση στις ενεργειακές υποδομές του Ιράν.»

Το σκεπτικό είναι σαφές: η καταστροφή ιρανικών ενεργειακών υποδομών θα αφαιρούσε πετρέλαιο από τις παγκόσμιες αγορές που οι ίδιες οι ΗΠΑ χρειάζονται απεγνωσμένα. Ο Μιρσχάιμερ αναφέρεται στο νησί Χαρκ, από το οποίο διέρχεται το 90% του ιρανικού πετρελαίου. Ακόμη και αν οι ΗΠΑ κατελάμβαναν το νησί, δεν θα μπορούσαν να κόψουν τη ροή πετρελαίου χωρίς να βλάψουν τη δική τους οικονομία. Υπενθυμίζει ότι όταν ο Τραμπ δήλωσε πως βομβάρδισε το νησί Χαρκ, τόνισε ρητά ότι χτύπησε μόνο στρατιωτικούς στόχους — ακριβώς επειδή κατανοεί την ανάγκη να ρέει το ιρανικό πετρέλαιο στις αγορές.

«Και τι γίνεται στο τέλος αυτών των δέκα ημερών αν οι Ιρανοί δεν ενδώσουν στο παράλογο σχέδιο 15 σημείων του;» ρωτά ο Μιρσχάιμερ. «Θα βομβαρδίσει το Ιράν; Θα χτυπήσει τις ενεργειακές υποδομές; Δεν νομίζω. Δεν έχει επιλογή.»

Χωρίς χώρο διαπραγμάτευσης

Ο Μιρσχάιμερ εντοπίζει δύο κεντρικά εμπόδια σε οποιαδήποτε διπλωματική λύση.

Πρώτον, τα δύο μέρη βρίσκονται σε εντελώς διαφορετικές θέσεις. Το σχέδιο 15 σημείων που πρότεινε ο Τραμπ — το οποίο ο Μιρσχάιμερ αρχικά θεώρησε αστείο ή παραπληροφόρηση — ισοδυναμεί, όπως λέει, με «άνευ όρων παράδοση»: καμία εμπλουτισμένη ουράνιο, κανένας βαλλιστικός πύραυλος, καμία συνεργασία με περιφερειακούς συμμάχους. Από την άλλη πλευρά, οι ιρανικές απαιτήσεις περιλαμβάνουν πλήρη αποχώρηση των αμερικανικών βάσεων από τη Μέση Ανατολή — κάτι που, όπως σημειώνει ο Ντίζεν, δεν είναι ανεδαφικό δεδομένου ότι οι ΗΠΑ ήδη αποχωρούν από το Ιράκ μετά από 23 χρόνια.

Δεύτερον, το Ιράν δεν έχει κανένα κίνητρο να κάνει συμφωνία αυτή τη στιγμή. «Αν παίζεις το χέρι του Ιράν, δεν έχεις κανένα ενδιαφέρον να κλείσεις συμφωνία τώρα», εξηγεί ο Μιρσχάιμερ. «Έχεις τεράστια μόχλευση. Και όσο ο πόλεμος παρατείνεται, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η μόχλευσή σου. Όσο παρατείνεται, τόσο πιο απελπισμένος γίνεται ο Τραμπ.»

Ο Ντίζεν παρατηρεί ότι το Ιράν αντιμετωπίζει υπαρξιακή απειλή — δεκαετίες κυρώσεων, δύο αιφνιδιαστικές επιθέσεις σε διάστημα μηνών — και δεν μπορεί να εμπιστευτεί αμερικανικές ή ισραηλινές εγγυήσεις. Αυτό σημαίνει ότι η Τεχεράνη είναι διατεθειμένη να απορροφήσει τεράστιο πόνο προκειμένου να εξασφαλίσει μόνιμη αλλαγή στο status quo.

Η χίμαιρα της χερσαίας επιχείρησης

Η ανάλυση στρέφεται στη δυνατότητα χρήσης χερσαίων δυνάμεων — μια επιλογή που ο Μιρσχάιμερ απορρίπτει κατηγορηματικά, παραθέτοντας ιστορικά στοιχεία.

