Με αιχμηρές τοποθετήσεις για τις ιδιαιτερότητες της κτηνοτροφίας στην Κρήτη και τα υπόλοιπα νησιά, ο βουλευτής Ρεθύμνης του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής Μανόλης Χνάρης συμμετείχε στη συνεδρίαση της διακομματικής επιτροπής της Βουλής για τον πρωτογενή τομέα, ενώπιον της οποίας εξετάστηκαν εκπρόσωποι κτηνοτροφικών και μελισσοκομικών φορέων.
Στην ακρόαση παραβρέθηκαν ο Γεώργιος Βενιεράκης, Πρόεδρος του Συλλόγου Επαγγελματιών Κτηνοτρόφων νομού Ρεθύμνου, και ο Δημήτριος Νικολάου, Πρόεδρος του Μελισσοκομικού Συλλόγου Αιτωλοακαρνανίας, οι οποίοι ανέπτυξαν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κλάδοι τους.
Ο κ. Βενιεράκης επεσήμανε το μεγάλο χάσμα κόστους παραγωγής μεταξύ νησιωτικής και ηπειρωτικής Ελλάδας, δίνοντας το χαρακτηριστικό παράδειγμα του τριφυλλιού. «Ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα το τριφύλλι το αγοράζουν με 15 και 20 λεπτά, στην Κρήτη το κόστος ανέρχεται από 40 έως και 60 λεπτά το κιλό», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η ψαλίδα στις τιμές πώλησης του γάλακτος είναι αδιαπέραστη: οι Κρητικοί κτηνοτρόφοι πουλούν σε μέσο όρο 1,06 ευρώ, ενώ στην ηπειρωτική χώρα η τιμή φτάνει το 1,60 ευρώ.
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε ο Πρόεδρος των Κτηνοτρόφων Ρεθύμνου στα προβλήματα που έχει προκαλέσει το Κτηματολόγιο στην Κρήτη. «Το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει κανένα δικαίωμα στην Κρήτη, παρά μόνο αν διαθέτει τίτλους ιδιοκτησίας», τόνισε, καταγγέλλοντας ότι χιλιάδες κάτοικοι κινδυνεύουν να χάσουν περιουσίες που κατέχουν γενεές ολόκληρες. Η διαδικασία των αντιρρήσεων περιγράφηκε ως κυκεώνας που πολλοί εγκαταλείπουν λόγω κόστους και χρόνου, με αποτέλεσμα να μένουν απροστάτευτοι ιδιοκτήτες που δεν είχαν τη δυνατότητα να προσλάβουν νομική υποστήριξη.
Αναφορικά με τα όρια των οικισμών, ο κ. Βενιεράκης προειδοποίησε ότι το νέο προεδρικό διάταγμα τα εκμηδενίζει, θέτοντας το ρητορικό ερώτημα: «Που θα αφήσουμε εμείς τα παιδιά μας να κάτσουν στα χωριά; Θέλετε να κάτσουν οι άνθρωποι στην επαρχία ή να φύγουν τελείως και να πάνε στις μεγαλουπόλεις;».
Για τη Νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική, ο Πρόεδρος του Συλλόγου ζήτησε ουσιαστική διαβούλευση με τους επαγγελματίες, ώστε «επιτέλους, οι επιδοτήσεις και τα όποια βοηθήματα να δοθούν σε αυτούς που παράγουν». Κατέληξε δε ότι όλα τα προαναφερθέντα καταδεικνύουν την ανάγκη χάραξης ειδικής πολιτικής για τα νησιά, προκειμένου το επάγγελμα να καταστεί βιώσιμο και να διατηρηθεί η Κρήτη ζωντανή.
Από την πλευρά του, ο Μανόλης Χνάρης, αρμόδιος για τον πρωτογενή τομέα στο Κίνημα Αλλαγής, υποστήριξε με έμφαση τον διαχωρισμό της νησιωτικής από την ηπειρωτική κτηνοτροφία. «Είναι πλέον ξεκάθαρο πως στη χώρα μας πρέπει να γίνει μια διακριτή πολιτική», δήλωσε, επισημαίνοντας ότι κανένα νησί δεν παράγει τριφύλλι, η βασική πρώτη ύλη της κτηνοτροφίας. «Δεν έχει ουδεμία σχέση, ούτε το κόστος παραγωγής, αλλά ούτε η πώληση των προϊόντων», συμπλήρωσε, καλώντας όλα τα κόμματα να λάβουν υπόψη την ιδιαιτερότητα αυτή.
Ο βουλευτής Ρεθύμνης ανέπτυξε συγκεκριμένες προτάσεις για τη Νέα ΚΑΠ, μεταξύ των οποίων η αύξηση της συνδεδεμένης ενίσχυσης, η ένταξη του αιγοπρόβειου κρέατος, αλλά και ο διαχωρισμός στις τιμές του συνδεδεμένου γάλακτος μεταξύ ηπειρωτικής και νησιωτικής περιοχής.
Ιδιαίτερη κριτική άσκησε ο κ. Χνάρης στον τρόπο εφαρμογής του μεταφορικού ισοδυνάμου. «Στην Κρήτη ο κτηνοτρόφος δεν λαμβάνει μεταφορικό ισοδύναμο», ανέφερε, διευκρινίζοντας ότι το μέτρο ωφελεί τον έμπορο που εισάγει το τριφύλλι και όχι τον ίδιο τον παραγωγό που επωμίζεται το κόστος. «Μεταφορικό ισοδύναμο λαμβάνει ο έμπορος που κατεβάζει το τριφύλλι ενώ θα έπρεπε να το λαμβάνει ο ίδιος ο παραγωγός», τόνισε.
Τέλος, ο Μ. Χνάρης αναφέρθηκε στο πρόβλημα του Κτηματολογίου στο Ρέθυμνο, όπου «όλες οι δασικές εκτάσεις ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο», παρά το γεγονός ότι υπάρχει νόμος που εξαιρεί τις δασικές εκτάσεις της Κρήτης από το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου. Προειδοποίησε ότι αν ένας κτηνοτρόφος δεν προσφύγει δικαστικά, «θα χάσει την περιουσία του» αλλά και «τις εκτάσεις τις οποίες βόσκουν τα πρόβατά του, θα χάσει δηλαδή το εισόδημά του».



