29 C
Chania
Πέμπτη, 27 Αυγούστου, 2026

Αφιέρωμα στην Μικρασιατική Καταστροφή Μέρος 2ο: ‘’Ταξιδεύουν στην Ιωνία τα όνειρά μας’’ Ελευθερία Μπαντουράκη – Μπολέτη

Ημερομηνία:

Τμήμα από το βιβλίο της που είναι συγκλονιστικό, γεμάτο αλήθειες, γυμνό από πολιτικές σκοπιμότητες.

Ζητάμε συγνώμη απ’ την ψυχή της που δεν το διαβάσαμε όλο έγκαιρα και δεν το προβάλαμε όσο ζούσε.

………………………………………………………

Όπως βάδιζαν κουρασμένοι, πεινασμένοι, απελπισμένοι με τις Τουρκάλες και τα Τουρκάκια να περνούν από δίπλα τους και να τους φτύνουν, να τους βρίζουν και να τους λένε κοροϊδευτικά ‘’γιατί δεν φωνάζετε τώρα την καρά Παναγιά σας (Μαύρη Παναγιά), τη Μυρτιδιώτισσα εννοούσαν, να σας βοηθήσει; Ο στρατός μας που έρχεται από πίσω θα σας δώσει να καταλάβετε άπιστοι”.

Κατάλαβαν πως ο τούρκικος στρατός ήταν πολύ κοντά τους, δεν ήξεραν όμως αν ο στρατός που ήταν μπροστά τους ήταν ελληνικός ή τούρκικος.

Η γιαγιά άφησε το ασκέρι της να την περιμένει και προχώρησε προς το μέρος του στρατού που ήταν μπροστά της. Ήθελε να εξακριβώσει αν ήταν Έλληνες. Άκουσε να μιλούν ελληνικά, πήρε θάρρος, πλησίασε τον πρώτο στρατιώτη και τον παρακάλεσε να της δείξει τον υπεύθυνο αξιωματικό. Βρέθηκε ξαφνικά μπροστά στον ψηλό, μελαμψό άνδρα. Ήταν ο Πλαστήρας, ο θρυλικός μαύρος καβαλάρης, ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων. Η γιαγιά γονάτισε να του φιλήσει τα πόδια όπως σ’ έναν άγιο, όπως στο σωτήρα. Δεν την άφησε. Τη σήκωσε ευγενικά επάνω και της είπε:

– Γιαγιά μη χάνουμε καιρό, οι Τούρκοι πλησιάζουν, πάρε τη συντροφιά σου και προχώρησε. Τα κανόνια μας σε λίγο θα χτυπήσουν τον Τούρκο για να τον εμποδίσουν να κατεβεί στα παράλια, γιατί αν κατεβεί, δε θα σωθεί ούτε ένας Έλληνας.

Περάσαμε. Ίσως να είμαστε οι τελευταίοι. Το πυροβολικό του Πλαστήρα άρχισε να βάλει εναντίον των Τούρκων που μας ακολουθούσαν. Μετά από ταλαιπωρία ημερών φτάσαμε στον Τσεσμέ. Από εκεί με μικρά πλοία που έρχονταν από τη Χίο περάσαμε στη Χίο. Η μητέρα είδε πως είχε ακόμα το κλειδί του σπιτιού μας στην τσέπη της, το έβγαλε, πρόσεξε να μην τη δει κανείς, το φίλησε και το πέταξε στη θάλασσα, εκεί ανάμεσα Χίου και Μ. Ασίας. Ήξερε πως δεν επρόκειτο να της χρειαστεί ποτέ πια. Πάντως το σπίτι ήταν κλειδωμένο, ασφαλισμένο. Τι ειρωνεία Θεέ μου…!

Ο πατέρας με όσα γίδια μπορούσε είχε κατεβεί στα παράλια. Μαζί του είχε τους βοσκούς του και το γιο της αδελφής του που γυρίζοντας από το μέτωπο δεν πρόλαβε να κατεβεί στο χωριό, αλλά φοβόταν κιόλας. Στο βουνό αισθανόταν περισσότερη ασφάλεια. Ίσως ήταν γραμμένο να ζήσει, γιατί τ’ αδέλφια του τα έσφαξαν οι Τούρκοι.