Στην επιχείρηση «Καταιγίδα της Ερήμου» το 1991, οι ΗΠΑ ανέπτυξαν 540.000 στρατιώτες από σύνολο 700.000 — μηχανοκίνητο πεζικό, τεθωρακισμένες μεραρχίες — και χρειάστηκαν σχεδόν επτά μήνες προετοιμασίας, από τον Αύγουστο του 1990 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1991. Στην εισβολή του 2003 στο Ιράκ, η δύναμη ήταν περίπου 300.000, με 190.000 Αμερικανούς και 45.000 Βρετανούς.

Σήμερα, σύμφωνα με τον Μιρσχάιμερ, οι ΗΠΑ έχουν δεσμευτεί να στείλουν πιθανότατα 5.000-6.000 στρατιώτες — ελαφρύ πεζικό, χωρίς τεθωρακισμένα, χωρίς μηχανοκίνητες μεραρχίες. «Τι θα κάνεις με ελαφρύ πεζικό;» ρωτά. Υπενθυμίζει ότι οι ΗΠΑ διατηρούσαν περίπου 13 βάσεις στη Μέση Ανατολή, οι περισσότερες από τις οποίες έχουν εκκενωθεί μετά από ιρανικά πλήγματα. «Πού θα βάλεις αυτούς τους στρατιώτες ώστε να μην χτυπηθούν όπως χτυπήθηκαν οι βάσεις;»

Ακόμη και η ιδέα κατάληψης των τριών νησιών στα Στενά του Χορμούζ ή αμφίβιας επίθεσης στο νησί Χαρκ — αυτό που ο γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκρέιαμ ονόμασε «Ίβο Τζίμα 2» — δεν αντέχει σε σοβαρή εξέταση, σύμφωνα με τον Μιρσχάιμερ. Αν οι ΗΠΑ πάρουν τα νησιά, οι Ιρανοί θα τα βομβαρδίζουν ασταμάτητα. Αν αμερικανικά πλοία εισέλθουν στον Περσικό Κόλπο, θα βρεθούν «σε πεδίο βολής» — σε στενά ύδατα, με ιρανικούς πυραύλους κρουζ, ταχύπλοα και νάρκες. Η σύγκριση που χρησιμοποιεί είναι χαρακτηριστική: «Μιλάμε για το 1915 ξανά, όταν ο βρετανικός στόλος προσπάθησε να περάσει τα Δαρδανέλια και αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω.»

Η Τεχεράνη, σημειώνει, έχει ήδη προειδοποιήσει τα ΗΑΕ ότι αν συνεργαστούν με τους Αμερικανούς, θα καταστρέψει τη χώρα. Και ο Ντίζεν υπενθυμίζει ότι το Ιράν, με έκταση τετραπλάσια του Ιράκ, ορεινό ανάγλυφο, πληθυσμό πάνω από 90 εκατομμύρια και δεκαετίες προετοιμασίας από τότε που ο Τζορτζ Μπους το κατέταξε στον «Άξονα του Κακού», αποτελεί κάτι σαν φρούριο.

Οι Χούθι, η Ερυθρά Θάλασσα και ο πολλαπλασιασμός του κινδύνου

Ο Μιρσχάιμερ εφιστά την προσοχή σε ένα στοιχείο που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση: οι Χούθι της Υεμένης, σε συντονισμό με το Ιράν, έχουν τη δυνατότητα να κλείσουν και την Ερυθρά Θάλασσα.

Αν στο 20% του παγκόσμιου πετρελαίου που διέρχεται από τα Στενά του Χορμούζ προστεθεί και το 12% που περνά από την Ερυθρά Θάλασσα, οι επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία θα πολλαπλασιαστούν.

Το ιστορικό προηγούμενο του Περλ Χάρμπορ

Σε ένα από τα πιο αποκαλυπτικά σημεία της συνέντευξης, ο Μιρσχάιμερ καταφεύγει σε ένα ιστορικό παράλληλο: τη διαδικασία λήψης αποφάσεων στην Ιαπωνία που οδήγησε στην επίθεση στο Περλ Χάρμπορ.

