18.8 C
Chania
Wednesday, April 17, 2024

Έφυγε από τη ζωή η Ολυμπία Δεσποτάκη – Δρακακάκη: Το έγκλημα των Γερμανών ναζί εις βάρος της οικογένειάς της

Ημερομηνία:

Η Ολυμπία Δεσποτάκη – Δρακακάκη έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 92 ετών, την Τετάρτη 27 Μαρτίου.

Στην πόλη των Χανίων, στην οδό Πετρώφ, στην 2η πάροδο στον αριθμό 3, ζούσε η Ολυμπία Δεσποτάκη – Δρακακάκη. Γεννήθηκε το 1932 στο χωριό Κακόπετρος Χανίων. Γονείς της ήταν ο Κωνσταντίνος Δεσποτάκης και η Μαρία (Χαμηλάκη). Η Ολυμπία Δεσποτάκη είχε άλλα πέντε αδέρφια. Τον Μανόλη, τον Θεοφάνη, τον Σπύρο, τον Χαράλαμπο και τον Αναστάση.

Οι δυο τελευταίοι Χαράλαμπος και Αναστάσης ήταν δίδυμοι.

Τη ζωή της Ολυμπίας Δεσποτάκη χάραξε ένα τραγικό γεγονός που συνέβηκε στο χωριό της τον Κακόπετρο, τη Δευτέρα 28 Αυγούστου 1944. Οι Γερμανοί εκτέλεσαν τα τέσσερα από τα πέντε αδέρφια της. Τον Μανόλη, τον Σπύρο, τον Χαράλαμπο και τον Αναστάση.

Οι Δεσποτάκηδες του Κακόπετρου ήταν όλοι παλικάρια και βρίσκονταν πάντοτε στους αγώνες κατά των Τούρκων. Η Ολυμπία θυμάται για τον παππού της:

«…ο παππούς μου λεγόταν Μανόλης Δεσποτάκης. Σε μια μάχη που έγινε εδώ κοντά στον Κακόπετρο το 1897, Δρομονερό λέμε σήμερα την περιοχή, ετραυματίστηκε στον ώμο.

Στην αρχή δεν έδωκε σημασία στο τραύμα αλλά αυτό εκακοσύνεψε, μολύνθηκε και οι δικοί μας αποφασίσανε να τον πάνε στην Αθήνα να γιατρευτεί.

Αλλά δεν τα κατάφερε.  Επέθανε στη διαδρομή.

Τον θάψανε μαζί με ένα όπλο μαρτίνι, λάφυρο τουρκικό. Εγώ δεν τον γνώρισα. Ο πατέρας μου έλεγε πολλά καλά γι’αυτόν…».

Ο πατέρας της Ολυμπίας Κωνσταντίνος Δεσποτάκης ή Δεσποτοκωσταντής, ακολούθησε την ηρωική πορεία της οικογένειας και πήρε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους 1912-1913, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Η Ολυμπία Δεσποτάκη συνεχίζει για τον πατέρα της:

Η Ολυμπία Δεσποτάκη, σε ηλικία δώδεκα ετών, λίγο πριν το θανατικό του σπιτιού τους φορώντας ένα άσπρο φορεματάκι. Μετά την εκτέλεση των αδερφών της, η μάνα της την έντυσε με μαύρα ρούχα και ένα τσεμπεράκι.

´«…είχα ένα καλό πατέρα. Αγωνιστή της ζωής. Να ζήσει την οικογένειά του. Είμαστε έξι παιδιά. Και έβαζε εμάς και την Κρήτη πάνω απ’όλα. Πολέμησε στους πολέμους από το 1912 ως το 1922. Έχω και μια φωτογραφία με παράσημα. Τα πήρε στον πόλεμο με τσι Τούρκους και τσι Βουλγάρους…».

Η Δευτέρα 28 Αυγούστου 1944, ήταν μια μέρα διαφορετική από τις άλλες. Οι Γερμανοί κύκλωσαν το χωριό Κακόπετρος της ορεινής Κισάμου και όπως είναι γνωστό, παντού σκορπούσαν στο διάβα τους τον όλεθρο και την καταστροφή.

