ΔΙΗΓΗΜΑ: ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΜΕ ΠΙΑΣΕΤΕ

Κανένα σχόλιο

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ |

Καμένη ιστορία ή ζοφερή αλήθεια. Και τελικά ο Τσακ Λόντον είχε δίκιο;

…Ένα δυστοπικό διήγημα  για το ολοκληρωτικό νεοφιλελευθερισμό, τους «ηττημένους» και τους «νικητές».

"Sponsored links"

Για το επερχόμενο τέλος και τα μεγάλα ερωτηματικά μπροστά του.

Ποιος είναι ο συγγραφέας

Ο Παναγιώτης Ξηρουχάκης  γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1977. Είναι Διδάκτωρ Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, τραγουδιστής των Pornostroika dadaifi  που εντάσσονται στο ZERO ARTISTIC MOVEMENT (Z.A.M) αλλά και συντάκτης του περιοδικού ZERO GEOGRAPHIC και συνεργάτης της εφημερίδας “Αγώνας της Κρήτης”.

Το “Ποτέ δε θα με πιάσετε” είναι το τέταρτο έργο του. Έχει γράψει άλλα τρία έργα επιστημονικής φαντασίας και δυστοπίας:

Ο Έκτορας το 2065 (2008), Ευρώπη το 2085 (2011) και Το Λυκόφως του τρόμου (2012).

————————————

Να σε κυβερνούν σημαίνει με κάθε ευκαιρία, σε κάθε σου κίνηση, να σε σημειώνουν, να σε καταχωρούν, να σε καταγράφουν, να σε τιμολογούν, να σε σφραγίζουν, να σε καταμετρούν, να σε ταξινομούν, να σε εκδίδουν, να σε απολύουν, να σε εξουσιοδοτούν, να σε υποσημειώνουν, να σε νουθετούν, να σε εμποδίζουν, να σε μετασχηματίζουν, να σε ευθυγραμμίζουν, να σε διορθώνουν.

Προυντόν

Οι φυσιολόγοι πρέπει να σκέφτονται καλά πριν θεωρήσουν δεδομένο ότι η ενόρμηση της αυτοσυντήρησης είναι η κύρια ενόρμηση στα οργανικά όντα. Κάτι ζωντανό επιθυμεί πάνω από όλα να διαχύσει τη ρώμη του – όλη η ζωή είναι μια θέληση για δύναμη: η αυτοσυντήρηση είναι μόνο μία από τις έμμεσες και συχνότερες συνέπειές της.

"Sponsored links"

Νίτσε

 

Μέρος πρώτο

Ήταν πέντε μπάτσοι γύρω του. Ο Μπάτσος Δικαστής–έτσι είχε αποκαλέσει τον εαυτό του– μας κοιτούσε με ήρεμο ύφος και είπε:

«Σας φέραμε εδώ, μέσα στα μεσάνυχτα, για να περάσετε την ύψιστη δοκιμασία υποταγής στην εξουσία.Είναι απλό· είστε όλοι βολεμένοι.Άλλος είναι δημόσιος υπάλληλος,άλλος ευκατάστατος επιχειρηματίας,άλλος μεγαλοδικηγόρος, και τα λοιπά.Θα συνεχίσετε να κάνετε αυτά που κάνατε, αρκεί να σκοτώσετε κάποιον, αφού πρώτα τον βασανίσετε.Αυτόν που θα σκοτώσετε,δεντονξέρετε.Αν το κάνετε αυτό, θα γυρίσετε πίσω στις δουλίτσες και τις οικογένειές σας».

Ήταν ένας τύπος γύρω στα τριάντα, τονέλεγες και μοντέλο. Το πρόσωπό του ήταν ο ορισμός της κλασικής ομορφιάς, με μάτια που κοίταζαν ήρεμα και αποφασιστικά τον άλλον. Φορούσε μόνο μαύρα, εκτός από μία άσπρη ζιβάγκο κάτω από τομαύροτου σακάκι. Είχε μακριά μαύρα μαλλιά. Πιο πολύ τον έλεγες ροκά ή εναλλακτικό γιάπη παρά δικαστή.

Μια γυναίκα που ήταν δίπλα μου άρχισε να γελά υστερικά.

«Είναι αστείο, έτσι δεν είναι;Ένα σόκιν αστείο!»

Ένας μπάτσος πήρε ένα τασάκι και το κατέβασε με δύναμη στο πρόσωπό της.Ο Μπάτσος Δικαστής είπε:

«Ακούστε και πάρτε το απόφαση αυτή τη στιγμή! Εδώ είστε ένα τίποτα, κανείς δεν ξέρει ότι είστε εδώ και έχουμε την απόλυτη εξουσία πάνω σας.Πάρτε το απόφαση.Όπως ήδη είπα, θα κάνετε αυτό που πρέπει και θα ξαναγίνετε τα πάντα.Αν δενσκοτώσετε, θα μείνετε φυλακισμένοι για αόριστο χρονικό διάστημα.Μπορεί για μια ημέρα, μπορεί για όλη σας τη ζωή.Μπορεί να χάσετε τις πολυπόθητες δουλίτσες σας.Να μην ξαναδείτε τους οικείους σας. Το μόνο που θα κάνετε είναι να σκοτώσετε κάποιον.Επιλέξαμε τα θύματα από τα κατώτερα οικονομικά και πνευματικά  στρώματα. Πιστέψτε το, δεν θα λείψουν από κανέναν. Εσείς, από την άλλη,ανήκετε στην ελίτ, που βρίσκεται ακριβώς κάτω από την άρχουσα τάξη. Θα λείψετε από κόσμο και έχετε και πράγματα να χάσετε. Θα έχετε καθαρή τη συνείδησή σας αν κάνετε τα πάντα για να επιστρέψετε!»

Έκανε μια παύση και περιμέναμε με βουβή αγωνία τη συνέχεια.

«Δεν μπορεί να είναι αλήθεια», σκέφτηκα.

«Ναι, είναι αλήθεια», είπε σαν να διάβασε τη σκέψη μου, μην πω τη σκέψη όλων. «Κάθε πέντε χρόνια το σύστημα επιλέγει τυχαία πέντε ευνοημένους πολίτες και τους φέρνει εδώ.Δεν ξέρω πόσα χρόνια γίνεται αυτό,αλλά δεν έχει σημασία.Δεν ξέρω και τον λόγο. Ίσως να υπάρχει κάποιος λόγος, όπως ο έλεγχος των υπηκόων. Ίσως να μην υπάρχει κανένας λόγος».

Κοίταξα γύρω μου τα τρομαγμένα πρόσωπα των υπηκόων-θυμάτων αυτού του ημιπαράφρονα. Άλλος γελούσε νευρικά, άλλος έκλαιγε, ενώ το αίμα της λιπόθυμης κοπέλας είχε γεμίσει το πάτωμα.

«Αρκετά. Θα πάτε στο κελί σας.Θα έχετε μία μέρα για να σκεφτείτε. Αύριο τέτοια ώρα θα αποφασίσετε αν θα ξαναγίνετεελεύθεροι κάνοντας το χρέος σας απέναντι σε μένα και σε ό,τι εκπροσωπώ!»

Με πέρασανμέσα από δαιδαλώδεις διαδρόμους και με οδήγησαν στο  κελί.Όταν έμεινα μόνος, άρχισα να σκέφτομαι την κατάσταση.Ήταν όλα τόσο παράξενα,τόσο εξωπραγματικά.Μέχρι τότε δεν μου είχε συμβεί τίποτα τόσο κακό.Είχα και εγώ τις δυσκολίες μου, αλλά γενικά τα πράγματα μου πήγαιναν μέλι γάλα.Γιατί να το κάνουν αυτό στους ανθρώπους;Δεν είχα πειράξει μυρμήγκι.Γιατί να υποφέρω;

Μεγάλωσα σε μια μεγαλοαστική οικογένεια. Η μάνα μου ήταν δικηγόρος και ο πατέρας μου ξενοδόχος. Δεν είχα άσχημα παιδικά χρόνια,όμως στην εφηβεία έγινα και εγώ –όπως οι φίλοι μου– αντιδραστικό στοιχείο, δηλαδή χούλιγκαν.Αφού τις έφαγα μια φορά καλά, έβαλα μυαλό και τα παράτησα.Στο πανεπιστήμιο έγινα αριστερός, κάτι που ήταν της μόδας εκείνη την εποχή.Τουλάχιστον εγώ διάβασα και Μαρξ, σε σχέση με τους άλλους. Τα χρόνια πέρασαν και κοντά στα σαράντα, όταν πλέον η χώρα είχε αριστερή κυβέρνηση, διορίστηκα με τρόπο όχι και τόσο αξιοκρατικό, μαζί με χιλιάδες άλλους ομοϊδεάτες μου, στο ελληνικό δημόσιο.Από τότε η ζωή μου πήρε την κλασική πορεία. Ρουφιανιά, γλείψιμο και λούφα. Και τα πράγματα πήραν την πορεία τους, παντρεύτηκα, και τα λοιπά.

