Ενώ η κυβέρνηση και οι τράπεζες ευαγγελίζονται την «ψηφιακή επανάσταση», ο Έλληνας καταναλωτής αισθάνεται περισσότερο σαν θύμα μιας… ψηφιακής αφαίμαξης.
Την ώρα που τα καθαρά κέρδη των τεσσάρων συστημικών τραπεζών για το 2025 αναμένεται να σπάσουν κάθε ρεκόρ αγγίζοντας τα 4,5 δισεκατομμύρια ευρώ, η συζήτηση για τις προμηθειες παραμένει το «αγκάθι» στις σχέσεις κράτους, τραπεζών και πολιτών.
Το «χαστούκι» της Ευρώπης
Στην υπόλοιπη Ευρωζώνη, οι άμεσες πληρωμές (Instant Payments) γίνονται πλέον ο κανόνας με μηδενικό ή ελάχιστο κόστος, βάσει και των νέων αυστηρών κανονισμών της ΕΕ που τέθηκαν σε πλήρη ισχύ από τον Σεπτέμβριο του 2025. Σε χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία ή το Βέλγιο, το να στείλεις χρήματα από τη μία τράπεζα στην άλλη είναι συχνά μια διαδικασία εντελώς δωρεάν, ενσωματωμένη στα βασικά πακέτα λογαριασμών.
Στην Ελλάδα, όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Παρά την επέκταση του συστήματος IRIS, οι τράπεζες επιμένουν να χρεώνουν ακόμη και την «ανάσα» του χρήστη στο e-banking αν η συναλλαγή ξεφεύγει από τα στενά όρια των φίλων και των συγγενών.
Ο «κρυφός» λογαριασμός: Πόσα μας παίρνουν το χρόνο;
Αν καθίσουμε να αθροίσουμε τις μικροχρεώσεις που εμφανίζονται στα application μας, το νούμερο προκαλεί ίλιγγο. Ένας μέσος καταναλωτής που δεν έχει πληρώσει για κάποιο «συνδρομητικό πακέτο», επιβαρύνεται ως εξής:
Πρώτον, τα εμβάσματα μέσω e-banking κοστίζουν από 0,50€ έως 1,00€ ανά φορά, κάτι που για δύο μεταφορές το μήνα σημαίνει έως και 24 ευρώ το χρόνο. Δεύτερον, οι νέες μηνιαίες συνδρομές τήρησης λογαριασμού ή κάρτας, που κυμαίνονται από 0,60€ έως και 5,00€, αφαιρούν από την τσέπη μας από 7 έως και 60 ευρώ ετησίως.
Αν προσθέσουμε σε αυτά τις αναλήψεις από ΑΤΜ άλλης τράπεζας (το λεγόμενο DAF), όπου η χρέωση «δαγκώνει» με 1,50€ έως 2,50€ ανά κίνηση, ένας χρήστης που κάνει δύο τέτοιες αναλήψεις το μήνα χάνει άλλα 50 ευρώ το χρόνο. Τέλος, ακόμη και οι πληρωμές λογαριασμών (ΔΕΚΟ, τηλεφωνία), αν δεν γίνονται με πάγια εντολή, επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό με περίπου 15 ευρώ ετησίως.
Στο σύνολο, ένας «απρόσεκτος» ή μη προνομιούχος καταναλωτής μπορεί να πληρώνει από 60 έως και 150 ευρώ το χρόνο μόνο και μόνο για να έχει πρόσβαση στα δικά του χρήματα!
Από την προμήθεια στο… «νοίκι»
Η νέα στρατηγική των τραπεζών είναι το «μοντέλο Netflix». Σου λένε: «δώσε μου ένα σταθερό μηνιαίο ποσό (2-5 ευρώ) για να μην σε χρεώνω στα εμβάσματα». Με αυτόν τον τρόπο, μετατρέπουν την περιστασιακή προμήθεια σε ένα μόνιμο, εγγυημένο έσοδο – ένα ιδιότυπο «νοίκι» – εξασφαλίζοντας σταθερή ροή ζεστού χρήματος από εκατομμύρια καταθέτες, ανεξάρτητα από το αν κάνουν συναλλαγές ή όχι.
Όσο τα μερίσματα των μετόχων αυξάνονται, το ερώτημα παραμένει: Πότε η ψηφιακή τραπεζική θα σταματήσει να είναι ένας ακριβός «συνδρομητικός εφιάλτης» για τον Έλληνα πολίτη;