Βάδιζε όλη τη νύχτα ο πατέρας με τη συντροφιά του. Το πρωί είχε φθάσει σε μια ερημική παραλία απέναντι από τη Σάμο. Ήξερε πως ήταν η πιο στενή λωρίδα θάλασσας εκεί και θα μπορούσε πιο εύκολα να περάσει στην ελεύθερη πατρίδα κι εκεί ν’ αναζητήσει την οικογένειά του. Στη Σάμο θα πήγαιναν αν σώνονταν, αφού από εκεί ήταν η γυναίκα του αδελφού του και οπωσδήποτε στους γονείς και στ’ αδέλφια της θα πήγαιναν. Θα ακολουθούσαν και οι άλλοι αφού η γιαγιά ήταν μαζί τους και δε θα επέτρεπε ποτέ να χωρίσουν.

Εκεί που καθόταν απελπισμένος και σκεφτόταν τι μπορεί να κάνει, τον πλησίασε ένα χωριανός και του έφερε το θλιβερό μαντάτο. Στο χωριό τους έσφαξαν όλους οι Τούρκοι. Δε σώθηκε κανείς.

– Η γυναίκα σου, τα παιδιά σου, τ’ αδέρφια σου, τ’ ανίψια σου, οι γονείς σου, όλοι. Δεν έχει μείνει κανείς.

Θόλωσε το μάτι του πατέρα. Φωνάζει κοντά του τον ανιψιό του τον Γιώργη τον Τζιμπογιάννη και του λέει.

– Δε σώθηκε κανείς από τη σφαγή. Τώρα είμαστε οι δυό μας. Εγώ θα μείνω εδώ. Εσύ φρόντισε να περάσεις απέναντι και να σκέφτεσαι πάντα πως η ζωή συνεχίζεται.

Διώχνει τα γίδια προς το βουνό και με βαριά καρδιά τα ακολουθεί. Η προφητεία του παππού είχε βγει σωστή. Το κοπάδι είχε διαλυθεί, καμιά ελπίδα δεν υπήρχε πια. Γύρισε τα μάτια στον ουρανό γεμάτα παράπονο και μίλησε με τον Θεό, τον Θεό των πατέρων του. Δεν είχε να του ζητήσει τίποτε πια, μόνο δυο λέξεις είπε: ΓΙΑΤΙ ΘΕΕ ΜΟΥ;

Εκείνη τη στιγμή αντιλήφθηκε κάτι να κινείται παράξενα μέσα στους θάμνους, πλησιάζει. Ήταν ένας άνθρωπος. Σαν να ήθελε να κρυφτεί. Δεν είχε να φοβηθεί τίποτε πια, τον πλησιάζει. Κι αν ήταν Τούρκος, τι θα του έκανε; Το πολύ πολύ να τον σκότωνε. Μα το θάνατο τον ήθελε, θα ήταν για κείνον λύτρωση. Δεν περίμενε κανείς πια. Δεν ήταν όμως Τούρκος, ήταν ένας κυνηγημένος συγχωριανός του. Μίλησαν, του είπε πως οι δικοί του είχαν φύγει πριν τη σφαγή και ίσως τώρα να βρίσκονταν στα νησιά. Εκείνος ο ίδιος ήταν μέσα στο χωριό όταν μπήκαν οι Τούρκοι, κρύφτηκε όμως και τη νύχτα ξέφυγε, είχε χάσει όμως ολόκληρη την οικογένειά του και ήταν ολομόναχος. Ο πατέρας τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει να μαζέψει το κοπάδι και θα τον έπαιρνε μαζί του κι ό,τι τους έκανε ο Θεός. Μάζεψαν περί τα τετρακόσια γίδια, τα πολλά είχαν φύγει, και τα σκυλιά και κατέβηκαν στην ακρογιαλιά. Εκεί ξαναβρήκε τον ανιψιό του, τους βοσκούς του και μερικούς ακόμα ξεριζωμένους. Έμειναν όλοι μαζί κρυμμένονοι σε μια σπηλιά και περίμεναν να νυχτώσει ν’ ανάψουν φωτιά, να τους δουν από απέναντι να πάνε να τους σώσουν. Έμειναν τρία μερόνυχτα εκεί. Νηστικοί δεν ήταν, είχαν άφθονο γάλα για να ζήσουν, ποιος ήθελε όμως να φάει;

Την τέταρτη νύχτα κατά το ξημέρωμα, μόλις άρχιζε να φωτίζει, είδαν δυο μαούνες να πλησιάζουν προς την ακτή. Χάρηκαν. Η σωτηρία ήταν πολύ κοντά τους. Όταν πλησίασαν πολύ κοντά, διέκριναν να στέκεται στην πλώρη έναν άνθρωπο και να φωνάζει. «Μήπως κανείς από σας ξέρει τον Κωνσταντή ο Μπολέτης;». Του πατέρα μου του φάνηκε παράξενο που κάποιος ξένος τον ζητούσε με τ’ όνομά του.

