Τεχνάσματα για τη διάδοση της αλήθειας – «Χεριών τελετής» αποτυπώματα

Κανένα σχόλιο

Γράφει η Κωνσταντίνα Γεωργαντά

Κάποιοι θα πουν τα μάτια· ίσως να έχουν δίκιο. Μα εγώ θα πω πως η πρώτη αντίσταση του σώματος είναι των χεριών. Σε έναν τόπο όπως τα Ανώγεια, τον οποίο οι κάτοικοι κλήθηκαν να ονειρευτούν ξανά και ξανά και μέσα από τη μνήμη τους να τον φανταστούν εκ νέου δημιουργώντας τον, η δύναμη δυο φαινομενικά απλών χεριών είναι κάτι παραπάνω από αισθητή. Δυο χέρια ενώνονται σε μια εκπληκτική ενέργεια σώματος και όταν χτίζουν, όταν γράφουν, όταν αγωνίζονται, όταν αγωνιούν, δομούν πάντοτε κάτι το εξαιρετικά μοναδικό.

Τα χέρια είναι τόσο δυνατά όσο τα φαντάζεται κανείς να είναι. Άλλοτε πέφτουν εκείνα πρώτα στο χώμα ανασηκώνοντάς μας και άλλοτε μάς αμύνονται, άλλοτε αγγίζουν εκείνα πρώτα ένα πρόσωπο αγαπημένο και άλλοτε κρύβουν τα μάτια για να μη βλέπουν. Υπάρχει βέβαια και μια άλλη οπτική: τα χέρια τα ‘καθαρά’ χρησιμοποιούνται κάποτε για να υποστηρίξουν εφαρμογές μιας κάποιας ‘καθαρότητας’ ενώ άλλες φορές λέμε πως μια ιδεολογία με μια άλλη περπατούν ‘χέρι με χέρι’ και κάποιος μπορεί να αμυνθεί φωνάζοντας ‘κάτω τα χέρια’ αλλά ίσως τελικά  με τα δυο του χέρια αυτά βγάλει τα μάτια του…

"Sponsored links"

Κάθε καιρός έχει και τα δικά του χέρια. ‘Στ’ άδεια μου χέρια […] τους προδομένους όλων των καιρών / κρατώ’, έγραφε ο Στέργιος Βαλιούλης το 1959 ενώ ένα χρόνο αργότερα ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου ξεχώριζε «Πρόσφυγες στην άμμο» κι ανάμεσά τους  ‘έναν Άραβα μικρό, σημαδεμένο / έφεγγαν χέρια, πρόσωπο, μάτια κι ήταν όλος /χιλιάδες που άφηναν τη γη τους κι επιστρέφανε / μέσα στην άμμο, σε σκηνές, στο άσπρο φως’:

Κι όταν μιλούσε δάκρυζε η φωνή του και όλο ικέτευε

για κάποια θέση στη ζωή ή έστω αντίσταση

στο θάνατο που ερχότανε αργά και τον ρουφούσε

Μα εγώ έπλενα τα χέρια μου. Άγρια μοναξιά

τα χρόνια που έφευγαν με είχανε ποτίσει

[Από τη συλλογή «Ο θάνατος του Μύρωνα», 1960]

Βαδίζουμε ‘ανάμεσα σε τόπους που τους λάξευσε / το μεγάλο, δυνατό χέρι της Ιστορίας’, έγραφε ο Γιάννης Ρίτσος στις 22 του Μάη 1965, μέρα που στη χώρα μας πραγματοποιούταν η Γ’ Μαραθώνια Πορεία Ειρήνης με πρωτοδοιπόρο τον Γρηγόρη Λαμπράκη και μια δεκαετία σχεδόν αργότερα, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ο Φώντας Λάδης φανταζόταν τον φασισμό να μας δίνει ‘γελαστός το χέρι’ σημειώνοντας πως κάποιοι στίχοι του περιέγραφαν τους νεοφασίστες τη στιγμή που ξεπρόβαλαν μες στο μισοσκόταδο των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης.

