Σφοδρά πυρά κατά της κυβέρνησης για την απένταξη ή τη δραστική περικοπή κρίσιμων έργων Πολιτικής Προστασίας, συνολικού ύψους άνω των 93 εκατ. ευρώ, εξαπολύει ο βουλευτής Αργολίδας και υπεύθυνος ΚΤΕ Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας του ΠΑΣΟΚ, Ανδρέας Πουλάς.
Με ερώτησή του προς τον αρμόδιο υπουργό, βάζει το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων για τις διαδοχικές αναθεωρήσεις του «Ελλάδα 2.0», οι οποίες, όπως επισημαίνει, οδήγησαν είτε σε πλήρη απένταξη είτε σε δραστική συρρίκνωση του φυσικού αντικειμένου έργων που αφορούσαν την επιχειρησιακή θωράκιση της χώρας.
Στο επίκεντρο της κοινοβουλευτικής παρέμβασης βρίσκονται η Εθνική Στρατηγική Διαχείρισης Κινδύνου, η προμήθεια ψηφιακού και εξειδικευμένου εξοπλισμού, η εκπαίδευση προσωπικού και εθελοντικών ομάδων, καθώς και συνοδευτικές υποδομές ανθεκτικότητας που συνδέονταν με τις πληγείσες περιοχές από την κακοκαιρία Daniel.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει στην τύχη των 13 Περιφερειακών Κέντρων Επιχειρήσεων Πολιτικής Προστασίας, τα οποία είχαν παρουσιαστεί ως κορυφαίο έργο της νέας δομής Πολιτικής Προστασίας, αλλά τελικά απεντάχθηκαν πλήρως από το Ταμείο Ανάκαμψης. Κατά τον Ανδρέα Πουλά, η εξέλιξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα να χαθούν 19 εκατ. ευρώ και μαζί οι πόροι για τον απαιτούμενο τηλεπικοινωνιακό και ψηφιακό εξοπλισμό.
Σαν να μην έφτανε αυτό, το ναυάγιο των περιφερειακών κέντρων διαδέχθηκε η πλήρης διαγραφή και του σχεδίου για τα 13 κινητά κέντρα διοίκησης και επιτόπιου ελέγχου, αρχικού προϋπολογισμού 8,6 εκατ. ευρώ.
Τα κινητά αυτά αρχηγεία θα διέθεταν ειδικά οχήματα, αυτόνομες δορυφορικές και επίγειες επικοινωνίες, προηγμένο ψηφιακό εξοπλισμό, γέφυρες διασύνδεσης μεταξύ Πυροσβεστικής, Αστυνομίας, ΕΚΑΒ και Στρατού, καθώς και συστήματα ζωντανής εικόνας και τηλεδιάσκεψης από τα μέτωπα των επιχειρήσεων.
Ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ υποστηρίζει ότι η απένταξή τους αποδυναμώνει κρίσιμα την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα του μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας, τη στιγμή που οι πρόσφατες καταστροφικές πυρκαγιές ανέδειξαν εκ νέου τις αδυναμίες στον συντονισμό, στην ταχύτητα λήψης αποφάσεων και στην αδιάλειπτη επικοινωνία των δυνάμεων στο πεδίο.
Με την ερώτησή του ζητά να διευκρινιστεί γιατί απεντάχθηκε το έργο, εάν χάθηκε οριστικά η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, ποιες ενέργειες έγιναν για τη διάσωσή του και εάν η κυβέρνηση προτίθεται να το υλοποιήσει μέσω εθνικών πόρων ή του ΕΣΠΑ.
Το ερώτημα που θέτει είναι καίριο: πρόκειται για προσωρινή απώλεια χρηματοδότησης ή για οριστική εγκατάλειψη ενός σχεδιασμού που είχε παρουσιαστεί ως αναγκαίος για την επιχειρησιακή αναβάθμιση της Πολιτικής Προστασίας;