– Τι τον θέλετε τον Μπολέτη και πού τον ξέρετε;

Ο περίεργος άνθρωπος πήδησε στη θάλασσα και βρέθηκε μπροστά του. Στο πρόσωπό του ο πατέρας μου αναγνώρισε τον έμπορο από τη Σάμο που πήγαινε και έπαιρνε το εμπόρευμά του. Κάποτε σε μια μεγάλη ανάγκη που είχε, ο Κωνσταντής ο Μπολέτης τον είχε ευεργετήσει κι ο άνθρωπος αυτός δεν τον είχε ξεχάσει. Ο ίδιος δεν ήταν ναυτικός ούτε είχε καμιά σχέση με τη θάλασσα, γι’ αυτό και νοίκιασε τα σκάφη, όργωνε τις ακρογιαλιές από τη Σάμο ως τη Χίο και ζητούσε ένα πρόσωπο, μια οικογένεια για να τη σώσει.

Γρήγορα γρήγορα μπήκαν μέσα στις μαούνες πρώτα οι άνθρωποι και μετά το κοπάδι, πέρασαν στη Σάμο περίπου τετρακόσια ζώα, τα σκυλιά, οι βοσκοί, ο ανιψιός και οι άνθρωποι που είχαν μαζευτεί εκεί κι αυτό από την ευγνωμοσύνη ενός ανθρώπου που κάποτε είχε ευεργετηθεί από κάποιον άλλον άνθρωπο.

Η σφαγή

Μόλις φύγαμε εμείς απ’ το χωριό, μπήκαν οι Τούρκοι στρατιώτες, όχι τσέτες, ούτε άτακτοι ούτε χωρικοί Τούρκοι. Τακτικός στρατός.

Οι συγχωριανοί που είχαν μείνει στο χωριό αναθάρρησαν. Τι θα τους έκανε ο στρατός; Αιχμαλώτους θα τους έπαιρναν. Οι μεγάλες δυνάμεις θα μεσολαβούσαν και θα τους ελευθέρωναν.

Δεν έγινε όμως έτσι. Οι βάρβαροι έπρεπε να πιουν πολύ χριστιανικό αίμα για να χορτάσουν τη δίψα τους. Τους μάζεψαν όλους στην πλατεία του χωριού, μ’ έναν τηλεβόα κάλεσαν αυτούς που ήταν κρυμμένοι με την υπόσχεση πως δε θα πειράξουν κανέναν κι όταν μαζεύτηκαν όλοι, τους έβαλαν στη μέση από τη μια και από την άλλη οι στρατιώτες, μια πένθιμη πομπή, και προχώρησαν προς το βουνό. Τους είπαν πως μπορούσαν να πάρουν απ’ τα σπίτια τους ό,τι πολύτιμο είχαν. Δεν υπήρχε λόγος να ψάχνουν τα σπίτια για να τα βρουν, θα τους σκότωναν και θα τα έπαιρναν.

Μαζί μ’ όλους αυτούς και ο θείος μου ο πατήρ Ιωάννης Τζιμπογιάννης με τη γυναίκα του, τα τέσσερα από τα πέντε παιδιά του, ο Γιώργης το πέμπτο βρέθηκε με το κοπάδι του πατέρα μου κι έτσι σώθηκε. Τους γονείς του, τ’ αδέλφια του και άλλους συγγενείς τους σκότωσαν οι Τούρκοι.

Ήταν ψηλά ακόμη ο ήλιος. Οι Τούρκοι τους είπαν να καθίσουν. Κάθισαν κι εκείνοι πιο πέρα κι άρχισαν να τους κοροϊδεύουν και να τους λένε να κάνουν προσευχή στον Θεό τους να τους σώσει.