Πήγαν στο σπίτι της Μαρίας και του Κωνσταντίνου Δεσποτάκη και πήραν τα τέσσερα από τα αγόρια (ο πέμπτος έλειπε) της οικογένειας που είχε συνολικά έξι παιδιά. Κανείς δεν περίμενε το κακό που επρόκειτο να ακολουθήσει.

"google ad"

Οι γυναίκες ήταν στο σπίτι ενώ τα τέσσερα αδέρφια είχαν αρνηθεί να ακολουθήσουν τον πατέρα τους που είχε φύγει από νωρίς για να κρυφτεί σε μια σπηλιά στα Παπαδιανά. Αδίστακτοι οι Γερμανοί, αφού τα εκτέλεσαν στην άκρη του δρόμου, πέταξαν τα άψυχα σώματά τους στην κάτω μεριά του δρόμου, στο σημείο που το απόγευμα της ίδιας μέρας τα βρήκε η δύστυχη μάνα τους.

Την επόμενη θάφτηκαν στον Μιχαήλ Αρχάγγελο, χωρίς ψάλτη, χωρίς παπά. Η κηδεία έγινε πρόχειρα από τις γυναίκες του χωριού και από τους συγγενείς τους. Αυτή είναι η θλιβερή ιστορία για τον Μανώλη Δεσποτάκη, είκοσι εφτά χρονών τότε, για τον Σπύρο είκοσι τεσσάρων και για τα δίδυμα Αναστάση και Χαραλάμπη μόλις δεκαεφτά χρονών!

Η Ολυμπία θυμάται για τ’αδέρφια της:

´«… επήγανε στα Χανιά και μάθανε τέχνες. Ο Μανόλης ήτανε 27 χρονών κι είχε μάθει τσαγκάρης. Ο Σπύρος ήταν 24 κι είχε μάθει επιπλοποιός. Ο Θεοφάνης είχε μάθει τη τέχνη του τενεκετζή –φανοποιού, έφτιαχνε κάδους, κουτσουνάρες, μεταλλικά κιβώτια. Οι άλλοι δυο ήταν μικροί, δεν είχανε πάει στα Χανιά να μάθουνε τέχνη. Ο Θεοφάνης παντρεύτηκε στις Βουκολιές κι είχε μείνει εκεί στο χωριό. Δεν ήταν εδώ τον Αύγουστο του 1944 και γι’αυτό δεν τον σκότωσαν οι Γερμανοί…».

Το 2006, η Ολυμπία Δεσποτάκη περιέγραψε στην Χανιώτισσα λογοτέχνη κ. Πηνεπόλη Ντουντουλάκη τον χαμό των τεσσάρων αδερφών της τον Αύγουστο του 1944. Η αφήγησή της είναι συγκλονιστική:

«…το 44, 28 Αυγούστου, ημέρα Δευτέρα, σηκώνεται η θεία μου η Ρουμπίνη Χαμηλάκη, αδελφή της μητέρας μου και φωνάζει: Σηκωθείτε και είναι ζωσμένο όλο το χωριό!

Όλος ο δρόμος είναι γεμάτος Γερμανούς: Σηκώθηκε η μητέρα μου και λέει στα παιδιά: Παιδιά μου, βάλετε δυο δυο τα παντελόνια γιατί θα σας πάνε στην Αγυιά και θα κοιμάστε στο τσιμέντο και θα κρυώνετε!  Ελάτε να φάτε κάτι!  Τους έδωσε ψωμί και τυρί και φάγανε.

Ήταν εκεί η μάνα μου, η θεία μου η Ρουμπίνη, η γιαγιά μου η Αικατερίνη Χαμηλάκη και εγώ.

Ο πατέρας μου είχε πάει στα Παπαδιανά σε μια σπηλιά. Είχε πει και στα αδέλφια μου να πάνε μαζί του, εκείνα όμως δεν θέλησαν να τον ακολουθήσουν.

