Στην αρχιτεκτονική των διεθνών σχέσεων, η εμπιστοσύνη δεν είναι μια αφηρημένη ηθική έννοια, αλλά το σταθερό έδαφος που επιτρέπει στον παγκόσμιο μηχανισμό να λειτουργεί χωρίς να καταρρέει σε μια κατάσταση διαρκούς πολέμου. Όταν όμως η ηγεσία της ισχυρότερης χώρας του κόσμου επιλέγει να βομβαρδίζει τον συνομιλητή της (στην περίπτωση αυτή το Ιράν) την ώρα που οι διπλωματικές διεργασίες βρίσκονται σε εξέλιξη, δεν εξοντώνει απλώς έναν αντίπαλο που τον αιφνιδιάζει με ύπουλο τρόπο· ισοπεδώνει κάθε έννοια αξιοπιστίας που απαιτείται για τη διεθνή συνεργασία, δεν αποτελεί επίδειξη δύναμης, αλλά παραδοχή ηθικής και θεσμικής γύμνιας.
Η διπλωματία, από τη φύση της, βασίζεται στην παραδοχή ότι τα μέρη θα τηρήσουν τους στοιχειώδεις κανόνες του παιχνιδιού όσο βρίσκονται στο τραπέζι των συνομιλιών. Η χρήση βίας σε αυτό το χρονικό σημείο ακυρώνει την ίδια τη διαδικασία της διαπραγμάτευσης και μετατρέπει τη διεθνή πολιτική σε μια αρένα απρόβλεπτων κινήσεων, όπου κανείς δεν μπορεί να αισθάνεται ασφαλής, ούτε καν οι σύμμαχοι.
Χωρίς εμπιστοσύνη, η συνεργασία μεταλλάσσεται σε υποτέλεια.
Πώς μπορεί μια χώρα να επενδύσει σε μακροχρόνιες συμφωνίες όταν γνωρίζει ότι ο εταίρος της μπορεί ανά πάσα στιγμή να αγνοήσει τους κανόνες, να αθετήσει τις υποσχέσεις του και να δράσει με πλήρη ασέβεια προς τις συμφωνημένες διαδικασίες; Όταν δείχνει ασέβεια ακόμη και προς στενούς συμμάχους του αντιμετωπίζοντάς τους ως υποτελείς;
Η περίπτωση της Γροιλανδίας παραμένει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της νοοτροπίας. Η απειλή —έστω και σε επίπεδο ρητορικής— για εισβολή ή αναγκαστική εξαγορά εδάφους μιας κυρίαρχης συμμαχικής χώρας, δεν αποτελεί απλώς μια διπλωματική απρέπεια. Είναι μια ωμή επίδειξη ισχύος που καταργεί την έννοια της εθνικής κυριαρχίας. Για τον Τραμπ, οι σύμμαχοι δεν είναι ισότιμοι εταίροι, αλλά πιόνια σε μια γεωπολιτική παρτίδα όπου το μόνο που μετράει είναι το στενό συμφέρον της Ουάσιγκτον, όπως εκείνος το αντιλαμβάνεται.
Τι είδους κοινωνίες όμως οικοδομούμε όταν ο ηγέτης της πιο ισχυρής χώρας του πλανήτη διδάσκει με κυνισμό ότι ο σεβασμός μεταξύ φίλων είναι προαιρετικός και ότι η ισχύς νομιμοποιεί την αυθαιρεσία;
Αν αποδεχθούμε ότι το μόνο που μετράει είναι η δύναμη τότε επιστρέφουμε σε μια πρωτόγονη κατάσταση όπου η επιβίωση του ισχυρότερου καταπίνει κάθε έννοια πολιτισμού.
Η στάση του Τραμπ δεν είναι απλώς μια πολιτική επιλογή, αλλά μια επίθεση στην ίδια τη δομή της οργανωμένης διεθνούς κοινωνίας.
Για την Ελλάδα, αυτό το έλλειμμα αξιοπιστίας του «μεγάλου συμμάχου» της προσλαμβάνει διαστάσεις εθνικού κινδύνου.
Η ελληνική εξωτερική πολιτική είναι δομημένη πάνω στην προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο και την ιερότητα των διεθνών συνθηκών. Αυτά είναι τα μοναδικά «όπλα» μας απέναντι στις αναθεωρητικές βλέψεις των γειτόνων μας και η βάση για τη διεκδίκηση του δικαίου στην κατεχόμενη Κύπρο.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον επιτακτικά είναι αμείλικτο: Μπορεί η Ελλάδα να βασιστεί σε έναν σύμμαχο που έχει αποδείξει ότι δεν δεσμεύεται από κανόνες και δε σέβεται το Διεθνές Δίκαιο; Όταν η Ουάσιγκτον υπό τη διοίκηση του Τραμπ του Ασεβή, δείχνει ότι η ισχύς είναι πάνω από το δίκαιο, η Αθήνα βρίσκεται σε μια εξαιρετικά δυσχερή θέση. Αν ο «εγγυητής» της ασφάλειάς μας είναι ο πρώτος που παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο και τις διπλωματικές πρακτικές, τότε η προστασία που μας παρέχεται είναι στην πραγματικότητα μια κινούμενη άμμος. Πόσο μάλλον όταν τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει ευθυγραμμιστεί με ακόμη μία χώρα που παραβιάζει κατάφωρα το Διεθνές Δίκαιο, το Ισραήλ του Μπενιαμίν Νετανιάχου —ενός ηγέτη που βρίσκεται αντιμέτωπος με βαρύτατες κατηγορίες από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για εγκλήματα πολέμου και την απώλεια χιλιάδων παιδιών στη Γάζα.
Η ιστορία έχει αποδείξει ότι οι «τραμπούκοι» της διεθνούς πολιτικής δεν έχουν μόνιμους συμμάχους, αλλά προσωρινούς υπηρέτες, τους οποίους εγκαταλείπουν μόλις πάψουν να τους είναι χρήσιμοι.
Η σιωπή της Ελλάδας μπροστά στην αυθαιρεσία του ισχυρού δεν είναι στρατηγική επιλογή. Αποτυπώνει την απουσία στρατηγικής. Είναι βλέπετε ένα παράδοξο, να επιζητούμε την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου με κύριους σύμμαχους χώρες που κατ’ εξοχής το καταπατούν και δεν το σέβονται