Πόση ώρα είμαι εδώ; Χτυπώ την πόρτα.

«Ανοίξτε μου,δεν έχετε δικαίωμα να το κάνετε αυτό.Είναι μία φάρσα όλα, είμαι σίγουρος».

Δεν παίρνω βέβαια καμία απάντηση. Περπατάω πάνω κάτωαπό τη νευρικότητα, ένας Θεός ξέρει πόση ώρα, και εξαντλούμαι.

«Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό»,λέω στον εαυτό μου.

Και όμως είναι.

Προσπάθησα να κοιμηθώ λίγο, αλλά ξύπνησα από τα βογκητά δυνατού  σεξ από το διπλανό κελί.Μα τι γίνεται πλέον σ’ αυτή τη φυλακή της παράνοιας. Οι άλλοι κάνουν σεξ δίπλα; Μήπως βιάζουν καμία κρατούμενη; Μήπως είναι τέχνασμα ψυχολογικού πολέμου;Σε κάθε περίπτωση, τα βογκητά λίγο μετά σταμάτησαν.Τέλος πάντων, πρέπει να αποφασίσω τώρα τι θα κάνω.Θα σκοτώσω και θα βασανίσω;Τι θα έκανε ο πατέρας μου;Τι θα ήθελε η γυναίκα μου;Ποιος ξέρει… Γιατί λοιπόν να μην το κάνω,αφού πρέπει να σώσω το τομάρι μου;Ναι, αλλά αυτός θα πεθάνει, αυτός θα βασανιστεί πραγματικά. Ίσως τον περιμένει η οικογένειά του πίσω. Ίσως αν δεν το σκοτώσω,τον αφήσουν ελεύθερο να γυρίσει πίσω. Πάντως δεν μπορώ να φανταστώ με τίποτα τον εαυτό μου φονιά.

Ας πούμε ότι τελικά δεν σκοτώνω. Πέρα απ’ το ότι αυτός ο άνθρωπος που προοριζόταν να έχει αυτό το φρικτό τέλοςθα ζήσει, εγώ αργά ή γρήγορα θα  βγω από τη φυλακή. Και θα ξαναρχίσω τη ζωή μου χωρίς να με βαραίνει ένα τέτοιο έγκλημα.Θα βγω από τη φυλακή όμως ποτέ;Ή μήπως θα σαπίσω εδώ; Αυτό που γίνεται είναι νόμιμο;Μήπως είναι κάποια παρακρατική ομάδα-οργάνωση αυτονομημένη;Πάντως οι μπάτσοι φοράνε κανονικές στολές και δεν μπορεί να μη γνωρίζει την ύπαρξη αυτής της φυλακήςτο κράτος. Ναι, αλλά και πάλι όλα αυτά μπορεί να δρουν ανεξάρτητα, αυτονομημένα, παράλληλα με το κράτος. Από σαδισμό κάποιων. Ή μπορεί να θέλουν να φάνε εμάς, για να προωθήσουν άλλους στη θέση μας, τους δικούς τους. Και όλα αυτά να γίνονται εν αγνοία του κράτους. Ήμε την ανοχή του; Ποιος ξέρει…

Δεν είμαι χριστιανός, ξέρω ότι ο ένας τρώει τον άλλον, αλλά ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα έφτανα σ’ αυτό το δίλημμα. Γιατί να έρθω σε αυτή τη θέση εγώ που δεν είχα πειράξει κανέναν; Αλλά ήταν αλήθεια αυτό; Ήμουν τόσο αθώος;

Ξανάρθε η τρομερή ανάμνηση.Προχωρούσα στον δρόμο όταν είδα μπροστά μου μια αναμαλλιασμένη μεσήλικα να βαρά με λύσσα με γροθιές στο πρόσωπο έναν πιτσιρικά – πρέπει να ήταν κοντά στα είκοσι αυτός.Ύστερααπό κάποιο σημείο εκείνος απάντησε στις γροθιές της ρίχνοντας κλοτσιά  στη μεγάλη κοιλιά της γυναίκας, που έπεσε κάτω. Τότε αυτός πήγε από πάνω και άρχισε να την κλοτσάει με μανίαστο κεφάλι.Μια γριά μπήκε στη μέση και έπεσε πάνω από τη γυναίκα για να την προστατέψει από τα χτυπήματα,ενώ ταυτόχρονα φώναζε ξεψυχισμένα:«Μη, τη μάνα σου,μη!»Και τότε κατάλαβα το ακατανόητο.Μάνα και γιος και μια κακόμοιρη γιαγιά.Και γύρω όλοι εμείς κοιτάζαμε σαν χάννοι, στο κέντρο μιας μεγάλης πόλης, και κανείς δεν έκανε τίποτα, παρά μια άμοιρη γριά.

Θα μπορούσα να επέμβω, αλλά εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα την ατάκα ενός συναδέρφου μου δημοσίου υπαλλήλου: «Εγώ δεν μπλέκω ποτέ σε καβγάδες».Η γυναίκα τότε σηκώθηκε όρθια και φώναζε στον ίδιο της τον γιο: «Πούστη, θα σε γαμήσω!Πούστη, θα σε γαμήσω!»

Έβλεπα το μίσος στα μάτια του να μεγαλώνει.Εκείνη τη στιγμή έπρεπε να επέμβω.Αλλά τα σοφά λόγια της μάνας μου με καθησύχασαν: «Μην τυχόν μπλέξεις πουθενά, τώρα που σε χώσαμε στο δημόσιο». Μόνο ένα κοριτσάκι δεκαπέντε χρονών βγήκε μπροστά και τους ζήτησε να σταματήσουν. Φώναζε φοβισμένο: «Σταματήστε!»

Μάλιστα γύρισε προς εμάς και μας εκλιπαρούσε με τα μάτια να επέμβουμε. Εγώ βέβαια είχα αποφασίσει απλώς να κοιτάζω με περιέργεια και φόβο, και να μην κάνω τίποτα. Όσο για τους γύρω μου, δεν ξέρω αν κανείς θα άλλαζε άποψη μετά την ικεσία του κοριτσιού. Γιατί στη συνέχεια όλα γίνανε γρήγορα· και να ήθελε κάποιος ν’ αντιδράσει, ήταν αργά.

Μέσα λοιπόν σε δευτερόλεπτα, ο πιτσιρικάς έπεσε πάνω στη μάνα του και έχωσε ένα μαχαίρι στον λαιμό της. Αυτή τον κοίταξε με φρίκη,βάζοντας το χέρι της στον λαιμό της σε μια απέλπιδα προσπάθεια να σταματήσει τους πίδακες από αίμα. Αυτός έχοντας καταλάβει τι έκανε, κοίταζε με γουρλωμένα μάτια, σοκαρισμένος, τη μάνα του να σφαδάζει από τον πόνο,καθώς αργοπέθαινε έχοντας πέσει στην άσφαλτο. Και επειδή δεν έκανα κάτι τότε, κατάλαβα ότι δεν θα ξαναέκανα ποτέ.Επειδή δεν μίλησα τότε, δεν θα ξαναμιλούσα ποτέ.

