Για την εκλογική επικράτηση Λούλα

Κανένα σχόλιο

Του Σίμου Ανδρονιδη

Στο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών της Βραζιλίας που διεξήχθη στα τέλη Οκτωβρίου, ο Αριστερός υποψήφιος Λούλα Ινάσιο Λούλα Ντα Σίλβα, επικράτησε, έστω και οριακά, του αντιπάλου και απερχόμενου πλέον, προέδρου της χώρας, Ζαϊρ Μπολσονάρου.

Ενώ έχουμε αρκετές αναλύσεις σχετικά με τον Ζαϊρ Μπολσονάρου και κύρια την στάση που αυτός τήρησε κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, δεν έχουμε αναλύσεις για τους λόγους της εκλογικής επικράτησης του Λούλα, που εν προκειμένω επιστρέφει στον προεδρικό θώκο της χώρας.[1]

"Sponsored links"

Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψιν αυτή την εξέλιξη, θα σπεύσουμε να σημειώσουμε κάποιους παράγοντες που οδήγησαν στην εκλογική νίκη του Λούλα, η οποία έθεσε τέρμα στην προεδρική θητεία του Ζαϊρ Μπολσονάρο.

Ο πρώτος παράγοντας που εντοπίζουμε, έχει να κάνει με την διάκριση Αριστερά-Δεξιά στην οποία επένδυσε συμβολικούς-πολιτικούς πόρους ο Αριστερός υποψήφιος πρόεδρος. Και τι σημαίνει κάτι τέτοιο;

Σημαίνει πως, όχι μόνο δεν θεώρησε τη διάκριση αυτή ξεπερασμένη, αλλά, έσπευσε και να την νοηματοδοτήσει με όρους «ισότητας»[2] και δη κοινωνικής ισότητας, για να παραπέμψουμε στην ανάλυση του Noberto Bobbio, καταφέρνοντας έτσι να θέσει[3] τις βάσεις για την προσέλκυση υποστηρικτών από συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες (θα είναι απλοϊκό και εσφαλμένο να συσχετίσουμε την εκλογική επικράτηση Λούλα με την υπερψήφιση του από την Βραζιλιάνικη εργατική τάξη), οι οποίοι θεωρούσαν  πως η θητεία Μπολσονάρου ‘υποβάθμισε’ σημαντικές κοινωνικές αξίες, για την καλύτερη διείσδυση του μεταξύ των ψηφοφόρων νεότερης ηλικίας, και κυρίως μεταξύ των ψηφοφόρων νεότερης ηλικίας που είναι περισσότερο ‘ιδεολόγοι.’[4]

Και, έθεσε τις βάσεις για την συγκρότηση μίας κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας με ακτιβιστές και κοινωνικά κινήματα που στράφηκαν στον Λούλα, και λόγω του Αριστερού παρελθόντος και της Αριστερής ρητορικής του, αλλά, και λόγω της εκτίμησης πως είναι ο μόνος που μπορεί να νικήσει τον Μπολσονάρου.

Ο δεύτερος παράγοντας άπτεται της άσκησης έντονης πολιτικής κριτικής στα πεπραγμένα της διακυβέρνησης Μπολσονάρου, η οποία κριτική οξύνθηκε μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου εκλογικού γύρου, δίχως όμως να υπερκεράσει το στοιχείο της θετικής ρητορικής και της προσπάθειας πρόκλησης σειράς θετικών συναισθημάτων μεταξύ των οποίων τον σημαντικότερο ίσως ρόλο διαδραμάτιζαν η ‘ελπίδα’ (τι ‘σηματοδοτεί η εκλογή Λούλα’ για την χώρα και του κατοίκους της), και η πίστη (‘ναι, έχουμε την ικανότητα να νικήσουμε τον Μπολσονάρου’).

