Διεμφυλικά παιδιά και ιατρικός κόσμος

«Έτσι, μας δίνεται η εντύπωση ότι ο πολιτισμός είναι κάτι επιβεβλημένο σε μια απείθαρχη πλειοψηφία εκ μέρους μιας μειοψηφίας που έχει κατανοήσει πώς να ιδιοποιηθεί τα μέσα εξουσίας και καταναγκασμού».

Sigmund Freud, «Το μέλλον μιας αυταπάτης»

Εδώ και πάνω από μία δεκαετία, τα αιτήματα «αλλαγής φύλου» παιδιών και εφήβων γνωρίζουν πρωτοφανή έκρηξη τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στην Ευρώπη.

Ανάλογα με τις χώρες, μέσα σε διάστημα δέκα έως δεκαπέντε ετών, η διάγνωση «δυσφορίας φύλου», η οποία εκφράζει ένα αίσθημα αναντιστοιχίας ανάμεσα στο ανατομικό φύλο της γέννησης και το «υποκειμενικό αίσθημα», αυξήθηκε από 1.000% σε 4.000%. H αναλογία των αιτημάτων αλλαγής φύλου αντιστράφηκε: σήμερα πλειοψηφούν τα κορίτσια, ενώ παλαιότερα επρόκειτο κυρίως για αγόρια.

Σύμφωνα με κάποιους ειδικούς, «το αίσθημα ταυτότητας φύλου εμφανίζεται συνήθως περίπου μεταξύ δυόμισι και τριών ετών και μπορεί να λεκτικοποιείται ή να εκδηλώνεται καθαρά στη συμπεριφορά». Όσο απίστευτο, λοιπόν, κι αν φαίνεται, από την ηλικία των δύο ετών και εξής μπορεί να διαγνωστεί δυσφορία φύλου. Προκειμένου να υπάρξει ανταπόκριση σ’ αυτά τα αιτήματα, δημιουργήθηκαν ειδικά κέντρα όπου επαγγελματίες της παιδικής ηλικίας ειδικεύονται στην τρανς ταυτότητα.

Αυτό είναι το φαινόμενο που μας θέτει ερωτήματα και όχι οι επιλογές των ενήλικων διεμφυλικών [transgender], που παλαιότερα αποκαλούνταν τρανσέξουαλ [transsexual]: αυτοί υπήρχαν πάντοτε ως μια πολύ μικρή μειοψηφία και, όπως ακριβώς και άλλες μειονότητες, δεν πρέπει να αποτελούν αντικείμενο διακρίσεων. Το να έχουν τα άτομα αυτά «δικαίωμα στην αδιαφορία», δηλαδή δικαίωμα να ζουν όπως οι κανονικοί άνθρωποι, δεν αμφισβητείται: είναι ηθική επιταγή κάθε δημοκρατικής κοινωνίας.

Σήμερα, όμως, μπορεί κανείς να αλλάξει φύλο, αρκεί να το θελήσει, με την εν λευκώ εξουσιοδότηση του ιατρικού σώματος. Οι ορμόνες και το νυστέρι, όπως ακριβώς άλλωστε και ένα ψηφιακό hashtag, μετατρέπουν κάποιον σε αγόρι ή κορίτσι, τόσο στο σώμα όσο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η ανατομική (και γενετική) διαφορά των φύλων φαίνεται πως αποτελεί μείζον εμπόδιο σε μια υποτιθέμενη ολοκλήρωση· η αποδέσμευση από αυτήν μοιάζει απελευθερωτική. Υπό το πρόσχημα της επερώτησης του δυαδισμού, παρακολουθούμε την ανάδυση ενός δογματισμού που πρεσβεύει – στο όνομα κάποιας ιδεολογίας – ότι η ανατομία δεν είναι παρά ένα επιφαινόμενο: το αυτοπροσδιοριζόμενο παιδί θα πρέπει να μπορεί να επιλέξει το φύλο του σε συνάρτηση με τα «υποκειμενικά του αισθήματα».

Από ’κεί και πέρα, τίθενται ηθικά ζητήματα: σε ποια ηλικία πρέπει να χρησιμοποιηθούν τα μεγάλα μέσα και να καταστεί δυνατόν, αλλά και με ποιο τίμημα, το αίτημα αλλαγής φύλου που απευθύνεται στην ιατρική;

Με κίνδυνο (τον οποίο αναλαμβάνουμε) να χαρακτηριστούμε τρανσφοβικές, επειδή δεν συντασσόμαστε με την κρατούσα αντίληψη, αλλά και με τη φιλοδοξία (την οποία επίσης αναλαμβάνουμε) να υπερασπιστούμε τους ανηλίκους, ακόμη και ενάντια στην επιθυμία τους, κάνουμε την υπόθεση, η οποία ενισχύεται από άλλους συγγραφείς, ότι η τρανς ταυτότητα (η ανάγκη να ζει κανείς μέσα σε ένα κοινωνικό φύλο [gender] διαφορετικό από το «βιολογικό φύλο [sex] που αποδίδεται κατά τη γέννηση») υπάγεται σε μια ιδεολογική υποκουλτούρα που μεταδίδεται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και η οποία θυμίζει, από πολλές απόψεις, σεκταριστική επιρροή.

Στην κλινική εμπειρία μας ερχόμαστε αντιμέτωπες με τον αντίκτυπο αυτών των ιδεολογιών στο σώμα και στον ψυχισμό των παιδιών και των εφήβων με τους οποίους εργαζόμαστε εδώ και πολλά χρόνια. Θεωρήσαμε, λοιπόν, επιβεβλημένο να αντιδράσουμε, πόσο μάλλον που το θέμα αυτό γοητεύει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα οποία του δίνουν πρόθυμα ευρεία δημοσιότητα.

* Το κείμενο αυτό είναι ο πρόλογος των συγγραφέων Καρολίν Ελιάσεφ και Σελίν Μασσόν στο βιβλίο τους «Η κατασκευή του διεμφυλικού παιδιού», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κουκκίδα

"google ad"