Ξημέρωσε, έχω αποφασίσει να σκοτώσω.Μια ζωήξεφτιλισμένοςήμουν. Πούλησα την ιδεολογία μου για να μπω στο δημόσιο.Το έπαιζαεπαναστάτης με τα λεφτά του μπαμπά.Τότε, άφησα τη γυναίκα να πεθάνει. Ακόμα και ένα δεκαπεντάχρονοκορίτσι είχε περισσότερα αρχίδια από εμένα τον ξεφτίλα. Άρα τώρα τι θα έχανα;Την ανύπαρκτη τιμή μου;Όλοι εναντίον όλων,έτσι είναι.Σιγά μη σαπίσω εδώ.

Μας πήγαν στην αίθουσα βασανιστηρίων. Τα θύματα ήταν δεμένα σε καρέκλες, με φιμωμένα τα στόματα, και μας κοίταζαν με μάτια που εκλιπαρούσαν.

«Πρώτος είστε εσείς, κύριε Μάνο.Έχετε μια καλή δουλειά σαν μεγαλοδικηγόρος και μια αξιαγάπητη οικογένεια.Ορίστε, πάρτε το σφυρί και βαρέστεμε αυτό το κεφάλι τουθύματός σας.Είναι ένα τίποτα,ένα μηδενικό,δεν θα λείψει από κανέναν. Άσε που δεν θα έχει ποτέ τα λεφτά για να του παρέχετε τις υπηρεσίες σας, σε αντιδιαστολή με τόσους αξιοσέβαστους πολίτες που σας έχουν σε εκτίμηση. Εμπρός, κάντε το χρέος σας!»

Ο μεγαλοδικηγόρος κατευθύνθηκε με αποφασιστικότητα, χωρίς να πει τίποτα, και άρχισε να χτυπάει τον άμοιρο στο κεφάλι. Αυτό κράτησε για πέντε λεπτά περίπου, μέχρι που το κεφάλι του είχε γίνει μια άμορφη μάζα.

Είχα ήδη πάρει την απόφασή μου.

«Δεύτερη είστε εσείς,κυρία Ελένη. Είστε διευθύντρια σ’ ένα ινστιτούτο για τα δικαιώματα των γυναικών. Έχετε μια αξιαγάπητη οικογένεια που σας περιμένει, ενώ η προσφορά σας στα κοινωνικά ζητήματα αναγνωρίζεται από όλο τον ανώτερο κόσμο. Απέναντί σας βρίσκεται μια πόρνη, που δεν προσφέρει τίποτα στην κοινωνία. Εξοντώστε την όπως πρέπει, για να γυρίσετε πίσω στον κόσμο.Πάρτε αυτό το σκοινί και πηγαίνετε πίσω από αυτό το άθλιο υποκείμενο και πνίξτε τη.Ο θάνατός της έτσι θα είναι  βασανιστικός και όχι ακαριαίος».

Η κυρία αυτή,με δάκρυα στα μάτια, προχώρησε με σκυμμένο το κεφάλι για να αποφεύγει τα ικετευτικά μάτια της κοπέλας.Πήγε από πίσω και βγάζοντας κραυγές ενοχής και κλαίγοντας έπνιξε τελικά το θύμα της σε πέντε λεπτά.Μεταξύ των σπαρακτικών κραυγών που έβγαλε, νομίζω ότι την άκουσα να λέει: «Για την οικογένειά μου!»

Όλοι εναντίον όλων, ή αυτοί ή εσύ!

«Επόμενος είστε εσείς, κύριε Γιώργο. Είστε στρατηγός του περήφανου στρατού μας, σίγουρα θα ξέρετε ότι δεν φτιάχνεις ομελέτα αν δεν σπάσεις αυγά. Σας έχω πλήρη εμπιστοσύνη. Ξέρω ότι θα κάνετε το χρέος σας χωρίς πολλά πολλά. Πάρτε την τανάλια και βγάλτε τα νύχια του ηλίθιου απέναντί σας. Μετά, μ’ αυτό το περίστροφο εκτελέστε τον. Η πατρίδα σάς περιμένει πίσω. Έχει ανάγκη τις υπηρεσίες σας».

Το απερίγραπτο θέαμα το οποίο ήμασταν υποχρεωμένοι να δούμε–καθώς κάθε φορά που αποστρέφαμε το κεφάλι, τα κλομπ των αστυνομικών μάς επανέφεραν στησωστή θέση–, μου προκάλεσε ξερατό.

«Τώρα είναι η σειρά σου, Καλλιόπη. Βοηθός υπουργού σε συντηρητική κυβέρνηση από τόσο νεαρή ηλικία και δηλωμένη θεούσα. Σε περιμένει ο πρώην υπουργός εραστής σου πίσω και ένα λαμπρό μέλλον.Το μόνο που χρειάζεται, είναι να πάρεις αυτό το σφυρί και να σπάσεις όλα τα κόκαλα του λαμόγιουαπέναντί σου.Είναι ένας εγκληματίας,μια βρόμικη ύπαρξη.Κάνε το χρέος σου, για να επιστρέψεις στον κόσμο».

Το πρόσωπο του Μπάτσου Δικαστή είχε πάρει μια πομπώδη έκφραση μεγαλείου και ημιπαραφροσύνης.

Η κοπέλα ήταν εκείνη που της είχαν τσακίσει το κεφάλι με το τασάκι.Άρχισε να χοροπηδά σαν τρελή:

«Δεν το κάνω! Δεν το κάνω!»

Ένας από τους μπάτσους, κατόπιν νεύματος του Μπάτσου Δικαστή, τη χτύπησε στο κεφάλι και αυτή έπεσε κάτω. Τη σήκωσαν δυο και την έφεραν σηκωτή αντιμέτωπη με τον αρχηγό.Εκείνος την κοίταξε κατάματα και της είπε:

«Άκου να σου πω, πορνίδιο,σιχαίνομαι ν’αποτυγχάνω. Θες να σαπίσεις σε αυτή τη βρομοφυλακή;Νομίζεις ότι υπάρχει Θεός, να ακούει τις προσευχές σου εδώ; Νομίζεις ότι ο γκόμενός σου ο υπουργός θα ασχοληθεί μαζί σου; Και αν εσύ είσαι αποτυχημένη, γιατί να χρεωθώ και εγώ την αποτυχία σου, βρόμα;»

Αυτή τον κοίταζε ξεψυχισμένα, ενώ φαινόταν ότι είχε αρχίσει να τρελαίνεται, καθώς το κεφάλι της κουνιόταν νευρικά μπρος πίσω. Μόνο μουρμούριζε και επαναλάμβανε:«Μη».

Ο Μπάτσος Δικαστής συνέχισε με μαλακότερο ύφος.

«Ωραία, θα κάνουμε μια παραχώρηση για σένα.Πάρε το πιστόλι, ρίξε στο κεφάλι και δενχρειάζεταινα βασανίσεις. Σου είπα, σιχαίνομαι την αποτυχία.Θα φύγετε όλοι από δω έχοντας κάνει το σωστό, έστω και με λίγο σπρώξιμο».

Πήρε το πιστόλι στο χέρι και λίγο μετά προχώρησε νευρικά προς το υποψήφιο θύμα της.Φαινόταν από τον τρόπο που περπατούσε ότι γινόταν τρομερή σύγκρουσημέσα της –έκανε ένα βήμα πίσω και ένα μπροστά. Ο αρχηγός κοίταζε με νευρικότητα και φαινόταν ότι σιγά σιγά έχανε την υπομονή του.Τελικάόμως εκείνη κατάφερε να υπερνικήσει τις ενοχές και έφτασε ένα μέτρο απέναντι από το υποψήφιο θύμα της που έκλαιγε, ενώ το φιμωμένο του στόμα εκτόξευε κραυγές, που σε εμάς έφταναν σαν παρανοϊκοί  ήχοι.Η κοπέλα γύρισε και κοίταξε τρομαγμένη τον αρχηγό, που της είπε με ηρεμία:

«Κάνε το χρέος σου, παιδί μου».

Τότε αυτή κλαίγοντας ζήτησε συγγνώμη από το θύμα της και πάτησε τη σκανδάλη.Οι παρανοϊκοί ήχοι σταμάτησαν και το μόνο που απόμεινε ν’ ακούγεται ήταν οι υστερικοί λυγμοί της κοπέλας.