Μεταξύ καλοκαιριού 1940 και Δεκεμβρίου 1941, οι ΗΠΑ ασφυξίαν οικονομικά την Ιαπωνία — είχαν κόψει τις εξαγωγές πετρελαίου, σιδηρικών, είχαν παγώσει τα οικονομικά περιουσιακά στοιχεία. Οι Ιάπωνες γνώριζαν ότι η επίθεση στο Περλ Χάρμπορ πιθανότατα θα κατέληγε σε καταστροφή. «Οι Ιάπωνες καταλάβαιναν ότι επιτίθονταν στον Γκοτζίλα και ότι πιθανώς θα κατέληγε σε καταστροφή, αλλά το έκαναν γιατί ήταν απελπισμένοι», λέει. «Και όταν η απελπισία φτάσει σε ένα ορισμένο σημείο, τα κράτη κάνουν αξιοσημείωτα ανόητα πράγματα.»

Το ερώτημα που θέτει είναι σαφές: καθώς η απελπισία του Τραμπ αυξάνεται, τι θα κάνει; Ο καθηγητής παρατηρεί ότι ήδη υπάρχουν στιγμές όπου η γλώσσα σώματος του προέδρου και οι δηλώσεις του αποκαλύπτουν ότι κατανοεί πλήρως πόσο βαθιά βρίσκεται στο πρόβλημα. Οι οικονομικοί σύμβουλοί του, τονίζει, δεν είναι ανόητοι — «αναζητούν έξοδο και δεν μπορούν να βρουν μία».

Η σχέση ΗΠΑ-Ισραήλ στο σταυροδρόμι

Ο πόλεμος φέρνει στο προσκήνιο τη σχέση ΗΠΑ-Ισραήλ με τρόπο που θα μπορούσε να αποτελέσει ιστορικό σημείο καμπής. Ο Μιρσχάιμερ — συν-συγγραφέας, μαζί με τον Στίβεν Γουόλτ, του εμβληματικού βιβλίου για το ισραηλινό λόμπι — σημειώνει ότι σχεδόν σε όλες τις προηγούμενες περιπτώσεις όπου τα αμερικανικά και τα ισραηλινά συμφέροντα δείχνουν σε αντίθετες κατευθύνσεις, οι ΗΠΑ ακολουθούσαν πάντα τη γραμμή του Ισραήλ, σε μεγάλο βαθμό λόγω της δύναμης του λόμπι.

Αυτή η φορά, εκτιμά, μπορεί να είναι διαφορετική. «Αν βρεθούμε σε κατάσταση που μοιάζει ότι η παγκόσμια οικονομία θα καταρρεύσει, πιστεύω ότι αυτό θα οδηγούσε τον Τραμπ να πει στους Ισραηλινούς και στο λόμπι ότι δεν τον νοιάζει τι πιστεύουν», λέει. «Αυτή θα μπορούσε να είναι μια περίπτωση που ουσιαστικά αντικρούει το βασικό επιχείρημα που ο Στιβ Γουόλτ και εγώ αναπτύσσουμε στη δουλειά μας για το λόμπι.»

Παράλληλα, ο καθηγητής αναφέρεται σε ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα. Σχεδόν όλοι όσοι γνωρίζει, λέει, πιστεύουν ότι το Ισραήλ και το λόμπι οδήγησαν τις ΗΠΑ σε αυτόν τον πόλεμο. Αν αυτός αποδειχθεί καταστροφικός, υπάρχει κίνδυνος κύματος αντισημιτισμού — κάτι που, όπως τονίζει, θα ήταν άδικο, καθώς τεράστιοι αριθμοί Εβραίων αντιτίθενται στον πόλεμο, το λόμπι περιλαμβάνει και Χριστιανούς Σιωνιστές, και σε καμία περίπτωση δεν ανήκουν όλοι οι Εβραίοι στο λόμπι. Εκτιμά μάλιστα ότι αν η κατάσταση χειροτερεύσει, το ίδιο το λόμπι δεν θα ασκήσει πίεση στον Τραμπ ακριβώς λόγω αυτού του κινδύνου.