Για την ακρίβεια, η κριτική ή αλλιώς, η καταγγελία των πεπραγμένων Μπολσονάρου, του στυλ διακυβέρνησης που υιοθέτησε, των θεωρούμενων ως ‘αυταρχικών αλλαγών’ που επέφερε, συμβάδιζε με την θετική ρητορική, αν και αρκούσε όμως για να στρέψει μία κρίσιμη μερίδα μετριοπαθών ψηφοφόρων, αναποφάσιστων ίσως έως την τελευταία στιγμή, υπέρ του Λούλα.

Φρονώντας (όσον αφορά ψηφοφόρους που ήταν αναποφάσιστοι έως την τελευταία στιγμή, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για εδραία πεποίθηση), πως ο δεύτερος συνιστά μικρότερη απειλή για την ποιότητα της Βραζιλιάνικης δημοκρατίας από τον πρώτο.

Εδώ όμως, οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί: Η χωρική απόκλιση  που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια του πρώτου εκλογικού γύρου, μεταξύ αστικών κέντρων και περιφέρειας, με κατοίκους των πρώτων να εκφράζουν την εκλογική τους προτίμηση υπέρ του Μπολσονάρου, και κατοίκους της επαρχίας να τάσσονται υπέρ του Λούλα (η ιστορική εκλογική επιρροή που διατηρεί στην επαρχία και σε αγροτικούς πληθυσμούς διατηρήθηκε και σε αυτές τις εκλογές), δεν ήρθη στο δεύτερο γύρη, όσο αμβλύνθηκε, κάτι που ωφέλησε τον Λούλα.[5]

Ο τρίτος παράγοντας, αφορά την κοινωνικοπολιτική συσπείρωση που προκλήθηκε γύρω από την υποψηφιότητα του.

"Sponsored links"

Όντας απαλλαγμένος από το άγχος της δικαστικής του δίωξης, κατήλθε σε αυτές τις εκλογές με την αίσθηση (έως τη σιγουριά), πως μπορεί να επιτύχει εκεί όπου ‘απέτυχαν άλλοι’ (ο Fernando Haddad στις προεδρικές εκλογές του 2018), να εγγυηθεί την ενότητα και την  πολιτική ομαλότητα ανεξαρτήτως αποτελέσματος, να φέρει εγγύτερα πολιτικούς και κόμματα που εκκινούν από την Αριστερά και φθάνουν έως την Κεντροαριστερά. ‘Φωνάζοντας εμπιστευτείτε με.’

Η ισχυρή πολιτική προσωπικότητα του σε συνδυασμό με τις παραμέτρους που θέσαμε μόλις πιο πάνω,  του προσέφεραν  την απαραίτητη, για μία τέτοια οριακή εκλογική αναμέτρηση, συσπείρωση,   γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα και το να περιορισθεί δραστικά ο αριθμός των υποψήφιων προέδρων, όπως συνέβη το 2018. Αυτό του επέτρεψε να επικεντρωθεί στον Ζαϊρ Μπολσονάρου[6] με στόχο να αναδείξει τα αδύναμα στοιχεία της υποψηφιότητας του.

Ο τέταρτος παράγοντας, αν μπορεί να ιδωθεί έτσι, έχει σχέση με το ό,τι ο Λούλα άφησε τον χρόνο να κυλήσει, δίχως να κάνει κάτι ιδιαίτερο, δείχνοντας προς την κατεύθυνση των λαθών και των παραλείψεων της κυβέρνησης Μπολσονάρο, αποσπώντας έτσι την υποστήριξη εκλογέων που δεν έχουν συνδέονται στενά, πολιτικά και συναισθηματικά, με κάποιο κόμμα.