«Τελευταίος είσαι εσύ, Τζίμη. Γιος ξενοδόχου, ελπιδοφόρο στέλεχος του δημοσίου…»

«Μην κάνεις τον κόπο, μπάτσε, πήρα την απόφασή μου, δεν θα το κάνω».

Επειδή τότε δεν μίλησα, τώρα θα μιλούσα. Επειδή τότε δεν έκανα τίποτα, τώρα θα έκανα.Και στην τελική, δεν ήμουν τόσο κακός άνθρωπος.Αν εξαιρέσεις μερικά άσχημα πράγματα στη ζωή μου, δεν πείραξα μυρμήγκι. Αγωνίστηκα για ένανκαλύτερο κόσμο,έστω και αποτυχημένα.Όμως βαθιά μέσα μου ξέρω ότι τα πρώτα χρόνια το πίστευα.Μετά μπήκε το χρήμα,η προδοσία και τα λοιπά.Αλλά κάποτε ήμουν άλλος άνθρωπος.

Πριν μιλήσει ο αρχηγός, πήρα τον λόγο.

«Μη χάνεις τον χρόνο σου, μπάτσε. Αν θέλετε, σκοτώστε με, αλλά αυτό δεν το κάνω. Ίσως είμαι κορόιδο, ίσως ιδεολόγος,ίσως πάλι και μαλάκας. Απλώς θέλω να σου πω να πάρεις τ’ αρχίδια μου».

Με κοίταξε σαστισμένος. Περίμενα ότι θα έτρωγα πολύ ξύλο.Αντίθετα, και αφού αυτός το σκέφτηκε για κάποια λεπτά, έδωσε εντολή στους υφιστάμενούς του.

«Πολύ καλά, πάρτε τον στο κελί του».

Ύστερα από λίγο με επισκέφτηκε στο κελί  μου.Είπε στους φρουρούς να περιμένουν έξω.Με πλησίασε.

«Ναξέρεις ότι θαυμάζω το κουράγιο σου.Όμως τώρα θα υποφέρεις, όπως ήταν γραπτό από τον νόμο.Κανείς δεν είναι πάνω από εκείνον και έτσι θα τιμωρηθείς.Δεν θα πάθεις αυτά που πάθανε οι άλλοι κακομοίρηδες βέβαια.Αυτοί έξω που βασανίστηκαν, υπήρξαν φτωχομπινέδες.Ο νόμος έχει άλλη τιμωρία για τους φτωχούς και άλλη για τους ευκατάστατους.Εσύ θα υποφέρεις φυλακισμένος. Δεν θα υποστείς βία. Θα σε ταΐζουμε κανονικά και θα ζεις με την αναμονήότι αργά ή γρήγορα θα βγεις από δω.Μπορεί να βγεις αύριο, μπορεί ποτέ. Η ελπίδα σκοτώνει».

«Να σε ρωτήσω κάτι;»

«Ό,τι θες, Τζίμη.Δεν ξέρω αν είναι η τελευταία φορά που μεβλέπεις, γι’ αυτό δικαιούσαι, πιστεύω, να μάθεις ό,τι θες».

«Όλο αυτό είναι νόμιμο;»

«Ναι».

«Όπως και να ’χει, πώς μπορείς και ζεις με τη συνείδησή σου;»

«Ακολούθησα τη λογική,όπως έκαναν και οι άλλοι τέσσερις, σε αντίθεση με σένα.Ο νόμος είναι νόμος και η λογική μάς βοηθά να τον υπηρετούμε.Αν ακολουθείς διαταγές, πάει να πει ότι ακολουθείς τον νόμο και κάνεις το σωστό,το λογικό.Άρα δεν έχεις πρόβλημα με τη συνείδησή σου.Τώρα που το σκέφτομαι, τι σημαίνει συνείδηση;Σημασία έχει η επιβίωση.Η αυτοσυντήρηση.Ο νόμος!»

«Είσαι στη δουλειά χρόνια;»

«Πολύ καιρό…»

«Πώς γίνεται, αφού είσαι τόσο νέος;»

Γύρισε χωρίς ν’ απαντήσει και έφυγε.

Η πόρτα έκλεισε και έμεινα μόνος.Για πόσο;

 

 

Μέρος δεύτερο

 

Θα βγω από εδώ ποτέ; Θα είμαι για πάντα εδώ;Θα βγω ποτέ;Δεν θα βγω ποτέ… Δεν ξέρω τι να κάνω. Δεν περνά η ώρα. Ηρέμησε. Τζίμη, ηρέμησε.Αλλά δεν θα γυρίσω ποτέ πίσω.Δεν θα ξαναδώ τη Μαρία.Θ’ ανησυχούν οι άλλοι;Σίγουρα!Ή μήπως με ξέχασαν;Λείπω καιρό.Θα με θυμούνται;

Δεν θα ξαναδώ ποτέ τη φύση.Δεν θα περπατήσω ποτέξανά σε σοκάκια πόλεων.Δεν θα ξανακούσω ποτέ την αγαπημένη μου μουσική.Όταν ήμουν παιδάκι, μου έλεγαν να κάνω το καλό.Αυτό πάντα ανταμείβεται.Αρχίδια!Ωραία ανταμείφθηκα.Ευχαριστώ πολύ για τις αλήθειες που μου είπατε όταν ήμουν  παιδάκι.Σας ευχαριστώ όλους σας,λαμόγια.Από καρδιάς…

Τι σημαίνει τελικά εξουσία; Τι σημαίνει κυβέρνηση; Ο ευκατάστατος κόσμος νομίζει ότι είναι ελεύθερος μέσα στην κοινωνία, αλλά έρχεται η ώρα που πρέπει να πει το μεγάλο «ναι» και το μεγάλο «όχι». Και τότε καταλαβαίνει και αυτός ό,τι ξέρουν από ένστικτο όλοι οι άποροι αυτού  του κόσμου. Είχα διαβάσει κάποτε τα λόγια ενός επαναστάτη, στον οποίο  πίστεψα για λίγο στη νεότητά μου. Τώρα βλέπω πόσο δίκιο είχε. Έλεγε περίπου τα εξής:

«Να σε κυβερνούν σημαίνει–με τη δικαιολογία του δημόσιου οφέλους και στο όνομα του γενικού συμφέροντος– να σε φορολογούν, να σε ταλαιπωρούν, να σε ληστεύουν, να σε εκμεταλλεύονται, να σε μονοπωλούν, να σε ιδιοποιούνται, να σε συνθλίβουν, να σε εξαπατούν, να σε κλέβουν, κι έπειτα, με τη μικρότερη διαμαρτυρία σου, με την πρώτη σου αντίρρηση, να σε καταστέλλουν, να σε αλλάζουν, να σε εξευτελίζουν, να σε προσβάλλουν, να σε κυνηγούν, να σε βασανίζουν, να σε αμαυρώνουν, να σε αφοπλίζουν, να σε εκτρέπουν, να σε φυλακίζουν, να σε τουφεκίζουν, να σε βομβαρδίζουν, να σε δικάζουν, να σε καταδικάζουν, να σε εξορίζουν, να σε θυσιάζουν, να σε πουλάνε, να σε προδίδουν, και στο τέλος να σε γελοιοποιούν, να σε βιάζουν, να σε ατιμάζουν.Αυτό είναι η κυβέρνηση, αυτό είναι η δικαιοσύνη της, αυτό είναι η ηθική της!»

Όλοι εμείς πιστεύουμε ότι η εξουσία νοιάζεται πραγματικά για εμάς. Στην ουσία νοιάζεται μόνο για να υπάρχει, για να διαιωνίζεται, για να αναπαράγεται. Και όλοι εμείς πιόνια –άλλα πιο σημαντικά και άλλα όχι– στη σκακιέρα των εξουσιαστών.

Δεν θα ξαναδώ ποτέ τον ήλιο. Είμαι νεκρός για τον έξω κόσμο. Μ’ έχουν ξεχάσει όλοι. Πού είναι η οικογένειά μου; Γιατί δεν κάνει κάτι να με απελευθερώσει; Πού είναι όλοι; Κανείς δεν νοιάζεται για κανέναν. Κάτι τέτοιες στιγμές το καταλαβαίνεις.

