Παρουσιάστηκε στην Αθήνα το βιβλίο ΕΞΟΡΙΣΤΟΙ ΣΤΟ “ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ” για τις εκτοπίσεις αγωνιστών στη Γαύδο | Βίντεο

Κανένα σχόλιο

Με μεγάλη επιτυχία, ευρεία συμμετοχή, πλούσιο προβληματισμό και μέσα σε κλίμα συγκίνησης παρουσιάστηκε στον “Κήπο του Αρχαιολογικού Μουσείου” στην Αθήνα την Τετάρτη 13 Απριλίου το βιβλίο του ιστορικού ερευνητή Δημήτρη Δαμασκηνού «Εξόριστοι στο νησί του Θανάτου. Μαρτυρίες, ντοκουμέντα και δημοσιεύματα για τις εκτοπίσεις αγωνιστών στη Γαύδο». 

Για το βιβλίο μίλησαν ο Απόστολος Αλεξόπουλος, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, ο Στέλιος Ελληνιάδης, Δημοσιογράφος, και ο Γραμματέας του Σ.Φ.Ε.Α. 1967-1974 Νίκος Μανιός.

Χαιρετισμό απηύθυναν οι δημοσιογράφοι Βασίλης Αντωνίου, Γιώργος Βοϊκλής και η εκδότρια– μεταφράστρια Τζούλια Τσακίρη.

"Sponsored links"

Η παρουσίαση ολοκληρώθηκε με σύντομη παρέμβαση του συγγραφέα που αφορούσε το βιβλίο και την ανάδειξη της Γαύδου ως ιστορικού τόπου μνήμης.  

Την εκδήλωση συντόνισε ο Πέτρος Κουλουφάκος, πρόεδρος της Βιβλιοθήκης “Η Εθνική Αντίσταση”.  Την παρουσίαση πλαισίωσαν μουσικά οι Κλέαρχος Κορκόβελος, τσίμπαλομ – τραγούδι και ο Γλαύκος Σμαριανάκης, βιολί – τραγούδι.

Δείτε την εκδήλωση σε βίντεο:

Δείτε επίσης ένα βίντεο που περιλαμβάνει φωτογραφίες, δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα, αποφάσεις δικαστηρίων και διοικητικών οργάνων, δημοσιεύματα εφημερίδων – περιοδικών και σπάνιο πρωτογενές αρχειακό υλικό που αφορά στις εκτοπίσεις αγωνιστών στη Γαύδο.

Όπως αναφέρει ο δημοσιογράφος Τάσος Κωστόπουλος σε κείμενό του σχετικά με το βιβλίο στην “Εφημερίδα των Συντακτών“:

Νησί συνολικής έκτασης 30 περίπου τετραγωνικών χιλιομέτρων, με 342 κατοίκους, το 1928, η Γαύδος χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εξορίας ήδη επί δικτατορίας Θεόδωρου Πάγκαλου (1925-1926). Πρακτική που συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια από τις αστικοδημοκρατικές κυβερνήσεις, τόσο πριν όσο και μετά την ψήφιση του διαβόητου «Ιδιώνυμου» (Ν. 4229 του 1929 «περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος»).

Εν έτει 1928, μαρτυρείται λ.χ. η παρουσία στο νησί 35 εκτοπισμένων (σ. 57), παρόλο που η απογραφή εκείνης της χρονιάς μνημονεύει μόλις 5 από τους τότε κατοίκους της σαν «δημότες άλλων δήμων ή κοινοτήτων». Μετά την ψήφιση του «Ιδιώνυμου», η ροή των εξορίστων δεν σταμάτησε ουσιαστικά ποτέ, μέχρι τη γερμανική κατοχή. Ο αριθμός τους παρουσίασε πάντως αρκετές διακυμάνσεις: 47 εξόριστοι τον Αύγουστο του 1932 (σ.52), 30 τον Μάρτιο του 1933 (σ.57), μόλις 16 τον Αύγουστο του 1935 (σ.189-90), 67 το Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς (σ.185), 64 τον επόμενο Μάρτιο (σ.210) και 32 τον Οκτώβριο του 1940 (σ.245).

"Sponsored links"

Η Γαύδος θα ξαναλειτουργήσει ως χώρος εξορίας από το καλοκαίρι του 1946 μέχρι το 1951 (σ.293-304), συμπληρωματικά προς τις νέες μορφές εγκλεισμού του πολυάριθμου -πλέον- εσωτερικού εχθρού. Από τους εκατοντάδες «φιλοξενούμενους» του νησιού, ο συγγραφέας του βιβλίου συγκέντρωσε από διάφορες μαρτυρίες 205 συνολικά ονόματα, 178 άντρες και 27 γυναίκες (σ.303-308).

Από τη Γαύδο πέρασαν ουκ ολίγα πασίγνωστα στελέχη του μεσοπολεμικού κομμουνιστικού και του ΕΑΜικού κινήματος, όπως ο Θανάσης Κλάρας (Αρης Βελουχιώτης) κι ο αδερφός του Μπάμπης, ο Αντρέας Τζήμας («Σαμαρινιώτης»), ο Δημήτρης Παρτσαλίδης, ο Μάρκος Βαφειάδης, ο Λεωνίδας Στρίγγος, ο Στέλιος Σκλάβαινας, ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης, ο Βασίλης Μπαρτζιώτας, ο Πολύδωρος Δανιηλίδης, οι αδερφές Πέρσα και Αύρα Βλάση, οι αρχειομαρξιστές Βαγγέλης Στάης και Σωτήρης Τσιγαρίδας (Γιάννης Ποντίκης), τροτσκιστές όπως ο Γιάννης Ταμτάκος αλλά και γνωστοί λογοτέχνες, όπως ο Μενέλαος Λουντέμης. Την ίδια εξορία μοιράστηκαν επίσης απλοί αγωνιστές του εργατικού κινήματος που είχαν μπει στο μάτι των διωκτικών αρχών, αλλά και αγρότες ή αγρότισσες από σλαβομακεδονικά χωριά της Δυτικής Μακεδονίας.

