Στις αρχές του 2026 η είδηση του «εμπρησμού της οικίας» του επιτρόπου κατά του αντισημιτισμού Άντρεας Μπίτνερ στο Βρανδεμβούργο της Γερμανίας, παρουσιάστηκε σαν μια ακόμα απόδειξη της ανόδου του αντισημιτισμού στην Ευρώπη. Η φωτιά που ξέσπασε δίπλα στην κατοικία του επιτρόπου, σε συνδυασμό με σύμβολο που παραπέμπει στη Χαμάς χαραγμένο στην πόρτα και μια συνοδευτική απειλητική επιστολή ήταν τα συστατικά στοιχεία βάσει των οποίων δομήθηκε ένα αφήγημα έτοιμο για κατανάλωση: μια «πολιτικά υποκινούμενη» επίθεση μίσους.
Όμως η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο άβολη: Οι βασικοί ύποπτοι δεν προέρχονται από κάποια εξτρεμιστική οργάνωση, αλλά από το επαγγελματικό περιβάλλον του Μπίτνερ. Συγκεκριμένα, στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκονται πλέον δύο άνδρες με τους οποίους είχε ιδρύσει εταιρεία και οι οποίοι χαρακτηρίζονται από μέσα ενημέρωσης ως «φιλο-ισραηλινοί».
Ίσως είναι περιττό να επισημάνουμε ότι μεγάλο μέρος των μέσων ενημέρωσης έσπευσε να αναπαράγει το αρχικό αφήγημα χωρίς καμία επιφύλαξη. Το μοτίβο είναι πλέον γνώριμο: μια εντυπωσιακή καταγγελία, γρήγορη συναισθηματική φόρτιση, άφθονες καταδικαστικές δηλώσεις, αλλά όταν τα δεδομένα αλλάζουν μια σιωπηλή ή υποβαθμισμένη διόρθωση είναι υπερ-αρκετή. Χαρακτηριστικό είναι ότι σε αναζήτησή μας στην Google, οι ειδήσεις ακόμα και από μεγάλα γερμανικά μέσα για τη διάψευση του εμπρησμού πλησίον της οικίας του επιτρόπου, δεν εμφανίζονταν στα αποτέλεσματα.
Το περιστατικό στη Γερμανία δεν είναι εξαίρεση. Η κατασκευή ή παραποίησης περιστατικών που εμφανίζονται ως αντισημιτικές επιθέσεις είναι τα τελευταία χρόνια μια ολοένα ανερχόμενη τάση. Η δημοσιογράφος Κέιτλιν Τζονστόουν αναφέρεται σχετικά στο Χ.
Η υπόθεση του καφέ BerMax στο Γουίνιπεγκ του Καναδά αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι ιδιοκτήτες, μέλη της οικογένειας Μπέρετ, κατήγγειλαν μια «από τις πιο θρασύτατες» αντισημιτικές επιθέσεις που είχε δει η πόλη. Η αστυνομία ωστόσο διαπίστωσε ότι η επίθεση ήταν σκηνοθετημένη από τους ίδιους.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Σον Σάμιτ δήλωσε ότι μαχαιρώθηκε σε αντισημιτική επίθεση έξω από συναγωγή στο Μίσιγκαν. Η αφήγηση σχεδόν κινηματογραφική, μόνο που το Apple Watch του τον μαρτύρησε, καθώς οι παλμοί του δεν αντιστοιχούσαν σε καμία επίθεση. Η έρευνα αποκάλυψε ότι είχε τραυματίσει ο ίδιος τον εαυτό του.
Ο Άντριου Κινγκ στη Νέα Υόρκη κατήγγειλε ότι βρήκε σβάστικες στο σπίτι του — μόνο για να κατηγορηθεί αργότερα ότι τις είχε ζωγραφίσει ο ίδιος. Η Σάρα Μάρσακ, φοιτήτρια πανεπιστημίου, κατήγγειλε επανειλημμένες επιθέσεις με σβάστικες στην πόρτα της. Τελικά αποδείχθηκε ότι η ίδια είχε σχεδιάσει τουλάχιστον μέρος αυτών. Στη Γαλλία, η Μαρί-Λεονί Λεμπλάν προκάλεσε εθνικό σοκ με μια καταγγελία για βίαιη αντισημιτική επίθεση σε τρένο, για να παραδεχθεί λίγες ημέρες αργότερα ότι είχε επινοήσει τα πάντα.