Η υψηλή εκλογική επίδοση του Ζαϊρ Μπολσονάρο, δεν πρέπει να προξενεί έκπληξη και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με απλοϊκούς αφορισμούς. Ήταν ενεργεία πρόεδρος,[7] υποστηρίχθηκε από μία ευρεία κοινωνικο-πολιτική και πολιτισμική συμμαχία  και έχει την ικανότητα να παρασέρνει τον αντίπαλο στο δικό του ρυθμό. Το πιθανότερο ήταν να διεκδικήσει επί ίσοις όροις την προεδρία. Όπως και έγινε.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Σαφώς, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τον πολιτικό αντίκτυπο που προσλαμβάνει η εκλογική επικράτηση του Λουίς Ινάσιο Λούλα Ντα Σίλβα, και εντός και εκτός Βραζιλίας. Όμως, κάτι τέτοιο δεν σημαίνει πως η νίκη του Λούλα διαμορφώνει εν τοις πράγμασι ή αλλιώς, ‘αυτοδικαίως,’ τις προϋποθέσεις για την εκδήλωση ενός νέου Αριστερού εκλογικού-πολιτικού ‘κύματος’ στη Νότια Αμερικής. Οι κοινωνικές-πολιτικές συνθήκες από χώρα σε χώρα διαφέρουν, και, συν τοις άλλοις, ο ίδιος ο Λούλα δεν συνέδεσε την υποψηφιότητα του και την ενδεχόμενη εκλογική του νίκη, με το πρόσημο της Αριστερής ‘Αλλαγής’ σε όλη την Νότια Αμερική.

[2] Αναφέρεται στο: Τσίμπος, Χρήστος., ‘Η εκλογική διαδικασία στην Μεταπολίτευση: συγκρότηση κομμάτων και εκλογική σταθερότητα στον Νομό Αργολίδος (1974-2009),’ Διδακτορική Διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2021, Διαθέσιμη στο: Η εκλογική διαδικασία στην Μεταπολίτευση: συγκρότηση κομμάτων και εκλογική σταθερότητα στον Νομό Αργολίδος (1974-2009) (didaktorika.gr)

[3] Έχει θεωρητικό ενδιαφέρον να δούμε το πως ο Λούλα αυτο-τοποθετήθηκε, όχι στο κλασικό τρίπτυχο πρόσωπα-θέματα-κόμματα, αλλά, στον άξονα πρόσωπα ή αλλιώς, πολιτικά πρόσωπα-ιδεολογία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, πιάνοντας το νήμα από την επένδυση στην πολιτικοϊδεολογική διάκριση Αριστερά-Δεξιά, επιχείρησε να διαφοροποιηθεί αισθητά από τον πρόεδρο Μπολσονάρου, αντιμετωπίζοντας τον  ως την ‘ενσάρκωση’ της Δεξιάς (αυτή η στρατηγική λειτούργησε περισσότερο στο δεύτερο εκλογικό γύρο, εκεί όπου το διακύβευμα της εκλογής υπήρξε άμεσο έως πιεστικό), την στιγμή όπου ο ίδιος αυτο-προσδιορίσθηκε ως ο ‘Αριστερός υποψήφιος’ που ‘μπορεί να αποτρέψει’ το ενδεχόμενο μίας δεύτερης θητείας Μπολσονάρου, ‘φέροντας την αλλαγή’ στη Βραζιλία.

[4] Στις προεδρικές εκλογές της Βραζιλίας, η αλήθεια είναι πως αυτό το ιδεολογικό σχήμα ή πλαίσιο λειτούργησε, έστω και διχοτομικά και απλοϊκά, και μάλιστα, σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι σε άλλες χώρες. Οπότε ναι, οι προεδρικές εκλογές στη μεγαλύτερη πληθυσμιακά, χώρα της Νότιας Αμερικής κατέστησαν ‘ιδεολογικοποιημένες’, πράγμα που δεν ωφέλησε μόνο τον Λούλα, αλλά και τον Μπολσονάρου, ο οποίος διευκολύνθηκε έτσι να πραγματοποιήσει μία προεκλογική εκστρατεία εντός της οποίας αφενός μεν υπενθύμιζε το τι ‘δεν έπραξε ο Αριστερός Λούλα’ κατά τη διάρκεια της προηγούμενης προεδρικής του θητεία, και, αφετέρου δε, υπογράμμιζε ρητά το τι αντιπροσωπεύει πολιτικά, αξιακά και ιδεολογικά. Πέραν του να είναι μόνο  ‘ιδεολογικοποιημένες’, οι προεδρικές εκλογές στη Βραζιλία, υπήρξαν και οι εκλογές όπου η κινδυνολογία βρήκε χώρο να αναπτυχθεί, και από τις δύο πλευρές. Όσο εξελίσσονταν η προεκλογική περίοδος μάλιστα, τόσο περισσότερο πολώνονταν το κοινωνικό-πολιτικό κλίμα.

