Σε μια περίοδο που η παγκόσμια κοινότητα αναζητά απεγνωσμένα σημάδια αποκλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή, η ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να οδηγεί προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Με αφορμή τις πρόσφατες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου κατά τη διάρκεια του Πάσχα, η ένταση μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης έχει προσλάβει διαστάσεις που πολλοί αναλυτές χαρακτηρίζουν πλέον ως «αποκαλυπτικές». Ο Τραμπ, με μια σειρά από εμπρηστικές αναρτήσεις, απαίτησε από το ιρανικό καθεστώς να ανοίξει αμέσως το Στενό του Ορμούζ, χρησιμοποιώντας σκληρή γλώσσα και απειλώντας ευθέως με την καταστροφή των ενεργειακών και μεταφορικών υποδομών της χώρας — μια κίνηση που, υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου, συνιστά έγκλημα πολέμου.
Η τελευταία αυτή κλιμάκωση δεν είναι μεμονωμένη. Αποτελεί μέρος ενός μοτίβου που περιλαμβάνει απειλές για επιστροφή του Ιράν στη «λίθινη εποχή». «Η Τρίτη θα είναι η ημέρα των εργοστασίων παραγωγής ενέργειας και των γεφυρών, όλα μαζί σε ένα», ανήρτησε ο πρόεδρος, προειδοποιώντας για μια επίθεση χωρίς προηγούμενο. Καθώς ο Λευκός Οίκος πλησιάζει σε μια ακόμη αυτοεπιβληθείσα προθεσμία, ο κόσμος παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα. Εάν το Ιράν δεν ανοίξει το Στενό —τη σημαντικότερη θαλάσσια οδό για το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο παγκοσμίως— η Ουάσιγκτον απειλεί με «αποκαλυπτική ανταπόδοση».
Το Στενό παραμένει ουσιαστικά κλειστό από τον Φεβρουάριο του 2026, όταν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ξεκίνησαν τις πολεμικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν, προκαλώντας κατακόρυφη αύξηση στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου. Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, επιμένει ότι το πέρασμα θα ανοίξει μόνο μετά την καταβολή αποζημιώσεων για τις πολεμικές ζημιές, μέσω ενός νέου νομικού καθεστώτος τελών διέλευσης.
Η γεωπολιτική της απελπισίας
Στην εκπομπή «The Chris Hedges Report», ο Τρίτα Πάρσι, ειδικός στις σχέσεις ΗΠΑ-Ιράν και αντιπρόεδρος του Ινστιτούτου Quincy, προσφέρει μια διεισδυτική ματιά στο αδιέξοδο. Σύμφωνα με τον Πάρσι, η τρέχουσα κατάσταση δεν οφείλεται σε μια ορθολογική στρατηγική, αλλά σε μια αυξανόμενη απελπισία του Τραμπ, ο οποίος συνειδητοποιεί ότι δεν διαθέτει την «κυριαρχία στην κλιμάκωση» (escalation dominance) που πίστευε αρχικά.
«Φοβάμαι ότι εκεί ακριβώς βρισκόμαστε», αναφέρει ο Πάρσι. «Ο Τραμπ εκδίδει όλο και πιο οργισμένα μηνύματα με deadlines και απειλές, αλλά μέχρι στιγμής έχει κάνει πίσω από την υλοποίηση πολλών εξ αυτών, γνωρίζοντας ότι δεν ελέγχει το αποτέλεσμα». Η τρέχουσα κρίση στον Περσικό Κόλπο είναι ιδιαιτέρως λεπτή. Οι τιμές του πετρελαίου είναι υψηλές επειδή οι Ιρανοί περιορίζουν τη διέλευση των δεξαμενόπλοιων, επιχειρώντας να εισπράξουν τέλη. Ωστόσο, οι υποδομές παραγωγής παραμένουν ακόμα άθικτες.
Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες επιτεθούν στα εργοστάσια παραγωγής ενέργειας και στις υποδομές του Ιράν, η Τεχεράνη έχει προειδοποιήσει ότι θα απαντήσει πλήττοντας τις πετρελαϊκές υποδομές ολόκληρης της περιοχής. Μια τέτοια εξέλιξη θα μετέτρεπε το σημερινό «μποτιλιάρισμα» σε μια παρατεταμένη παγκόσμια κρίση παραγωγής. Η ανοικοδόμηση τέτοιων εγκαταστάσεων μπορεί να απαιτήσει από τρία έως πέντε χρόνια. Το αποτέλεσμα θα ήταν μια παρατεταμένη οικονομική ύφεση, μια παγκόσμια κατάθλιψη που πιθανότατα θα κατέστρεφε την προεδρία του Τραμπ και θα βύθιζε τον πλανήτη στο χάος.
