Νέα στοιχεία από τα αρχεία της υπόθεσης του Τζέφρι Επστάιν φέρνουν στο φως μια μεθοδευμένη προσπάθεια χειραγώγησης της ψηφιακής εικόνας του Αμερικανού επιχειρηματία, μέσω κυβερνοεπιθέσεων και παρεμβάσεων στην εγκυκλοπαίδεια Wikipedia.
Η εικόνα ενός «επιχειρηματία και φιλανθρώπου», απαλλαγμένου από το στίγμα του καταδικασμένου για σεξουαλικά αδικήματα, φαίνεται πως αποτελούσε κεντρικό στόχο της επικοινωνιακής στρατηγικής του Τζέφρι Επστάιν. Ηλεκτρονικά μηνύματα που περιλαμβάνονται στις πρόσφατα δημοσιοποιημένες δικαστικές αναφορές αποκαλύπτουν μια παρασκηνιακή επιχείρηση, η οποία περιλάμβανε από την αφαίρεση φωτογραφιών σήμανσης (mugshots) έως την ενεργή ψηφιακή παρεμπόδιση χρηστών που επιχειρούσαν να επαναφέρουν τα πραγματικά περιστατικά στο βιογραφικό του.
Η «μεταμόρφωση» ενός ψηφιακού βιογραφικού
Σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με ημερομηνία 6 Νοεμβρίου 2010, ο Άλ Σέκελ (Al Seckel) ενημερώνει τον Τζέφρι Επστάιν για την πρόοδο των εργασιών αναθεώρησης της σελίδας του στη Wikipedia. Σύμφωνα με το κείμενο της αλληλογραφίας, η ομάδα του Σέκελ προχώρησε σε «hacking» της πλατφόρμας, προκειμένου να παρακάμψει τα συστήματα ασφαλείας που προστάτευαν τη φωτογραφία σήμανσης του Επστάιν.
Στόχος της παρέμβασης ήταν η αντικατάσταση της εν λόγω φωτογραφίας με μια νέα, επιλογής του ίδιου του επιχειρηματία, η οποία θα συνοδευόταν από την επικεφαλίδα: «Τζέφρι Επστάιν, επιχειρηματίας, φιλάνθρωπος». Η προσπάθεια αυτή δεν περιορίστηκε μόνο στην εικόνα, αλλά επεκτάθηκε και στο περιεχόμενο του κειμένου. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, αφαιρέθηκε η κατάταξη του Επστάιν στην κατηγορία των σεξουαλικών παραβατών, καθώς και κάθε σχετική αναφορά στην εισαγωγική πρόταση του λήμματος, ώστε να προβάλλεται αποκλειστικά η ιδιότητα του επιχειρηματία.
Η «μάχη» των IP και ο αποκλεισμός χρηστών
Η αποκάλυψη της στρατηγικής αυτής φανερώνει μια επιθετική τακτική διατήρησης του ελέγχου πάνω στην πληροφορία. Ο Σέκελ σημειώνει στο email του πως η ομάδα του κατέγραψε τις διευθύνσεις IP των χρηστών που προσπαθούσαν να επαναφέρουν τις αρχικές πληροφορίες και να ακυρώσουν τις επεμβάσεις της ομάδας Επστάιν.
Σε μια κίνηση που υποδηλώνει υψηλό επίπεδο τεχνικής παρέμβασης, ο Σέκελ ισχυρίζεται πως «χακάραμε τον ιστότοπο για να τους αποκλείσουμε», εξασφαλίζοντας έτσι ότι οι αλλοιωμένες πληροφορίες θα παρέμεναν σταθερές στην πλατφόρμα. Η αναφορά αυτή καταδεικνύει την προσπάθεια δημιουργίας ενός στεγανού ψηφιακού περιβάλλοντος, όπου η ιστορική πραγματικότητα της καταδίκης του 2008 θα αντικαθίστατο από ένα προσεκτικά κατασκευασμένο προφίλ κοινωνικής προσφοράς.
Η αποκάλυψη αυτών των μηνυμάτων επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για την τρωτότητα των ανοικτών πηγών πληροφόρησης και τις προσπάθειες ισχυρών προσωπικοτήτων να αναδιαμορφώσουν το παρελθόν τους στη δημόσια σφαίρα. Η περίπτωση του Τζέφρι Επστάιν αναδεικνύει πώς η τεχνολογική ισχύς και οι πόροι μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εργαλεία λογοκρισίας και παραπληροφόρησης, ακόμη και σε πλατφόρμες που βασίζονται στη συλλογική συνεισφορά και την εθελοντική εποπτεία.