Πού είναι οι φίλοι μου; Οι συνάδερφοι από τη δουλειά δεν έχουν  αναρωτηθεί γιατί εξαφανίστηκα; Πώς γίνεται να τα περνάω αυτά σαν να είμαι εγκληματίας, αμαρτωλός; Πώς γίνεται να αμάρτησα, αφού αντιστάθηκα στο κακό;

Πάλι με έπιασε ο πόνος στο στήθος.Μα τονΘεό, πιστεύω ότι θα πεθάνω.Σκέφτομαι το παρελθόν, τη ματαιότητα της ζωής, τότε που νόμιζαότι ήμουν πανίσχυρος επειδή είχα λεφτά και εξουσία. Ο πόνος μεγαλώνει. Πού πήγαν όλοι;Δεν μπορεί να ήταν όλα ψεύτικα, δεν μπορεί να μην έμεινε τίποτα, να είναι όλα ένα τίποτα. Θα πεθάνω εδώ μόνος.Τελικά, εδώ που τα λέμε, ο άνθρωπος μόνος του γεννιέται και μόνος του πεθαίνει.

Εγώ εδώ λοιπόν, σ’ αυτή τη φυλακή, ξεχασμένος από τον κόσμο. Εδώ που τα λέμε, μάλλον είμαι ήδη νεκρός για τον κόσμο, νεκρός για τους έξω. Γιατί εγώ;Ακόμα χειρότερα, δεν μπορεί κάποιος να τιμωρείται έτσι επειδή έπραξε το σωστό.

Μια ώρα χτυπούσε δυνατά το στήθος μου.Φοβήθηκα ότι θα πεθάνω.Αυτά παθαίνω όταν κάνω αρνητικές σκέψεις.Πρέπει να ηρεμήσω.Πράγματι, σταδιακά ο πόνος υποχωρεί.Ξαφνικά όμως επιστρέφουν τα ερωτηματικά.

Θα βγω ποτέ;…Πάλι άρχισα, δεν μπορώ να σταματήσω.Πρέπει να σκοτώσω την ελπίδα.Κι όμως μπορεί ο μπάτσος να έρθει από στιγμή να με αφήσει, γιατί όχι; Και αν δεν έρθει, τι θα κάνω και σήμερα;Έτσι είναι τόσο καιρό η κατάσταση, δεν μπορώ άλλο.Έκανα καλά που έπραξατο σωστό.Ή μήπως όχι;Έπρεπε να κοιτάξω την πάρτη μου;Θα μπορούσα όμως να ζήσω με αυτό το βάρος;Θα ήμουν πίσω με τους δικούς μου και με τη δουλίτσα μου.Άλλοι θα σκότωναν γι’αυτή τη δουλειά.Κυριολεκτικά.Εγώ όμως δεν σκότωσα.Τώρα που το σκέφτομαι, δεν μετανιώνω.Αλλά στεναχωριέμαι γι’ αυτά που έχασα.Πολύ. Πάλι με έπιασε ο πόνος στο στήθος.

Όλο το βράδυ κοιμήθηκα χάλια.Ο πόνος στο στήθος έδωσε συνέχεια σε πόνο στομάχου.Το πρωί που πήγα να αποκοιμηθώ, με ξύπνησε ο σκύλος κάποιου φύλακα.

Επόμενη μέρα. Το κόλπο είναι να μη σκέφτομαι πάλι αρνητικά πράγματα.Ο φόβος μου γεννιέται από την αναμονή του θετικού συμβάντος.Το κόλπο είναι να μη σκέφτομαι ότι η απελευθέρωσή μου από τη φυλακή θα συμβεί.Να σκέφτομαι το τώρα και πώς θα το κάνω πιο ανεκτό.Πώς μπορεί όμως να γίνει αυτό;Να μάθω να περπατώ μες στις σκιές.Είμαι εδώ τόσο καιρό και δεν το έμαθα.

Χτες η μέρα πέρασε ήρεμα.Καλύτερα να βαριέμαι παρά να πονάω.Ή μήπως ο πόνος σε κάνει πιο αληθινό;

Σήμερα όμως βαριέμαι πιο πολύ από χτες.Προσπαθώ να μη σκέφτομαι τα αρνητικά και να μην αφεθώ πάλι στη φρικτή ελπίδα.Ίσως πρέπει να αποδεχτώ ότι ο αρχηγός δεν θα έρθει ποτέ. Συμβαίνει τώρα μέσα μου αυτή η καθοριστική αποδοχή. Τώρα καταλαβαίνω και εγώ. Νόμιζα ότι αυτό δεν θα γινόταν ποτέ σε μένα. Είχα δει άλλα χαμόγελα να σβήνουν, αλλά δεν περίμενα να γίνει ποτέ το ίδιο με μένα.

Όταν ήμουν παιδί, είχα ένανφίλο.Όλοι ψηλώναμε, αλλά αυτός έμενε ο ίδιος κοντούλης. Κάθε μέρα που περνούσε,μου έλεγε:«Θα έρθει και η δικιά μου ώρα».Μέχρι που μια μέρα κατάλαβε ότι θα είναι για πάντα κοντός και θα τον κορόιδευαν όλοι για πάντα.Εκείνη τη μέρα κοίταξε με μια θλίψη τον κόσμο και αυτή η θλίψη δεν του έφυγε ποτέ. Έτσι είμαι και εγώ τώρα, σαν τον φίλο μου που έμεινε για πάντα παιδί,σαν τον καρκινοπαθή που ξέρει –άσχετα με τι του λένε οι συγγενείς του– ότι θα πεθάνει. Σαν μία μέλισσα που έριξε το κεντρί της και περιμένει το τέλος.Μόνο θλίψη και πίκρα έρχεται με την αποδοχή του μοιραίου.Εκεί που πεθαίνει η ελπίδα, μπαίνει το κενό του τρόμου.Σαν τη μάνα που περίμενε το παιδί της να γυρίσει από τον πόλεμο.Μια μέρα κατάλαβε ότι δεν θα γυρνούσε ποτέ. Έτσι και εγώ συνειδητοποιώ ότι δεν θα βγω ποτέ από δω.

Υπάρχουν αυτοί που ζουν στον παράδεισοκαι αυτοί που ζουν στην κόλαση. Και υπάρχουν πολλών ειδών κολάσεις. Έφυγα από την κόλαση της αναμονής, για να πάω στην κόλαση του κενού. Με την αποδοχή του μοιραίου δεν είμαι καλύτερα.Χρειάζομαι ελπίδα, αλλά τι είδους; Χρειάζομαιτην ελπίδα που θα με κρατά ζωντανό εδώ,όχι την ψεύτικη ελπίδα της απελευθέρωσής μου από τον αρχηγό.Χρειάζομαιελπίδατελικά. Και  ξέρω τον λόγο. Για ναμείνω ελεύθερος στη σκέψη μου. Αν μπορέσω να ελέγξω τις σκέψεις μου, δεν θα με νικήσουν.Αν μπορέσω να ελέγξω τις σκέψεις μου, θα επιβιώσω. Έχουν φυλακίσει το σώμα, το μυαλό είναι δικό μου όμως και θα το κάνω ό,τι θέλω.Πρέπει να μάθω να είμαι ελεύθερος ακόμα και εδώ, για να μην πω ότι ειδικά εδώ πρέπει να μάθω να είμαι ελεύθερος.

Σκέφτομαιλοιπόν διάφοραόμορφα από την παλιάζωή μου.Τις ταινίες που έβλεπα,για παράδειγμα.Προσπαθώ να ξαναπλάθω τις ταινίες όσο πιο πιστά γίνεται και έτσι περνά η ώρα μου.Βέβαια είναι δύσκολο να θυμάμαι με ακρίβεια την κάθε ταινία.Μπορώ ν’ αναπλάσω με ακρίβεια ταινίες που είδα πολλές φορές.Όπως το «RubleFish», που το είχα δει πέντε φορές. Ή το «BladeRunner».Δυσκολεύομαι όμως με άλλες ωραίες ταινίες. Δεν πειράζει,καλύπτω τα κενά με δικές μου σεναριακές πινελιές.Λέω να δω το «StarWars».Ή να δω το «Rocky»; Έτσι, πέρασε υπέροχα η μέρα. Και η επόμενη. Και έτσι πέρασε κάμποσος καιρός.