Το 1980, στη συλλογή του «Χρωμοτραύματα», ο Μίλτος Σαχτούρης άφηνε τον Άγγλο ζωγράφο και ποιητή Dante Gabriel Rosseti να γράψει με το χέρι του ένα ποίημα και να φωνάξει ‘Άκου! / Σου έλεγα τότε την αλήθεια / την ήξερα τότε την αλήθεια’:

"Sponsored links"

κι οι άνθρωποι λένε πάντα ψέματα

τώρα εγώ βλέπω το φεγγάρι

αυτό το σπασμένο σπαστικό

παιδί

που ο Ιούλιος Βερν

έλεγε κάποτε:

–  Οι άνθρωποι θα το κατοικήσουν

βλέπω

αυτό το μεγάλο χιονισμένο φέρετρο

που ρίχνουν κάθε μέρα με κρότο

πάνω του πρόκες

κι επιμένουνε

να τ’ ονομάζουν

ΓΗ

ίσως να είχες δίκιο τότε

γι’ αυτό μπόρεσες και έζησες

γι’ αυτό μπόρεσα και έζησα

ΑΥΓΗ

Μέσα από έναν αιώνα αναδυόμενης συνομιλίας ανάμεσα στον παροντικό ποιητή και τον πρόγονο δημιουργό αλλά και τον παραμυθά Βερν, η επιμονή της μονοσύλλαβης ονομασίας ‘ΓΗ’ αναδομείται για να μπορέσει να ζήσει ως ‘ΑΥΓΗ’, το ξεκίνημα κάτι νέου αλλά και η επανάληψη της κυκλικότητας της καθημερινότητας και της ζωής που κάνει τους δημιουργούς όλους συγχρονικούς στην τέχνη τους. Έτσι Σαχτούρης, Βερν και Ροσέτι γράφουν αυτό το ποίημα τώρα ενώ βασικό στοιχείο της συνομιλίας τους είναι πως το χέρι πλέον φωνάζει και σε καλεί να το ακούσεις, να το προσέξεις, να δεις την αλήθεια μέσα από αυτό. Ο Rossetti έδινε έμφαση στη δύναμη των χεριών στους πίνακές του, έτσι που αυτά γίνονταν καταλυτικό στοιχείο στη νοηματοδότηση των γυναικείων – κυρίως – φιγούρων που αποτύπωνε. Στον πίνακα ‘Πανδώρα’, για παράδειγμα, του 1878, είναι ο τρόπος με τον οποίο η μυθική αυτή φιγούρα σφίγγει με τα χέρια της το κουτί από το οποίο θα ξεπηδήσουν όλα τα πάθη του ανθρώπου που ενσωματώνει όλη την ένταση του πίνακα σαν να είναι τα σφιγμένα αυτά χέρια, γραπωμένα πάνω στο αντικείμενο, που τελικά καταδικάζουν την ανθρωπότητα. Όπως έγραφε Μανόλης Αναγνωστάκης το 1943, «Κι έσφιγγα τα χέρια σου / Δεν είχε τίποτα τ’ αλλόκοτο η κραυγή μου» («13.12.43», Εποχές, 1945).

Την ίδια στιγμή με αυτή τη συνομιλία, θα έλεγε κανείς, καθώς η ιστορία στην αφήγησή μας δεν είναι μοναχά γραμμική, μία από τις πέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς αυτήν την περιπόθητη αλήθεια, σημείωνε ο Μπρεχτ το 1935, είναι η κρίση να διαλέξει κανείς «εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια θ’ αποχτήσει δύναµη». Αυτό το βήμα είναι που ενώνει τις προηγούμενες τρεις δυσκολίες, το  θάρρος να γράφει κανείς την αλήθεια, την  εξυπνάδα να την αναγνωρίσει και την  τέχνη να την κάνει ευκολοµεταχείριστη σαν όπλο, με το τελευταίο καίριο βήμα: την  πονηριά  να διαδώσει την αλήθεια ανάµεσα στους πολλούς.

«Η σκέψη πως το ένα πράγμα εξαρτιέται από πολλά άλλα, που κι αυτά αδιάκοπα αλλάζουν,» ολοκλήρωνε ο σημαντικός αυτός διανοητής, «είναι σκέψη επικίνδυνη για τις δικτατορίες και μπορεί να διαδοθεί με πολλούς τρόπους, χωρίς να δώσει αφορμή για επέμβαση της αστυνομίας. […] Οι κυβερνήσεις, που οδηγούν τις ανθρώπινες μάζες στην εξαθλίωση, πρέπει ν’ αποτρέψουν τις μάζες από το να σκεφτούν ότι οι κυβερνήσεις είναι υπεύθυνες γι’ αυτήν. Γι’ αυτό μιλούν πολύ για τη μοίρα. Ισχυρίζονται ότι αυτή φταίει για την ανέχεια, όχι εκείνες. Όποιος αναζητάει την αιτία της ανέχειας, πιάνεται από την αστυνομία, προτού φθάσει με την έρευνά του μέχρι την κυβέρνηση. Είναι όμως δυνατό να αντικρουστούν γενικά τα όσα λέγονται για τη μοίρα. Μπορεί κανείς να αποδείξει ότι η μοίρα του ανθρώπου προετοιμάζεται από ανθρώπους. Και πάλι μπορεί με πολλούς τρόπους να δοθεί αυτή η απόδειξη. […] και μ’ ένα ποίημα, που περιγράφει ένα τοπίο, μπορεί κανείς να πετύχει ανάλογο αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, όταν ο ποιητής ενσωματώσει στη φύση, όσα δημιούργησαν τα χέρια του ανθρώπου. Χρειάζονται τεχνάσματα για τη διάδοση της αλήθειας.»

