Σε μια προσπάθεια να κατευνάσει τις έντονες αντιδράσεις και να προχωρήσει στην «αποκατάσταση της πλήρους εικόνας», ο Οργανισμός Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (ΟΦΥΠΕΚΑ) έδωσε στη δημοσιότητα τα επίσημα στατιστικά στοιχεία για την επισκεψιμότητα του Εθνικού Δρυμού Σαμαριάς από το 1980 έως το 2025.
Η κίνηση αυτή έρχεται σε μια περίοδο όπου ο Οργανισμός βρίσκεται στο επίκεντρο σφοδρότατης κριτικής από τοπικούς φορείς, τουριστικά γραφεία και επαγγελματίες του Ομαλού και της Αγίας Ρουμέλης. Οι επικριτές του κάνουν λόγο για πρωτοφανή οικονομική απαξίωση της περιοχής, εξαιτίας των συνεχών, απρόβλεπτων και συχνά οριζόντιων έκτακτων κλεισιμάτων του φαραγγιού.
Η Ακτινογραφία της Επισκεψιμότητας (1980–2025)
Σύμφωνα με το γράφημα που παρουσίασε ο Οργανισμός, η πορεία της δημοτικότητας του Φαραγγιού της Σαμαριάς αποτυπώνει ανάγλυφα τις μεταβολές του τουριστικού μοντέλου της Κρήτης μέσα σε 45 χρόνια:
Η «Χρυσή Εποχή» των 90s: Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 (με αποκορύφωμα το 1990 και το 1993), ο Δρυμός βρέθηκε στο ζενίθ της δημοτικότητάς του, προσελκύοντας σταθερά σχεδόν 300.000 επισκέπτες ετησίως.
Η Μακρά Ύφεση: Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 ξεκίνησε μια σταδιακή, πολυετής κάμψη, η οποία οδήγησε την επισκεψιμότητα στο ναδίρ του 2012, οριακά πάνω από το φράγμα των 100.000 επισκεπτών.
Η Πανδημική Κατάρρευση: Το 2020 αποτέλεσε την ιστορικά χειρότερη χρονιά για τον Δρυμό λόγω των καθολικών lockdowns του COVID-19, με τον αριθμό των πεζοπόρων να βυθίζεται στους περίπου 55.000.
Το Post-COVID «Μπαμ» και η Νέα Κάμψη: Η εντυπωσιακή ανάκαμψη του 2022 έφερε ξανά χαμόγελα, καθώς η «εκδικητική τουριστική κίνηση» οδήγησε σε περίπου 170.000 επισκέψεις. Ωστόσο, η τάση αυτή δεν διατηρήθηκε. Για το 2025, η επισκεψιμότητα υποχώρησε και σταθεροποιήθηκε περίπου στους 120.000 επισκέπτες, καταγράφοντας μια σημαντική απώλεια σχεδόν 49.000 τουριστών μέσα σε μια μόλις τριετία.
Η Στρατηγική των Αριθμών και ο Αντίλογος των Τοπικών Κοινωνιών
Στην ανακοίνωσή του, ο ΟΦΥΠΕΚΑ σπεύδει να υπενθυμίσει με νόημα ότι κατά το 2025 ο Δρυμός παρέμεινε ανοιχτός για συνολικά 151 ημέρες. Στόχος της επισήμανσης αυτής είναι προφανώς να μετριαστούν οι κατηγορίες περί παρατεταμένης δυσλειτουργίας.
Ωστόσο, για την τοπική κοινωνία και την αγορά των Χανίων, η ανάγνωση των δεδομένων αυτών είναι εντελώς διαφορετική, με την κριτική να εστιάζει σε τρία καίρια σημεία:
Το Πρόβλημα της Προβλεψιμότητας
Οι επαγγελματίες τονίζουν ότι η ζημιά δεν προέρχεται από τον τελικό αριθμό των ημερών λειτουργίας, αλλά από το γεγονός ότι οι αποφάσεις για έκτακτα κλεισίματα λαμβάνονται συχνά αργά το βράδυ. Αυτό στερεί από τα τουριστικά πρακτορεία τη δυνατότητα προγραμματισμού, με αποτέλεσμα εκατοντάδες τουρίστες να ξεκινούν για τον Ομαλό και να βρίσκουν την πόρτα του Δρυμού κλειστή, παρά το γεγονός ότι οι τοπικές καιρικές συνθήκες είναι ιδανικές.
Το μοντέλο διαχείρισης «άνοιξε – κλείσε» έχει προκαλέσει αλυσιδωτές οικονομικές απώλειες. Μεγάλα ταξιδιωτικά γραφεία του εξωτερικού έχουν αρχίσει να αφαιρούν τη Σαμαριά από τους καταλόγους τους, θεωρώντας τον προορισμό «υψηλού ρίσκου» για το πρόγραμμά τους. Η εξέλιξη αυτή εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και την πτώση των 49.000 επισκεπτών στην τελευταία τριετία.
Ενώ η προστασία της ανθρώπινης ζωής είναι προφανώς αδιαπραγμάτευτη —ειδικά μετά από περιόδους έντονων φαινομένων— οι τοπικοί φορείς κατηγορούν τον ΟΦΥΠΕΚΑ ότι επιλέγει την εύκολη λύση των προληπτικών απαγορεύσεων με το παραμικρό. Αντίθετα, ζητούν την αναβάθμιση των υποδομών, την εγκατάσταση σύγχρονων τοπικών μετεωρολογικών σταθμών και ένα ευέλικτο μοντέλο λήψης αποφάσεων σε πραγματικό χρόνο.
Τα διαχρονικά στοιχεία αποδεικνύουν ότι το Φαράγγι της Σαμαριάς παραμένει ο «βασιλιάς» του οικοτουρισμού στην Κρήτη. Ωστόσο, η διαχείρισή του δεν μπορεί να γίνεται ερημήν της τοπικής οικονομίας.
Η πτώση της επισκεψιμότητας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου: η βιώσιμη προστασία ενός παγκόσμιου φυσικού μνημείου απαιτεί σύγχρονα εργαλεία και συνεργασία με την κοινωνία, και όχι γραφειοκρατικές αποφάσεις που κρατούν τον Δρυμό σε μια διαρκή κατάσταση αβεβαιότητας.