Τ’αδέλφια μου φάγανε και βγήκανε στον εξώστη. Καθίσανε εκεί και τα τέσσερα, σειρά σειρά. Έρχεται ένας Γερμανός και τους λέει;  Κομ, κομ! και παίρνει τα παιδιά μαζί του. Καθώς βγαίνανε στο δρόμο κάτι είπε ο Γερμανός στο Σπύρο και τον ακούσαμε που γέλασε. Από εκεί τους χάσαμε. Όλη μέρα ακουγότανε άφθονοι πυροβολισμοί στο χωριό.

Η μάνα μου έλεγε κάθε τόσο: Άραγε, μην τα΄χουνε σκοτώσει; Γύρω στις δέκα το πρωί ήρθανε δυο τρεις Γερμανοί. Εκρατούσανε κάμποσα κοτόπουλα που είχαν πνίξει. Με νοήματα είπαν της μητέρας μου να τα μαγειρέψει. Οι τρεις γυναίκες εμαδήσανε, καθαρίσανε και βράσανε τις κότες. Έρχονται μια δεκαριά άτομα το μεσημέρι, κρατούσανε καραβάνες, πίνανε το ζωμό, η μάνα μου τόνε βγάζει ένα τραπέζι έξω και στρώνει ένα άσπρο τραπεζομάντηλο. Αυτοί βγάλανε το τραπεζομάντηλο, ακουμπήσανε στο τραπέζι τις καραβάνες, βάζανε μέσα το κρέας και παίρνανε τις καραβάνες και φεύγανε. Έρχεται δεύτερη παρέα και πήρανε κι αυτοί φαγητό.

Γύρω στις πέντε το απόγευμα βλέπαμε τα αυτοκίνητα των Γερμανών φορτωμένα έπιπλα, προίκες, ως και πλεξάνες κρεμμύδια και φεύγανε προς Βουκολιές. Από τη δική μας μεριά δεν έδειξε κανείς γερμανός. Είδαμε όμως σ’όλο το δρόμο από Μιχελιανά μέχρι Σελί να είναι αραδιασμένοι Γερμανοί. Σαν είδαμε και άδειασε ο δρόμος, εφύγαμε λίγα μέτρα πιο πέρα, που ήταν ένα παλιό σπιτάκι και το πατητήρι μας. Όπως επήγε η μητέρα μου στο χωράφι, βλέπει σωρό σκοτωμένα τ’αδέρφια μου. Έπιασε το κεφάλι της και φώναζε: Μου τα σκοτώσανε οι σκύλοι!

Φαίνεται τους είχαν εκτελέσει μέσα στο δρόμο και ύστερα τους τραβήξανε και τους πετάξανε στην κάτω μεριά του δρόμου. Φωνές κλάματα εμείς, μας άκουσε η θεία μου η Ελασία Δεσποτάκη από το Μετόχι και λέει: Εσκοτώσανε κανένα στα Χατζιανά!  Η μητέρα μου πήγε λίγο πιο κάτω και φώναξε στη συννυφάδα της: Ελασία, Ελασία, τέσσερα, τέσσερα!  Η Ελασία η Δεσποτάκη ήρθε με τις κόρες της, άρχισαν το θρήνο. Ύστερα ακούσαμε φωνές στα Παπαδιανά, Τσιχλιανά, Μετόχι, ακούγαμε τα κλάματα. Τα Μαλανδράκια, της αδελφής του πατέρα μου παιδιά, το Μιχάλη και τον Αναστάση, τα πήραν οι Γερμανοί και τα εκτέλεσαν πενήντα μέτρα πιο πέρα από το σπίτι τους.