Σήμερα όμως η μιζέρια επέστρεψε.Μίσος για εκείνους που μ’ έδιωξαν από τον κόσμο των ζωντανών.Δεν την παλεύω.Μαζεύω μέσα μου το μίσος όλου αυτού του καιρού και βγάζω μια κραυγή που πάει να σπάσει το μυαλό μου.Και μετά φωνάζω:

«Πούστη μπάτσε, γαμιέσαι! Με ακούς; Θα φάτε όλοι τα σκατά μου. Δεν θα με νικήσετε ποτέ. Θα γίνει το δικό μου, γαμιόλη. Θα γίνει το δικό μου!»

Η απάντηση ήταν ένα σαρδόνιο γέλιο που ερχόταν έξω από το κελί.

Πρέπει να έχει περάσει ένας χρόνος.Ίσως δύο.Ποιος ξέρει, έχω χάσει το μέτρημα. Ίσως μπερδεύτηκα και είναι τρία. Προσπαθώ να αποκοιμηθώ, αλλά πάλι με ξύπνησαν τα γαβγίσματα. Τι φυλακή είναι αυτή που δεν επιτρέπουν να βγεις ποτέ στο προαύλιο; Από το παραθυράκι μπαίνει ελάχιστο φως και η θέα είναι το απέναντι κτίριο που βρίσκεται σε απόσταση δύο μέτρων. Εξαιτίας του γεγονότος ότι αυτό το κτίριο είναι πολύ ψηλό, προσπαθώ να δω τον ουρανό και τον ήλιο, αλλά δεν μπορώ.

Καμιά φορά βλέπω πρόσωπα στα απέναντι παραθυράκια, φυλακισμένους όπως εγώ. Τους φωνάζω,μα ποτέ δεν μου απαντάνε.Η μόνη επαφή που έχω με τους φύλακες–χωρίς να τους βλέπω–, είναι το φαγητό που μου δίνουν μέσα από μια θυρίδα στην πόρτα, που ανοιγοκλείνει γι’ αυτόν τον λόγο την ίδια ώρα το μεσημέρι.

Θα βρω όμως τη δύναμη για να τη βγάλω. Θεωρώ ότι έκανα σωστή επιλογή που δεν βασάνισα και που δεν σκότωσα. Τώρα πρέπει να συμβιβαστώ με τη νέα μου ζωή.Πρέπει να σκοτώσω τη λογική. Η λογική είναι αυτή που δεν μ’ αφήνει να συμβιβαστώ και να προσπαθήσω να αλλάξω το τώρα, δείχνοντάς μου πόσο ωραία ήταν κάποτε η ζωή μου και πόσο χάλια είναι τώρα.Δείχνοντάς μου πόσο παρανοϊκά είναι όλα αυτά που ζω.

Ναι, αλλά η λογική είναι εκείνη που καθοδήγησε τα άλλα λαμόγια να κάνουν αυτά τα φρικτά πράματα, ώστε να επιβιώσουν. Η λογικήτού«όλοι εναντίον όλων»,«επιβίωσε», «νίκησε τον άλλον στη δουλειά», «παντρέψου την πιο όμορφη», «σκότωσε, σκότωσε…». Κανείς  δεν αντιστάθηκε σαν και εμένα, μόνο η κοπέλα αντιστάθηκε όσο μπορούσε. Αλήθεια, πώς ζουν με αυτές τις ενοχές; Αν και εδώ που τα λέμε, ο στρατηγός δεν το κούρασε. Και πάλι όμως δεν θα έχει τύψεις; Ελπίζω να το βρουν από κάπου. Αλλά από πού; Δεν υπάρχει τίποτα σωστό σε αυτόν τον κόσμο, δεν υπάρχει δικαιοσύνη, μόνο ατελείωτος πόνος και μιζέρια, δεν έχουν ούτε ιερό ούτε όσιο.

Πρέπει να σκοτώσω τις αρνητικές σκέψεις. Καμιά φορά τρυπώνει στο μυαλό μου μια αόριστη ελπίδα, ψεύτικη βέβαια –αν και δεν μπορείςνα την απορρίψεις αυτόματα–, για επιστροφή στον κόσμο των ζωντανών. Συμβαίνει, έχω ακούσει, σε αυτούς που έχουν–όπως εγώ– αποδεχτεί το μοιραίο. Παραδείγματος χάρη, κάποιος θάβει τη γυναίκα του και κάποτε βλέπει μία που της μοιάζει και τρέχει από πίσω της. Πρέπει να νικήσω αυτό το νοσηρό ψέμα.

Θα καταφύγω ξανά στην τέχνη. Άλλωστε ο κινηματογράφος με βοήθησε για αρκετό καιρό.Τώρα σκέφτομαι τα βιβλία που έχω διαβάσει.Προσπαθώ να θυμηθώ κάποια αγαπημένα του Ντοστογιέφσκι.

Πλέον καταλαβαίνω και κάτι άλλο. Είχα χάσει την ουσία της τέχνης έτσι όπως τη βίωνα νέος καιτώρα μέσα στη δυστυχία μου την ξαναβρήκα. Πόσο διαφορετικά ζούσα,για παράδειγμα,τότε τον κινηματογράφο σε σχέση με το πώς τον έβλεπα καθώς μεγάλωνα και γινόμουν ρεαλιστής, άτομο έτοιμο πάντα να αρπάξει την ευκαιρία. Η μαγεία σιγά σιγά χάθηκε. Θυμάμαι πόσο διαφορετικά έβλεπα τότε τα βιβλία, σαν δυναμίτες που ανατίναζαν τον παλιό μου εαυτό. Γιατί ένα βιβλίο, τότε, εκείνες τις μέρες, μπορεί πράγματι να μου άλλαζε τη ζωή. Μετά βέβαια άρχισα να τα ξέρω όλα. Δεν μπορείς να νικήσεις όμως τη μαγεία, η μαγεία είναι ανίκητη.

Χτες Ντοστογιέφσκι,σήμερα Καβάφη.Όλες αυτές οι ταινίες που είδα, όλα τα ποιήματα, όλες οι ζωγραφιές,είναι χρυσάφι μέσα μου. Δεν θα τα ξαναδώ ποτέ αυτά τα έργα, αλλά θα ζουν πάντα στο μυαλό και στην καρδιά μου.Προσπαθώ να θυμηθώ τα ποιήματα του Καβάφη.Διάσπαρτα στιχάκια από δω και από κει.Κάνω κάτι που έχω να κάνω από παιδί.Φτιάχνω κόσμους μέσα στους οποίους ταξιδεύω.Ίσως έχω αρχίσει να τρελαίνομαι,μα δενμε νοιάζει.Οι στίχοι με κάνουν να ταξιδεύω σε άλλους κόσμους, στην Αλεξάνδρεια του 1900 και σε αρχαίες εποχές. Φεύγω μακριά από τη μιζέρια αυτού του κόσμου. Μετά, απαγγέλω Ντύλαν Τόμας.

Δεν θα φύγω αβρός, δεν θα φύγω ήρεμος τη νύχτα την καλή. Είμαι οργισμένος και η οργή μού δίνει σθένος. Δεν θα νικήσουν τα λαμόγια. Όταν ήμουν παιδάκι,έφτιαχνα κόσμους μαγικούς, μέσα στους οποίουςχανόμουν. Όλοι με κορόιδευαν και με λέγανε «το τρελό παιδί». Περπατούσα πάνω κάτω στη γειτονιά μου και φανταζόμουν ότι περπατούσα μέσα σε καστροπολιτείες.

Μεγαλώνοντας σταμάτησα, καθώς ο κόσμος των λογικών είναι πολύ ισχυρός. Συνέχισα βέβαια για χρόνια να βρίσκω καταφύγιο στην τέχνη, απέναντι στην κοινωνία. Εκεί πλέον διοχετευόταν η φαντασία μου: στις ταινίες, στα βιβλία, και τα λοιπά. Μέχρι που η κοινωνία με απορρόφησε.