[5] Εν είδει υποθέσεως εργασίας, θα υποστηρίξουμε πως ένας σημαντικός παράγοντας που συνέβαλλε στο να υπερψηφιστεί στον δεύτερο εκλογικό γύρο ο Λούλα από μετριοπαθείς ψηφοφόρους που κατοικούν στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας και μπορεί να ανήκουν σε μεσαία και δυναμικά κοινωνικά στρώματα (δεν είναι βέβαια πανάκεια κάτι τέτοιο), υπήρξε ακριβώς το γεγονός πως σε αυτή την προεκλογική περίοδο είδαν έναν διαφορετικό Λούλα συγκριτικά με αυτόν που γνώριζαν στο παρελθόν: Δηλαδή, έναν Λούλα, περισσότερο κατασταλαγμένο και ήρεμο, πιο ώριμο και πιο ψύχραιμο, κάτι που διεφάνη στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε την κριτική που δέχθηκε από την πλευρά Μπολσονάρου, περισσότερο συμπεριληπτικό, λιγότερο οραματικό (παρά το ό,τι η ιδεολογική διάσταση δεν εξέλιπε, όπως είπαμε και πιο πάνω), και ριζοσπαστικό και  περισσότερο πρακτικό. Οι δικαστικές του περιπέτειες και η δίωξη που του ασκήθηκε για διαφθορά, φαίνεται πως τον ωφέλησαν σε πολιτικό επίπεδο, επιτρέποντας του, δια της επίδειξης της ‘ηθικής ποιότητας’ του (δεν ‘διακατέχομαι από αισθήματα εκδίκησης’) να κερδίσει την υποστήριξη ακόμη και συνειδητών υποστηρικτών του Μπολσονάρου, έστω και σε μικρό βαθμό.

[6] Θα μπορούσε να αποτελέσει η φθορά της διακυβέρνησης παράγοντα που επέδρασε στο τελικό αποτέλεσμα, όπως επισημαίνει ο Παναγιώτης Κουστένης αναφερόμενος στις βουλευτικές εκλογές του 1981 εν Ελλάδι και στην νίκη του ΠΑΣΟΚ; Η απάντηση είναι πως όχι: Η διάρκεια της προεδρικής θητείας και ο τρόπος με τον οποίο κινήθηκε ο Μπολσονάρου, μας αποτρέπουν από το να πούμε ανοιχτά πως η φθορά έπαιξε κάποιον ρόλο στην εκλογική του ήττα. Διαρκώς, πρέπει να ψάχνουμε βαθύτερα. Βλέπε σχετικά, Κουστένης, Παναγιώτης., ‘Στο λυκόφως (;) του πράσινου ήλιου: Συγκρότηση και μετεξέλιξη της εκλογικής βάσης του ΠΑΣΟΚ (1974-2015),’ στο: Ασημακόπουλος, Βασίλης., & Τάσσης, Χρύσανθος., (επιμ.), ‘ΠΑΣΟΚ 1974-2018. Πολιτική οργάνωση, Ιδεολογικές μετατοπίσεις, κυβερνητικές πολιτικές,’ Πρόλογος: Σπουρδαλάκης, Μιχάλης, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 2018, σελ. 295. Για τον Κουστένη, ένας εκ των λόγων της εκλογικής νίκης του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 1981, ήσαν η «φθορά της κυβέρνησης» Καραμανλή-Ράλλη.

[7] Η μεγαλύτερη επιτυχία του Μπολσονάρου έγκειται στο ό,τι κατόρθωσε να ενεργοποιήσει εκ νέου ιστορικές τάσεις και κοινωνιο-πολιτισμικά ρεύματα που διαπερνούσαν την Βραζιλιάνικη κοινωνία.

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

ΚΡΗΤΗ FM 101.5 live