Οι λόγοι για τους οποίους μπορούσε κανείς να καταλήξει στη Γαύδο (όπως και σε κάθε άλλο ξερονήσι) περιλάμβαναν, άλλωστε, μια απίστευτα μεγάλη γκάμα αντικαθεστωτικών δραστηριοτήτων. «Το 1932, με συλλάβανε για μοίρασμα προκηρύξεων και με δικάσανε με το “Ιδιώνυμο” 3 χρόνια φυλακή και 2 εξορία», θυμάται χαρακτηριστικά ο Αλέκος Παπαδάτος (σ.157), ενώ ο γιατρός Γιάννης Αντωνιάδης βρέθηκε εκεί επειδή δημοσίευσε βιβλία με θετικές εντυπώσεις από το πρόσφατο ταξίδι του στη Σοβιετική Ενωση (σ.178). Αυτή τουλάχιστον ήταν η επίσημη εξήγηση· ο ίδιος όμως απέδωσε την εκτόπισή του στην πρόσφατη εκλογική συντριβή του «μοναρχοφασιστικού» ψηφοδελτίου στις αρχαιρεσίες Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, που «αναστάτωσε τους μοναρχοφασίστες», με αποτέλεσμα εκδικητικές διώξεις των πολιτικά πιο ευάλωτων αντιφρονούντων (σ.176).

Παρά την απομόνωση της Γαύδου στη μέση του Λιβυκού πελάγους, σε απόσταση 48 χιλιομέτρων από τα Σφακιά, ορισμένοι εξόριστοι μπόρεσαν τελικά να δραπετεύσουν από εκεί. Η μαζικότερη απόδραση σημειώθηκε τον Ιούνιο του 1941, από οκτώ στελέχη του ΚΚΕ που πρωτοστάτησαν το επόμενο διάστημα στο αντιστασιακό κίνημα (σ.265-278). Ενας απ’ αυτούς, ο Λεωνίδας Στρίγγος, επανέλαβε το ίδιο κατόρθωμα στις 18/10/1946, κατά το ξεκίνημα του Εμφυλίου (σ.293-4). Κάποιοι άλλοι μιμητές τους παρέμειναν τελικά ανώνυμοι: εν έτει 2004 ανακαλύφθηκαν λ.χ. σε σπηλιά της Αγίας Μαρίνας Χανίων «λίγες λέξεις σκαλισμένες με αιχμηρό όργανο: ΠΟΛΗΤΗΚΟΙ ΔΡΑΠΕΤΕΣ ΓΑΥΔΟΥ 1933 ΕΚΑΤΟΙΚΕΣΑΝ» (σ.74-5).

Υπήρξαν και κάποιοι που πλήρωσαν την εξορία στη Γαύδο με τη ζωή τους, υποκύπτοντας αμέσως ή λίγο μετά τη μεταγωγή τους από εκεί στους θανατηφόρους ελώδεις πυρετούς που τους χάρισε το νησί. Πρώτος νεκρός υπήρξε ο Μυτιληνιός Παναγιώτης Καραντεμίρης, που εκτοπίστηκε στη Γαύδο το 1931 και ξεψύχησε στο άθλιο κρατητήριο των Σφακιών έναν χρόνο αργότερα (20.8.1932). Δύο άλλοι συντοπίτες του, ο αρτεργάτης Λάμπρου κι ο αγρότης Ψυρκάς είχαν την ίδια τύχη μόλις επέστρεψαν, άρρωστοι βαριά, στον τόπο τους (σ.106).

Εκτός από την ελονοσία, οι εξόριστοι στη Γαύδο είχαν ν’ αντιμετωπίσουν και το σχεδόν μόνιμο φάσμα της πείνας, ισορροπώντας διαρκώς μεταξύ υποσιτισμού και λιμοκτονίας. Επαιρναν -όχι όλοι- ένα επίδομα 10 δραχμών την ημέρα, από το οποίο η χωροφυλακή κατακρατούσε αυθαίρετα το 20%, επικαλούμενη «παλιά χρέη» κάποιων… άλλων κρατουμένων (σ.46). Το ανεπαρκέστατο αυτό ποσό συμπλήρωναν οι επιταγές της «Εργατικής Βοήθειας», του κομματικού μηχανισμού μέσω του οποίου οι ελεύθεροι κομμουνιστές (και λοιποί πολέμιοι του αστυνομικού κράτους) εξέφραζαν την έμπρακτη αλληλεγγύη τους στους κυνηγημένους –όταν και όποτε οι Αρχές δεν εμπόδιζαν την εξαργύρωσή τους, απαιτώντας την (απαγορευμένη) προσέλευση των δικαιούχων στα Σφακιά (σ.100)! Οι τελευταίοι δεν ήταν ωστόσο καθόλου εύκολο να προμηθευτούν τρόφιμα σ’ ένα νησί, η ακραία φτώχεια του οποίου αδυνατούσε καλά καλά να συντηρήσει ακόμη και τους ντόπιους κατοίκους του.

Το βιβλίο του Δημήτρη Δαμασκηνού μπορείτε να το βρείτε ΕΔΩ.

Στα : Τοπικα

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

ΚΡΗΤΗ FM 101.5 live