Τελικά όμως αυτή είναι η λύση,υπόπροϋποθέσεις  βέβαια, όταν δηλαδή δεν σου αφήνουν άλλες επιλογές:οι ψεύτικοι κόσμοι των παιδικών χρόνων. Έτσι εξηγείται ένα όνειρο που βλέπω τις τελευταίες μέρες. Τρέχω σε μια λαβυρινθώδη πόλη να ξεφύγω από τους διώκτες μου –στο όνειρο δενξεκαθαρίζεται ποιοι είναι αυτοί.Τρέχω, αλλά δεν μπορώ να ξεφύγωκαι η αγωνία μ’ έχει κατακλύσει.Και τότε ξαφνικά γίνομαι μπαλόνι και φτάνω σε ένα παιδί που παίζει χαρούμενο σε μια παραλία.Ήταν ένα όνειρο που μου προκαλούσε κάποια ανησυχία. Δεν μπορούσα να το ερμηνεύσω, να πω αν ήταν καλό ή όχι. Τώρα ξέρω.

Αυτό λοιπόν θα είναι το καταφύγιό μου: οι ψεύτικοι κόσμοι των παιδικών χρόνων.Αλλά κρατάει λίγο αυτή η έκσταση και μετά γυρνώ πίσω.

Σήμερα ξύπνησα χαρούμενος. Άρχισα να ψάχνω στη βιβλιοθήκη του μυαλού μου και θυμήθηκα τον Τζακ Λόντον.Ένα βιβλίο του αποκάλυψη,που δεν θυμάμαι όμως το όνομά του, καθώς το είχα διαβάσει πολύ νέος.Αλλάθυμάμαι καλά την υπόθεση, που τότε με είχε εντυπωσιάσει. Ένας φυλακισμένος βρίσκει τον τρόπο να τηλεμεταφέρεται,χρησιμοποιώντας την πνευματική του δύναμη, στο παρελθόν και να ζει διάφορες ζωές.Είναι με άλλα λόγια ένας «ελεύθερος φυλακισμένος».

Για φαντάσου να μπορείς να πας πραγματικά κάπου ψυχή και σώμα, και όχι μόνο νοερά, όπως πήγα εγώ στην Αλεξάνδρεια του Καβάφη. Αυτό θα κάνω και εγώ λοιπόν.Τότε θα είμαι πραγματικά ελεύθερος.

«Πάρ’ τα, μπάτσε», φωνάζω.«Πάρ’ τα, μπάτσε. Δεν γελάς τώρα;»

Κλείνω τα μάτια και προσπαθώ να τηλεμεταφερθώ στην αρχαιότητα. Ξέρω τι  κόλπο να κάνω. Θα προσπαθήσω να φτιάξω έναν τόπο και θα πάω εκεί με τη δύναμη της θέλησής μου. Φτιάχνω τους κίονες, τα κτίρια, βάζω ανθρώπους με χλαμύδες να περπατάνε. Πρέπει να τα καταφέρω. Πρέπει! Προσπαθώ για ώρα. Σκατά, δεν μπορώ να μπω μέσα στην εικόνα και η εικόνα διαλύθηκε. Μια φωνή απόκοσμη έξω από το κελί μού λέει:

«Το ξέραμε ότι δεν θα καταφέρεις», και ξεσπά σ’ ένα ανατριχιαστικό γέλιο, που συνοδεύεται από λυσσασμένα γαβγίσματα.

Ξαναπροσπάθησα να πάω στην εποχή της Γαλλικής Επανάστασης. Πάλι δεν τα κατάφερα. Αφού,βρε χαζέ, όλα αυτά είναι παραμύθια, μαλακίες που έγραφε ο αλκοολικός Λόντον για να τα κονομήσει.Είναι δυνατόν να πίστευες ότι κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει;Αλλά εδώ που τα λέμε, μέσα στα σκατά που είσαι, θα τα πίστευες όλα.Ηλίθιε γαμημένε, γάμησες τη ζωή σου.Παίρνω φόρα και πέφτω με το κεφάλι μου στον τοίχο.

Ξύπνησα μέσα στα πηγμένα αίματα και στον πονοκέφαλο. Κάθισα στο κρεβάτι και άρχισα να κλαίω. Τα πρόσωπα των αγαπημένων μου περνάνε μπροστά μου.Πάνε όλα, χαθήκανε.Εδώ το σκοτάδι είναι τώρα το μόνο που υπάρχει.Το κενό του μέλλοντος.Και οι αναμνήσεις που σκοτώνουν.Θυμήθηκα τότε που πήγα διακοπές στη Σαντορίνη.Τα φοιτητικά μου χρόνια.Τα παιδικά παιχνίδια.Τον πρώτο μου έρωτα,τις διαδηλώσεις…

Σκέφτομαι να δώσω τέλος στο ζωή μου.Αλλά πώς;Μέχρι και τα κορδόνια μούαφαίρεσαν.Το να χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο δεν είναι λύση. Τη σκέψη μου διακόπτει το άνοιγμα της σχισμής στη μέση της πόρτας.Ο φύλακας παίρνει τον χτεσινό δίσκο και τον αλλάζει με τον σημερινό. Άδικος κόπος. Έχω πολλές μέρες ν’ αγγίξω το φαγητό. Βλέπω ότι έχω μείνει πετσί και κόκαλο, αλλά δεν με πειράζει. Επίσης πονάω πλέον όταν περπατάω. Δεν με νοιάζει όμως καθόλου η υγεία μου. Ευτυχώς έρχεται το βράδυ και με παίρνει ο ύπνος στη γλυκιά του αγκαλιά. Αύριο ξημερώνει νέα μέρα.

Χτες είδα ένα υπέροχο όνειρο για απόκοσμους και μαγικούς κόσμους. Έχω πολλή δύναμη μέσα μου. Μπάτσε Δικαστή, ρουφιάνε, τι  θα σου έκανα αν ήμουν ελεύθερος…Μπάτσε Δικαστή, δεν θα γίνεις ποτέ ο μπάτσος του μυαλού μου. Είμαι ελεύθερος όσο αντιστέκομαι στο να μετανοήσω για την επιλογή μου,όσο είμαι περήφανος που δεν έκανα αυτό που θέλατε.  Όσο αγαπάω το ότι έμεινα άνθρωπος.Όσο ξέρω ότι το να μένεις άνθρωπος, έχει συνέπειες.Όσο δεν υποχωρώ, είμαι ελεύθερος. Είμαι στη φυλακή, αλλά δεν θα με πιάσετε ποτέ πραγματικά. Πάντα θα ξεφεύγω, όσο το μυαλό μου είναι δικό μου. Όσο δεν με νικάτε εκεί. Αποκοιμιέμαι, για να ταξιδέψω στον κόσμο του ονείρου.

Σήμερα από το πρωί είμαι γεμάτος ενέργεια. Το μίσος και η οργή μου έχουν γίνει δύναμη. Η θέληση για δύναμη μ’ έχει κατακλύσει. Η θέληση αυτή μου φωνάζει ότι είμαι ελεύθερος. Η θέληση για δύναμη θα σπάσει αυτό το κελί, καθώς καμία φυλακή δεν θα μπορέσει να με κρατήσει για πάντα μέσα.

Σήμερα το πρωί δεν είμαι τόσο δυνατός όπως χτες. Μια αόριστη  ανησυχία με έχει κυριεύσει.Πάλιοι αναμνήσεις. Δυσκολεύομαι επίσης όλο και πιο πολύ στο περπάτημα. Το φαΐ με αηδιάζει και δεν το αγγίζω καθόλου. Πέφτω για ύπνο, για να ξεφύγω από τις σκέψεις.