Ο Αναστάσης έπεσε νεκρός, ο δε Μιχάλης, χτυπημένος στην κοιλιά, σηκώθηκε κρατώντας με τα χέρια του τα εντόσθιά του και τρέχει στο σπίτι. Φωνάζει: Μάνα, με σκοτώσανε!  Ο Γερμανός ακολούθησε το αίμα. Το παιδί πάει στο σπίτι, πέφτει στο κρεβάτι και έρχεται ο φονιάς και βάνει, μπροστά στη μάνα, το όπλο στο μήλιγγα του γιου και τον αποσκοτώνει. Όλα τα μυαλά του έμειναν κολλημένα στον τοίχο. Οι περισσότερες χωριανές ήρθανε και μονομερίσανε σε μας.

Οι γυναίκες κουβαλήσανε τ’αδέρφια μου στο σπίτι του θείου μου, γιατί η μητέρα μου φοβήθηκε μην έρθουν πάλι οι Γερμανοί και κάψουν το σπίτι και δε βρει ούτε πτώματα να θάψει. Το πρωί σηκωθήκανε, βάλανε τα παιδιά πάνω στις πόρτες και τα κατεβάσανε ένα ένα. Στο πρώτο έβαλε τον ώμο η μητέρα μου αλλά στη μέση του δρόμου έπεσε κάτω και λιποθύμισε. Τα κηδέψανε στον Μιχαήλ Αρχάγγελο. Νεκροθάφτες ήταν η εξαδέλφη μου η Σοφία Δεσποτάκη και η Χρυσάνθη η Τσιχλάκη. Τα αδέλφια μου θάφτηκαν δυο δυο, ο Μανόλης και ο Σπύρος μαζί και τα δίδυμα σε άλλο τάφο.

Όταν εγύρισε η Σοφία στο σπίτι της ετρέχανε τα αίματα από τα ρούχα της. Ούτε παπάς υπήρχε να τους κηδέψει, ούτε ψάλτης να τους ψάλλει. Μόλις εκτελέστηκαν τα αδέρφια μου φόρεσα μαύρο τσεμπεράκι. Μέχρι το ’51 που παντρεύτηκα δεν έβαλα κοντό μανίκι, ούτε έβγαλα τις μαύρες κάλτσες. Το τσεμπεράκι το φορούσα μέχρι που έγινε η εκταφή των αδελφών μου. Ήμουν τότε 15 χρονών.

Μετά την κηδεία, μόλις εγυρίσανε οι πικραμένες γυναίκες στα σπίτια τους, εκόψανε κομμάτι από μαύρο ρούχο και κρεμάσανε σε κάθε εξώπορτα ένα μαύρο σταυρό. Θυμάμαι αξέχαστα που έσκισε η μητέρα μου το τσεμπέρι της γιαγιάς μου και εκρέμασε σταυρούς και στις δύο εξώπορτές μας. Εκεί εμείνανε οι σταυροί μέχρι το’51 που αρραβωνιάστηκα. Τότε πήγε η θεία μου η Ελασία και λέει: Περιμένεις γαμπρό και θα έχεις τους σταυρούς στην πόρτα σου;

Και τότε η μητέρα μου έβγαλε τους σταυρούς. Οχτώ μέρες μετά την κηδεία η μητέρα μου ξεκίνησε να πάει στον κήπο. Βλέπει, όπως επήγαινε στο δρόμο, ξερασμένα αίματα, κοντυλοφόρους, μαντηλάκια πεσμένα κάτω, χτενάκια, ότι είχαν τ’αδέρφια μου στις τσέπες τους. Πάει εκείνη, παίρνει το σκαπέτι, επήρε το χώμα με το αίμα, το’βαλε στην άκρη του δρόμου κι έχτισε με τα χέρια της έναν τοίχο και σκέπασε το αίμα, να μην το φάνε οι σκύλοι. Επήγαινε και θύμιαζε εκεί μέχρι που έφτιαξε ο μακαρίτης ο πατέρας μου ένα εικονοστάσι στο ίδιο σημείο.