Η «Ισραηλινοποίηση» του Αμερικανικού Δόγματος
Μια από τις πιο ανησυχητικές πτυχές της σύρραξης, σύμφωνα με την ανάλυση του Πάρσι, είναι η πλήρης υιοθέτηση της ισραηλινής στρατηγικής από την Ουάσιγκτον. Το λεγόμενο δόγμα του «κουρέματος του γρασιδιού» (mowing the grass), που παραδοσιακά χρησιμοποιεί το Ισραήλ στη Γάζα και τον Λίβανο, φαίνεται πλέον να αποτελεί τον κεντρικό άξονα των αμερικανικών επιχειρήσεων στο Ιράν.
Αυτή η στρατηγική προϋποθέτει μια μόνιμη κατάσταση πολέμου χαμηλής ή μέσης έντασης, με στόχο την περιοδική υποβάθμιση των στρατιωτικών ικανοτήτων του αντιπάλου, χωρίς όμως την οριστική επίλυση της σύγκρουσης. «Αυτό δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο οι ΗΠΑ διεξήγαγαν παραδοσιακά τον πόλεμο», σημειώνει ο Πάρσι. Παρά τις θηριωδίες σε Ιράκ και Αφγανιστάν, οι ΗΠΑ δεν στόχευαν σκόπιμα πανεπιστήμια. Σήμερα, όμως, το κορυφαίο Πανεπιστήμιο Sharif στο Ιράν δέχθηκε πλήγμα, ακολουθώντας το μοτίβο των επιθέσεων σε εκπαιδευτικά ιδρύματα στη Γάζα και τον Λίβανο.
Αυτή η «ισραηλινοποίηση» της αμερικανικής συμπεριφοράς αντανακλά την επιρροή που ασκεί το Τελ Αβίβ στον Τραμπ. Ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος είχε υποσχεθεί στη βάση του ότι θα αποφύγει τους ατέρμονους πολέμους και τις πολιτικές αλλαγής καθεστώτος, φαίνεται να έχει παγιδευτεί σε μια λογική κλιμάκωσης από την οποία δεν μπορεί να απεγκλωβιστεί χωρίς να παραδεχθεί την αποτυχία του.
Η απώλεια εμπιστοσύνης
Οι προσπάθειες για διπλωματική διευθέτηση μέσω των λεγόμενων «σταδιακών εκεχειριών» (phased ceasefires) φαίνεται να πέφτουν στο κενό. Οι προτάσεις που κατατίθενται απαιτούν από το Ιράν να εγκαταλείψει όλα τα διαπραγματευτικά του πλεονεκτήματα κατά την πρώτη φάση, χωρίς καμία εγγύηση ότι θα υπάρξει ποτέ δεύτερη ή τρίτη φάση.
Ο Πάρσι επισημαίνει ότι αυτό είναι ένα πάγιο μοτίβο στις συμφωνίες που αφορούν το Ισραήλ, από την εποχή του Καμπ Ντέιβιντ μέχρι τις πρόσφατες κρίσεις στη Γάζα. «Το Ισραήλ παίρνει αυτό που θέλει στην πρώτη φάση και αγνοεί όλες τις επόμενες. Γιατί να συμφωνήσει οποιαδήποτε χώρα σε αυτό τώρα;», διερωτάται. Η δυσπιστία εντείνεται από το γεγονός ότι το Ιράν δέχθηκε επιθέσεις από δύο πυρηνικές δυνάμεις —τις ΗΠΑ και το Ισραήλ— εν μέσω διαπραγματεύσεων, μία φορά τον Ιούνιο και ξανά τον Φεβρουάριο.
Η αποτυχία των διαπραγματεύσεων αποδίδεται επίσης στην έλλειψη τεχνικής γνώσης και εμπειρίας των Αμερικανών διαπραγματευτών, όπως ο Τζάρεντ Κούσνερ και ο Στιβ Γουίτκοφ. Ωστόσο, το βαθύτερο πρόβλημα παραμένει η αρχική λανθασμένη ανάγνωση της κατάστασης. Ο Τραμπ πείστηκε ότι το ιρανικό καθεστώς ήταν τόσο αδύναμο, που μια μικρή στρατιωτική πίεση θα οδηγούσε σε εσωτερική κατάρρευση ή άμεση συνθηκολόγηση. Αυτή η ψευδαίσθηση, την οποία καλλιέργησε το Ισραήλ για να ωθήσει τον Τραμπ στη δράση, έχει πλέον μετατρέψει τον πόλεμο σε ένα στρατηγικό πανωλεθρία (debacle).