Αναμνήσεις…Σήμερα σκέφτομαι αυτό το υπέροχο χωριό,νομίζω το λένε Μεστά.Το θυμάμαι τέλεια και μπορώ να το αναπλάσω με ακρίβεια. Τα σπίτια είναι κτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο χωρίς κενά.Μάλιστα αυτά που είναι προς τα έξω σχηματίζουν ένα πρωτότυπο κάστρο. Υπάρχουν μόνο δύο πύλες-εισόδοι στο εσωτερικό του χωριού. Τα περισσότερα δρομάκια είναι καλυμμένα με καμάρες, πάνω στις οποίες είναι κτισμένες κατοικίες. Τότε ρώτησα και έμαθα τον λόγο που ήταν έτσι κτισμένο, σαν ένας λαβύρινθος. Ο στόχος ήταν ν’ αποπροσανατολίζειτους πειρατές,που χάνονταν μέσα στα σοκάκια και έτσι δεν μπορούσαν να το κατακτήσουν εύκολα.Μακάρι να μπορούσα κάπως να ξαναπάω εκεί, αλλά πού τέτοια τύχη.Ή στην Πράγα.Πόσο μου άρεσε. Τότε, εκείνο το ταξίδι, στα φοιτητικά χρόνια, που το μέλλον φαινόταν αλλιώς. Αναπλάθω τόσα χωριά και τόσες πόλεις. Πέφτω να αποκοιμηθώ και μέσα στα όνειρά μου δραπετεύω ξανά.

Κάθε μέρα ξεφεύγω όλο και πιο πολύ από τη λογική με βοήθεια από το παρελθόν και τις αναμνήσεις, που πλέον δεν με σκλαβώνουν, αλλά με βοηθάνε να ζωντανεύω με τη φαντασία τόπους και δράσεις. Μακάρι να κατάφερνα να τηλεμεταφερθώ αλλού, όμωςκαι έτσι είμαι ικανοποιημένος. Τώρα πια οι μέρες περνάνε ευχάριστα.Η θέλησή μου πλέον είναι πολύ ισχυρή.

Αποφάσισα να καταφύγω στη μουσική. Θα κλείσω τα μάτια και θα προσπαθήσω  να ακούσω κάποιο από τα  αγαπημένα μου τραγούδια ξανά.

«Our comrades in arms lying dead in the streets
From choking on metal that s spineless and weak
The Jackals are gloating, with victory in hand
But the last true believers rise up from the land

Howling our metal we light up the world
And the banner of Ungol is proudly unfurled
Raising our legion, and now you belong
And the point of the blade will be screaming our song

Crushing the upstarts with steel in hand
Our forces together, and nothing can stand
The Legion of Chaos shall vanquish the wrong
And sweep them aside to make way for the strong

Yeah  come on join the legion

Yeah  come on join the legion

Join us…»

«Έλα μαζί μας». Κάτι συμβαίνει.Ιδρώνω. Τα χέρια μου τρέμουν,τα πόδια μου εξαφανίζονται, με πιάνει πανικός. Τι συμβαίνει; Πεθαίνω! Μου έρχεται να ξεράσω. Κάτι με τραβάει ψηλά και κάτι με τραβάει κάτω στην άβυσσο. Εξαφανίζομαι σταδιακά, δενβλέπω κάτω από το στήθος μου να υπάρχει τίποτα. Τα πάντα γύρω μου χάνονται και ξαφνικά βρίσκομαι να τρέχω μεςστις σκιές. Τρέχω, τρέχω, και ξαφνικά πέφτω,θα σκοτωθώ σίγουρα.

Ανοίγω τα μάτια. Δεν το πιστεύω, είμαι με τη λεγεώνα!Τους ξέρω όλους δίπλα μου. Είναι οι σύντροφοί μου λεγεωνάριοι. Είμαι ντυμένος σαν αυτούς.Με κάλεσαν με το τραγούδι τους και ήρθα τώρα που η λεγεώνα με έχει ανάγκη.Πάμε όλοι μαζί να τους τσακίσουμε.

«Είμαστε οι άγγελοι του πολέμου», φωνάζει κάποιοςμπροστά μου.

Επιτέλουςβλέπω τον ήλιο ξανά. Περπατάμε σε μια πράσινη πεδιάδα,  διάσπαρτη από κόκκινα λουλούδια, και στο τέλος της μας περιμένουν οι εχθροί μας, εκεί καμουφλαρισμένοι, πίσω από τα πανύψηλα δέντρα, στο δάσος μπροστά μας.

Θέλουν να μας στήσουνενέδρα, εμείς όμως το ξέρουμε και είμαστε έτοιμοι. Ψηλά, ένας δράκος που πετούσε προς την αντίθετη κατεύθυνση στρίβει απότομα προς εμάς, ξερνάει φωτιά και εφορμά καταπάνωμας.Ξεκίνησε η μάχη, γύρισα σπίτι.

Δίπλα  μου ο Έλρικ, ο καλοσυνάτος γίγαντας με τα μούσια και τα μακριά ξανθά μαλλιά,βγάζει μια κραυγή.Πόσους είχε σφάξει αυτός… Αλλά και εγώ.Με φωνάζουν «Ο σφαγέας των γιγάντων». Πρέπει να τιμήσω τους αγαπημένους μου στη μάχη, τους αγαπημένους που με περιμένουν πίσω στην καστροπολιτεία. Αυτούς που πρέπει να προστατεύσω τώρα. Τον  κόσμο μου που απειλείται.Ένας δράκος δικόςμας επιτίθεται στον αέρα στον δράκο των εχθρών για να μας προστατεύσει. Ήρθε η ώρα της λεγεώνας. Τρέχουμε όλοι προς το δάσος, να συναντήσουμε τον θάνατο ή τη δόξα.

Πόσο καιρό έλειπα; Τι ήταν αυτό,Θεέ μου; Χάρη στο τραγούδι έζησα  όλα τα γεγονότα αυτού του αρχαίου πολέμου. Νικήσαμε το Κακό, εμείς οι ενωμένες δυνάμεις του Καλού. Τσακίσαμε τα Οργκ και τους σατανικούς δυνάστες. Πόσους έσφαξα! Μακάρι να κρατούσε για πάντα.Αλλά δεν μπορείς να τα έχεις όλα. Η δύναμη που χρησιμοποίησα μπόρεσε να με βάλει στο τραγούδι για αρκετές μέρες, αλλά εξαντλήθηκε. Πώς το ξέρω;

Μετά τη μάχη, μίλησα με τον μάγο της φυλής μου.Μου είπε ότι αυτός ο κόσμος εδώ–ο κόσμος όπου ήμουν δημόσιος υπάλληλος, ο κόσμος του Μπάτσου Δικαστή, ο κόσμος αυτής της φυλακής–δεν υπάρχει, είναι μια ψευδαίσθηση που εγκλωβίζει τα ελεύθερα πνεύματα, τους ταξιδευτές του ονείρου. Οι άλλοι κόσμοι, των τραγουδιών, είναι οι αληθινοί. Κάθε φορά που ο κόσμος αυτός ο ψεύτικος θα με παίρνει, εγώ θα μαζεύω ενέργεια, και όταν θα είμαι έτοιμος, θα δραπετεύω στους πραγματικούς κόσμους των τραγουδιών. Σημασία έχει,μου είπε ο μάγος, «η θέληση για δύναμη, η πίστη».

Κάποιοι θα πουν ότι τρελάθηκα.Ότι όλο αυτό είναι προϊόν της φαντασίας μου.Αδιαφορώ για τις απόψεις τους,τις έχω γραμμένες.Εγώ τώρα ξέρω την αλήθεια.

Θα ξαναφύγω όταν θα είναι όλα έτοιμα. Τότε θα σκεφτώ ένα αγαπημένο τραγούδι και θα μπω σε αυτό, θα ζήσω τα γεγονότα τα σχετικά με αυτό. Τελικά ο Λόντον είχε δίκιο, αλλά στον καθένα πιάνει με διαφορετικό τρόπο.

Ο επόμενος προορισμός; Έχω ένα τραγούδι ωραίο για εισβολή εξωγήινων.Μπάτσε Δικαστή, δεν γελάς τώρα; Έχω άπειρα τραγούδια, για να ξεφεύγω για πάντα. Οι τοίχοι δεν είναι αρκετοί. Σ’ το είπα, δεν θα με πιάσετε ποτέ.

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

O Παναγιώτης Ξηρουχάκης είναι Διδάκτωρ Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου και συντάκτης του περιοδικού ZERO GEOGRAPHIC. Περισσότερα άρθρα και δημοσιεύσεις μου εδώ

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
ΚΡΗΤΗ FM 101.5 live
διαφημίσεις