Να αποδείξει κανείς «ότι η μοίρα του ανθρώπου προετοιμάζεται από ανθρώπους», αυτό το τόσο απλό και τόσο δύσκολο είναι το σεμνό μήνυμα των χεριών του ανθρώπου. Όπως όταν ένα «ήσυχο χέρι» ανοίγει το παράθυρο απέναντι και κρεμάει απέξω «στην πρόκα του τοίχου, ένα κλουβί καναρίνια / με τη σεμνότητα μιας περιττής κι αναγκαίας χειρονομίας» (Γιάννης Ρίτσος, Φιλοκτήτης, 1965), όταν χέρια σίγουρα χαϊδεύουν ένα σωρό κορμιά και γράφουν ένα σωρό ποιήματα (Αργύρης Χιόνης,  «Χέρια»), όταν χέρια γητεμένα ζωγραφίζουν τα χέρια της μόνο (Μίλτος Σαχτούρης, Υ.Γ., 1983), όταν τα χέρια φοβίζουν γιατί «ξέρουν ν’ αγκαλιάζουν τόσο τρυφερά / και να μοχτούνε τόσο αντρίκεια» (Τάσος Λειβαδίτης, Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας, 1952) αλλά και όταν χέρια ανοίγουν τις κουρτίνες για να μπει το φως το πρωί, χαρίζουν το πιο όμορφο λουλούδι, σκουπίζουν το δάκρυ από την άκρη του ματιού, δείχνουν το πιο λαμπερό αστέρι:  «Να, να, να…  Για όλα αυτά και για άλλα τόσα», έγραψε ο Θάνος Ανεστόπουλος,  «…δε θέλω τα χέρια μου να χάσω. / Αντί για τα Χέρια ας χάσω τα Μάτια. / Την ομορφιά την θυμάμαι… θα βλέπω!» («Δεν θέλω τα χέρια μου να χάσω», Αρχίζω με το Σ’ αγαπώ, 2015)

Τα χέρια του ανθρώπου δε λαθεύουν στο ζύγι και δεν μονολογούν κυριαρχώντας με την εξάπλωση μιας και μόνο ιστορίας παρά δημιουργούν με πολυποίκιλους τρόπους και λένε μύριες ιστορίες. Τα χέρια, όπως είδαμε και πιο πάνω, φωνάζουν και έχουν να πουν αλήθειες μέσα από την απλότητα της ύπαρξής τους. Είναι τότε που τα χέρια αυτά, όπως έγραφε ο Ρίτσος στο «Καπνισμένο τσουκάλι» το 1948/49, έχουν «εκείνη τη γαλήνια σιγουριά του ανθρώπου / που φτιάχνει ωφέλιμα κι απαραίτητα πράγματα»:

Κι αύριο λέω θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί.

Θα βρούμε αυτά τα λόγια που παίρνουνε το ίδιο βάρος

σ’ όλες τις καρδιές, σ’ όλα τα χείλη.

Έτσι να λέμε πια τα σύκα-σύκα και τη σκάφη σκάφη.

Κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι και να λένε,

«Τέτοια ποιήματα, σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα.»

Αυτό θέλουμε κι εμείς.

Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ’ τον κόσμο.

Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο.

Αντί επιλόγου, λοιπόν, ο «Επίλογος» του Μανόλη Αναγνωστάκη από το κοντινό 1970:

Κι όχι αυταπάτες προπαντός.

Το πολύ πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς προβολείς μες στην ομίχλη

Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ζω.

«Γιατί», όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος,

«Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες

Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα».

Έστω.

Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
διαφημίσεις