Το Ιράν, αντί να καταρρέει, φαίνεται να αναπτύσσει έναν μόνιμο μηχανισμό ελέγχου των Στενών, επιβάλλοντας τέλη ακόμα και σε πλοία χωρών όπως η Γαλλία. Η Τεχεράνη στοχεύει να μετατρέψει αυτό το πλεονέκτημα σε μόνιμο μοχλό πίεσης για την επανέναρξη οικονομικών σχέσεων με κράτη που τις διέκοψαν υπό αμερικανική πίεση, παρακάμπτοντας ουσιαστικά την Ουάσιγκτον.
Το τέλος της Μεσαίας Τάξης και ο Εφιάλτης της Πυρηνικής κλιμάκωσης
Η δεύτερη πράξη της σύγκρουσης ΗΠΑ-Ιράν δεν παίζεται μόνο στα νερά του Περσικού Κόλπου, αλλά στις γειτονιές της Τεχεράνης και στους διαδρόμους της διεθνούς διπλωματίας. Η ανάλυση του Τρίτα Πάρσι αποκαλύπτει μια τραγική ειρωνεία: οι πολιτικές που εφάρμοσε η Ουάσιγκτον με στόχο τον εκδημοκρατισμό του Ιράν κατέληξαν να γίνουν το ισχυρότερο εργαλείο καταστολής στα χέρια των Αγιατολάχ.
Μια από τις πιο παραγνωρισμένες πτυχές της ιρανικής πραγματικότητας είναι το υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και η ιστορική ύπαρξη μιας δυναμικής μεσαίας τάξης. Όπως σημειώνει ο Πάρσι, η μεσαία τάξη είναι ο προμαχώνας κάθε δημοκρατίας. Στην περίπτωση του Ιράν, η συμφωνία JCPOA του 2015 (επί προεδρίας Ομπάμα) είχε αρχίσει να αποδίδει καρπούς. Με την άρση των κυρώσεων, η ιρανική οικονομία αναπτυσσόταν με ρυθμό 6-7% ετησίως, οι επενδύσεις άρχισαν να ρέουν και η μεσαία τάξη ισχυροποιούνταν.
Εάν αυτή η πορεία συνεχιζόταν για μια δεκαετία, η ιρανική μεσαία τάξη θα ήταν η ισχυρότερη στη Μέση Ανατολή μέχρι το 2025. Μια ισχυρή οικονομία μειώνει την ικανότητα του κράτους να ελέγχει όλα τα μέσα παραγωγής και τα εισοδήματα, επιτρέποντας στους πολίτες να ασκήσουν πίεση για πολιτική φιλελευθεροποίηση από θέση ισχύος.
Αντίθετα, η απόφαση του Τραμπ να αποχωρήσει από τη συμφωνία και να επιβάλει ακόμη σκληρότερες κυρώσεις αποδεκάτισε αυτή την τάξη. Μεταξύ 2018 και 2019, το ένα τρίτο της ιρανικής μεσαίας τάξης βυθίστηκε στη φτώχεια. Η οικονομική εξαθλίωση οδήγησε αναπόφευκτα σε ένα πιο καταπιεστικό καθεστώς, το οποίο χρησιμοποίησε την ανάγκη διατήρησης της εξουσίας εν μέσω κρίσης ως δικαιολογία για ακραία καταστολή.
Από τη μεταρρύθμιση στην απόγνωση
Η εξέλιξη των διαδηλώσεων στο Ιράν αντικατοπτρίζει αυτή την οικονομική διολίσθηση. Το 2009, το «Πράσινο Κίνημα» ζητούσε μεταρρυθμίσεις εντός του συστήματος. Το 2022, μετά τον θάνατο της Μαχσά Αμινί, το αίτημα ήταν πλέον η πλήρης ανατροπή του καθεστώτος. Στις διαδηλώσεις του Δεκεμβρίου 2025 και του Ιανουαρίου 2026, η απόγνωση έφτασε σε τέτοιο σημείο που ένα τμήμα των διαδηλωτών άρχισε να ζητά εξωτερική στρατιωτική επέμβαση.
«Οι άνθρωποι δεν διαμαρτύρονται πλέον από θέση ισχύος, αλλά από θέση αδυναμίας και απελπισίας», εξηγεί ο Πάρσι. Οι κυρώσεις μπορεί να καταστρέφουν οικονομίες, αλλά σπάνια οδηγούν σε επιτυχημένα κινήματα ανατροπής. Αντίθετα, καθιστούν τον πληθυσμό πιο εξαρτημένο από το κράτος ή πιο απελπισμένο, οδηγώντας σε βίαιες συγκρούσεις που το καθεστώς πατάσσει με ευκολία.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε από την αποκάλυψη ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εξόπλιζαν ενεργά φατρίες εντός του Ιράν, όπως Κούρδους αντάρτες. Αυτά τα ένοπλα στοιχεία, λειτουργώντας υπό τη σκιά των ειρηνικών διαδηλωτών, χρησιμοποίησαν βία κατά της αστυνομίας και των πολιτοφυλακών Basij, δίνοντας στο καθεστώς το πρόσχημα για μια ολοκληρωτική σφαγή. Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για τουλάχιστον 7.000 νεκρούς στους δρόμους σε μόλις δύο ημέρες — ένας αριθμός που σοκάρει ακόμα και για τα δεδομένα της Τεχεράνης.