Ο πατέρας μου είχε τέσσερα πρώτα ξαδέλφια και μια εξαδέλφη στον Άστρικα. Μόλις έμαθαν για το κακό ήρθαν όλοι στα συλλυπητήρια. Συνενοηθήκανε τα πέντε αδέλφια και κάνανε εκεί, στον Άστρικα, τα εννιάμερα. Τα σαράντα έγιναν στον Κακόπετρο. Είχαν φέρει πάρα πολλά στεφάνια. Οι νονοί των αδελφών μου, οι φίλοι, οι συγγενείς μας, είχανε στολίσει τον Αι Γιώργη γύρω γύρω. Όταν έγινε η εκταφή, ο πρώτος τάφος που ανοίχτηκε ήταν ο δικός μας.

Ο παπάς είχε πάει πιο πέρα να κάνει αίτηση στον άλλο τάφο. Εγώ έσκυψα στον τάφο μας να δω. Όπως ήταν η νεραντζιά η ανθισμένη έτσι ήταν όλο τους το σώμα, στους δυο μεγάλους μου αδελφούς, κάτασπροι νερατζανθοί φαινότανε πάνω στα οστά. Τα είδα με τα μάτια μου. Αγιασμένα, αγιασμένα!  φωνάζανε όλοι. Ο παπάς μόλις τα είδε απαγόρεψε να πλησιάσει κανείς. Το ίδιο βρέθηκε να είναι και ένας άλλος, ο Τσιχλάκης ο Επιμενίδης, τον οποίο πάλι απαγόρεψε ο παπάς να βγάλουν από τον τάφο. Έμεινε εκεί. Όταν ήταν έτσι αγιασμένα τα οστά, δεν επιτρέπανε τότε να μπει στον τάφο άλλος κανείς…».1

Η Ολυμπία Δεσποτάκη, το 1951 παντρεύτηκε τον Γεώργιο Δρακακάκη και δημιούργησαν οικογένεια. Για τα γεγονότα του Κακοπέτρου και την δολοφονία των τεσσάρων αδελφών της, η Ολυμπία Δεσποτάκη – Δρακακάκη συνέθεσε ένα τραγούδι με τα παρακάτω λόγια:

Το μοιρολόι που θα πω να μάθετε να λέτε
του Κακοπέτρου τα δεινά παντοτινά να κλαίτε
Δευτέρα ξημερώματα κυκλώσαν το χωριό μας
Αυγούστου εικοσιοχτώ, κακό στο ριζικό μας.
Θ’ αρχίσω το ιστορικό με μάθια δακρυσμένα
τα Δεσποτάκια φάγανε άδικα τα καημένα.
Παιδιά ετουφεκίσανε, αθώα παλικάρια
και τα ’στειλαν να κατεβούν στου Άδη τα σκοτάδια.
Σα να ’ταν φοβεροί ληστές και επικηρυγμένοι
έτσι τα τουφεκίσανε, οι τρισκαταραμένοι.
Φονιά εσύ που τα ’βαλες εις τη γραμμή αράδα
δεν ένιωσες λιποψυχιά, γή πόνο γή ζαλάδα
Τ’ απόγευμα που φύγανε οι τρισκαταραμένοι
πάει η μάνα και ζητά τσοι γιους τση η καημένη
Και μόλις είδε το σωρό απάνω εις το χώμα
τον πόνο και το θρήνο τση να πει δεν είχε στόμα.
Την άλλη μέρα η μάνα τους, η Δεσποτοκωστίνα
στον ώμο τζη τα σήκωσε και πήγε τα στο μνήμα.
Δυο – δυο τα βάλανε στη γης στση εκκλησιάς την άκρη
κι ο ουρανός εσείστηκε κι έβγαλε μαύρο δάκρυ…

Στο Σέλινο κουφοβροντά

Στο Σέλινο κουφοβροντά,
βρέχει μα βρέχει μπάλες.
Οι Γερμανοί περάσανε
στα Τρα Χωριά τα πέρα,
Μονή και Κουστογέρακο
και Λιβαδά και καίνε,
τα παλληκάρια φτάξανε.

 

Ακολουθήστε το agonaskritis.gr στο Google News, στο facebook και στο twitter και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Αγώνας της Κρήτηςhttp://bit.ly/agonaskritis
Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Τελευταία Νέα

Περισσότερα σαν αυτό
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