Η Ευρώπη, το ΝΑΤΟ και η Ουκρανία ως δεύτερη βόμβα

Η ευρωπαϊκή διάσταση του πολέμου αποτελεί ακόμη ένα πεδίο ανάλυσης. Ο Ντίζεν υπενθυμίζει ότι η Ευρώπη αρχικά δεν κλήθηκε να συμμετάσχει στον πόλεμο, στη συνέχεια πρότεινε αποστολή όπλων που ο Τραμπ απέρριψε ως περιττά επειδή «είχε ήδη κερδίσει», και τώρα καλείται να βοηθήσει στο άνοιγμα των Στενών του Χορμούζ — κάτι που αρνείται. Αναφέρει ότι ένας Γάλλος στρατηγός σχολίασε ότι «ο Τιτανικός ήδη χτύπησε το παγόβουνο και τώρα ο Τραμπ μας καλεί να ανέβουμε πάνω».

Ο Μιρσχάιμερ επισημαίνει ότι η ιδέα να στείλουν Ευρωπαίοι τα ναυτικά τους στα Στενά του Χορμούζ είναι «παράλογη» — εφόσον ούτε ο αμερικανικός στόλος, ο ισχυρότερος στον κόσμο, τολμά να πλησιάσει τα Στενά από φόβο ιρανικών πυραύλων κρουζ.

Παράλληλα, ο Τραμπ κατασκευάζει αφήγημα ευθυνών κατά των Ευρωπαίων: ο Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι ευρωπαϊκός πόλεμος στον οποίο οι ΗΠΑ βοήθησαν, και τώρα η Ευρώπη δεν ανταποδίδει. Ο Τραμπ έχει αποκαλέσει το ΝΑΤΟ «χάρτινη τίγρη» και προειδοποιεί ότι δεν θα ξεχάσει. «Αυτό που συμβαίνει είναι ότι ο Τραμπ είναι απελπισμένος και τώρα κατηγορεί τους Ευρωπαίους», αναλύει ο Μιρσχάιμερ. «Δεν μπορεί να είναι δικό του φταίξιμο. Άλλωστε, είναι ιδιοφυΐα.»

Ο Μιρσχάιμερ προσθέτει ότι οι Ευρωπαίοι σπάνια αντιστέκονται στον Τραμπ — και αυτό είναι λάθος. «Όπως έδειξαν οι Ιρανοί, οι Βορειοκορεάτες, οι Κινέζοι και οι Ρώσοι, υπάρχει μόνο ένας τρόπος να αντιμετωπίσεις τον Τραμπ: του αντιστέκεσαι. Αν δείξεις αδυναμία, αν συμπεριφερθείς σαν τον Μαρκ Ρούτε, θα σε πατήσει», λέει, κάνοντας εξαίρεση μόνο για τον Ισπανό πρωθυπουργό.

Πέρα από το Ιράν, ο Μιρσχάιμερ προειδοποιεί ότι υπάρχει και μια δεύτερη «επικείμενη καταστροφή»: αν ο ουκρανικός στρατός αρχίσει να χάνει σοβαρά στο πεδίο μάχης αυτό το καλοκαίρι, οι συνέπειες για τον Τραμπ, το ΝΑΤΟ και τις διατλαντικές σχέσεις θα είναι καταστροφικές.

Χωρίς deep state, χωρίς σχέδιο

Στο κλείσιμο της ανάλυσής του, ο Μιρσχάιμερ στρέφεται σε ένα ζήτημα που ξεπερνά τον πόλεμο στο Ιράν: τη σχέση του Τραμπ με τους θεσμούς. Αναγνωρίζει ότι τα «βαθιά κράτη» δικαίως επικρίνονται, αλλά υπάρχει λόγος ύπαρξής τους: παρέχουν εξειδίκευση. «Δεν μπορείς να πας σε πόλεμο μόνος σου αν είσαι ο πρόεδρος, με μια χούφτα συμβούλους», λέει. «Χρειάζεσαι ειδικούς, ανθρώπους που θα αναλύσουν κριτικά τις στρατηγικές σου.»

Αντί αυτού, ο Τραμπ στηρίχθηκε στον Στιβ Γουίτκοφ, τον Τζάρεντ Κούσνερ, τον Λίντσεϊ Γκρέιαμ, τον Ρούπερτ Μέρντοχ και σχολιαστές του Fox News. «Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι σοβαροί στρατηγικοί αναλυτές», σημειώνει ο καθηγητής. «Δεν μπορούν να σκεφτούν πώς να αντιμετωπίσουν ζητήματα πολέμου και ειρήνης.»

Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι όλα τα στοιχεία που είναι σήμερα δημόσια δείχνουν πως το «βαθύ κράτος» ήταν τουλάχιστον βαθιά δύσπιστο — αν όχι αντίθετο — στον πόλεμο. Ο στρατηγός Κέιν, πρόεδρος του Συμβουλίου Αρχηγών, εξέφραζε επιφυλάξεις πριν τον πόλεμο. Η κοινότητα πληροφοριών, ιδίως το Εθνικό Συμβούλιο Πληροφοριών, ήταν σκεπτικιστική. Ο Μιρσχάιμερ τονίζει: «Οποιοσδήποτε κατανοεί βασική στρατιωτική ιστορία ξέρει ότι η ιδέα αλλαγής καθεστώτος μόνο με αεροπορική δύναμη είναι παραληρηματική.»

Ο Ντίζεν παραδέχεται ότι η δυσπιστία του Τραμπ προς τις υπηρεσίες πληροφοριών είναι κατανοητή μετά την υπόθεση Russiagate, αλλά σημειώνει ότι «η ιδέα ότι μπορείς να τους αντικαταστήσεις με μια ομάδα ανθρώπων που εμπιστεύεσαι, αποτελούμενη από φίλους σου στον χώρο του real estate, μέλη της οικογένειάς σου και κάποιους από το Fox News — αυτό δημιουργεί μια εντελώς νέα κατηγορία προβλημάτων».

Η πιο σκοτεινή προοπτική

Ο Μιρσχάιμερ καταλήγει σε ένα δίλημμα χωρίς εύκολη λύση. Ο Τραμπ θα πρέπει τελικά να κάνει σημαντικές παραχωρήσεις στο Ιράν — παραχωρήσεις που θα ισοδυναμούν με «ταπεινωτική ήττα για τις Ηνωμένες Πολιτείες». Αλλά μπορεί κάλλιστα να αρνηθεί, πιστεύοντας ότι μπορεί να αντέξει — και το αποτέλεσμα θα είναι οικονομική κατάρρευση.

«Νομίζω ότι αν κοιτάξεις προσεκτικά εφημερίδες όπως τους Financial Times και τη Wall Street Journal, τα άρθρα για την οικονομία, τα λιπάσματα, τα τρόφιμα, βλέπεις ότι θα μπορούσαμε πολύ εύκολα να πέσουμε από τον γκρεμό», λέει.

Κλείνοντας, ο Μιρσχάιμερ — αναφερόμενος στο κλασικό έργο του Κλαούζεβιτς — υπενθυμίζει ότι ο πόλεμος είναι «η σφαίρα των απρόβλεπτων συνεπειών» και ότι «όταν πηγαίνεις σε πόλεμο, η δυνατότητα καταστροφής είναι μεγάλη». Η τελευταία φράση του είναι ταυτόχρονα ανθρώπινη και αποκαλυπτική: «Ελπίζω ότι πριν πεθάνω, εσύ κι εγώ θα έχουμε μια συζήτηση με αισιόδοξο συμπέρασμα. Φαίνεται όμως ότι απέχουμε πολύ από εκείνο το σημείο.»

 

Δεν μπορούν όλοι να πληρώσουν. Και το σεβόμαστε.

Αν βρίσκεσαι σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, συνέχισε να μας διαβάζεις δωρεάν. Η ενημέρωση πρέπει να παραμένει προσβάσιμη για όλους.

Αν όμως μπορείς, στήριξέ μας σήμερα. Ορίστε δύο καλοί λόγοι για να το κάνεις:

  1. Η στήριξή σου ενισχύει άμεσα την ποιότητα και την ανεξαρτησία της δημοσιογραφίας μας.
  2. Κοστίζει λιγότερο από έναν καφέ και η διαδικασία διαρκεί λιγότερο από 1 λεπτό.

Επίλεξε σήμερα να γίνεις συνδρομητής ή δωρητής.

Γίνε συνδρομητής

Σας ευχαριστούμε θερμά.

Ακολουθήστε το agonaskritis.gr στο Google News, στο facebook και στο twitter και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις - Γίνετε συνδρομητές!

Αγώνας της Κρήτηςhttp://bit.ly/agonaskritis
Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Τελευταία Νέα

Περισσότερα σαν αυτό
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