Ο κίνδυνος των μισθοφόρων
Ένα εντυπωσιακό φαινόμενο της τρέχουσας κρίσης είναι η αποσύνδεση μεταξύ της ιρανικής διασποράς και των πολιτών εντός της χώρας. Ενώ ένα τμήμα της διασποράς πανηγύριζε την εξόντωση του Ανώτατου Ηγέτη τον Φεβρουάριο, οι Ιρανοί πολίτες έβλεπαν τα σχολεία τους να ισοπεδώνονται και τις υποδομές τους να καταστρέφονται.
Ο Πάρσι προειδοποιεί για τον κίνδυνο η διασπορά να ακολουθήσει την πορεία των Mujahideen-e-Khalq (MEK) ή των μοναρχικών, οι οποίοι, ποντάροντας στην ξένη επέμβαση, κατέληξαν να θεωρούνται προδότες και μισθοφόροι από τον ίδιο τον λαό που υποτίθεται ότι ήθελαν να απελευθερώσουν. «Το να πιστεύει κανείς ότι το Ισραήλ θα φέρει τη δημοκρατία στο Ιράν εν μέσω της γενοκτονίας στη Γάζα είναι εγκληματικά αφελές», σημειώνει.
Το πυρηνικό φάντασμα πάνω από την Τεχεράνη
Η πιο σκοτεινή πτυχή της ανάλυσης αφορά τη διολίσθηση του Τραμπ προς τη χρήση πυρηνικών όπλων. Καθώς οι συμβατικές επιλογές εξαντλούνται και η νίκη παραμένει άπιαστη, η ρητορική του Λευκού Οίκου αρχίζει να θυμίζει τις ημέρες που προηγήθηκαν της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι.
Η απελπισία για μια «καθαρή νίκη» που θα επιτρέψει στις ΗΠΑ να αποχωρήσουν χωρίς να παραδεχθούν την αποτυχία τους, ωθεί τη συζήτηση στην Ουάσιγκτον προς τις πυρηνικές επιλογές. Η πίεση από το Ισραήλ, σε συνδυασμό με την αδυναμία πρόσβασης στο υπόγειο εμπλουτισμένο ουράνιο του Ιράν στο Fordow, καθιστά αυτό το αδιανόητο σενάριο μια αυξανόμενη πιθανότητα.
«Εάν ο Τραμπ δεν διαθέτει άλλες επιλογές και αρνείται να δεχθεί τις διπλωματικές εξόδους κινδύνου, ο κίνδυνος μιας απελπισμένης κίνησης με πυρηνικά όπλα δεν μπορεί να αποκλειστεί», καταλήγει ο Πάρσι. Η ιρανική απάντηση σε ένα τέτοιο σενάριο παραμένει απρόβλεπτη, αλλά η ίδια η ύπαρξη αυτής της συζήτησης στην Ουάσιγκτον μαρτυρά πόσο καταστροφικά εξελίσσεται αυτός ο πόλεμος.
Μία προαναγγελθείσα καταστροφή
Η ιστορία θα κρίνει την απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να ξεκινήσουν αυτή τη σύρραξη ως μια από τις πιο ολέθριες στρατηγικές επιλογές του 21ου αιώνα. Αντί για την κατάρρευση ενός εχθρικού καθεστώτος, η Ουάσιγκτον πέτυχε τη ριζοσπαστικοποίηση ενός λαού, την αποσταθεροποίηση της παγκόσμιας οικονομίας και την επιστροφή του πυρηνικού εφιάλτη στο προσκήνιο.
Καθώς η προθεσμία της Τρίτης πλησιάζει, το ερώτημα δεν είναι πλέον αν ο πόλεμος θα κλιμακωθεί, αλλά αν υπάρχει ακόμα χρόνος για να αποφευχθεί μια παγκόσμια καταστροφή που θα ξεπεράσει κάθε ιστορικό προηγούμενο. Η ανάγκη για μια ειλικρινή διπλωματία, βασισμένη σε πραγματικούς συμβιβασμούς και όχι σε επικοινωνιακά τελεσίγραφα, είναι πιο επιτακτική από ποτέ.