Σε λίγο έπεσε μια σιωπή. Ο Τούρκος αξιωματικός άρχισε να λέει στους στρατιώτες του σιγά στην τουρκική κάτι σαν διαταγή. Τούρκικα ήξερε μόνο ο θείος ο παπάς, έστησε τ’ αυτί του κι άκουσε τι έλεγε. Έλεγε λοιπόν ο Τούρκος πως η σφαγή είχε απαγορευτεί από τις μεγάλες δυνάμεις, γι’ αυτό δε θα τους σφάζουμε, αλλά μόλις νυχτώσει θα πέσουμε επάνω τους με τις ξιφολόγχες και θα τους ξεκοιλιάσουμε όπως τα βατράχια. Έπειτα θα έρθουν οι λύκοι και θα τους φάνε και κανείς δε θα μάθει τίποτε. Σατανικό το σχέδιο. Η μητέρα του θείου κρατούσε πάνω της ένα θησαυρό από πολλές χρυσές λίρες. Την πλησίασε με τρόπο ο γιος της και της είπε τι άκουσε, την παρακάλεσε να κρύψει το θησαυρό αυτό κάτω από πέτρες για να μην τον βρουν τα αγαρινά σκυλιά. Η γριούλα με τρόπο ειδοποίησε και τις άλλες γυναίκες που όλες ήταν φορτωμένες με πολλά πολύτιμα πράγματα, να τα βάλουν μέσα σε κλαδιά κάτω από πέτρες, τουλάχιστον να μην τα εύρισκαν επάνω τους. Όχι για τίποτε άλλο δηλαδή, αλλά μόνο να μην τα βρουν οι δήμιοι και γλεντούν με τους δικούς τους κόπους.

Άρχισε να σουρουπώνει και οι κακούργοι έθεσαν σε εφαρμογή το εξοντωτικό τους σχέδιο.

Ο παπα Γιάννης Τζιμπογιάννης είχε δυο κόρες κι οι δυο πολύ όμορφες, αλλά η μεγάλη η Ουρανία ήταν σαν άγγελος. Στα χέρια της κρατούσε ένα μπογαλάκι με τα ωραιότερα κεντήματα απ’ την προίκα της. Πριν αρχίσει το μακελειό, την πλησιάζει ο Τούρκος αξιωματικός, την παίρνει, την καθίζει στ’ άλογό του και φεύγει καλπάζοντας. Η πεντάμορφη Ουρανία έκλαιγε, προτιμούσε να πεθάνει με τους δικούς της παρά ν’ ακολουθήσει τον Τούρκο. Πέταξε τον μπόγο με τα ρούχα στη μάνα της και της είπε “μάνα δε μου χρειάζονται πια”. Χώρισαν. Αυτό ήταν. Δεν ξαναείδε κανέναν, δεν την ξαναείδε κανείς.

Η επίθεση άρχισε, όχι σφαγή, πιο επιεικής ο θάνατος με την ξιφολόγχη. Πες πως τους καλούς συμμάχους μας τους ενδιέφερε πώς θα πεθαίναμε. Πάντως τη σφαγή την είχαν απαγορεύσει.

Τι καλοί που ήταν αλήθεια!

Έπεσαν επάνω στους ανυπεράσπιστους ανθρώπους με τις ξιφολόγχες και τους χτυπούσαν αλύπητα. Με τα παιδιά και τις γυναίκες τελείωσαν γρήγορα. Δεν είχαν και μεγάλη αντοχή. Οι άνδρες όσο να ‘ναι άντεχαν πιο πολύ. Δυο άγριοι στρατιώτες έπεσαν με μανία πάνω στον “κιοπέκ-παπά, το σκυλόπαπα”, τον χτυπούσαν αλύπητα με μαχαίρια, δεκαεφτά μαχαιριές πάνω στο βασανισμένο κορμί του. Η τελευταία στην καρδιά. Αλλά η μοίρα ό,τι γράφει δεν ξεγράφει. Ο άνθρωπος αυτός ήταν γραμμένο να ζήσει. Φεύγοντας απ’ το σπίτι του πήρε πάνω από ένα έπιπλο ένα ασημένιο πιάτο και το έκρυψε κάτω από το ράσο του στο μέρος της καρδιάς. Έγινε το πιάτο αυτό η ασπίδα που τον έσωσε. Με την τελευταία μαχαιριά το μαχαίρι καρφώθηκε επάνω στο πιάτο. Το τράβηξε ο δήμιος κι όταν είδε ότι δεν έβγαινε εύκολα, πίστεψε πως είχε καρφώσει το θώρακα και είχε βρει την καρδιά. Γέλασε ο κακούργος και είπε στον άλλον.

– Με το γουρούνι τον παπά τελειώσαμε. Αυτός δε θα ξανασηκωθεί πια.

Ένας τσαούσης διέταξε να πάρουν σχοινιά να δέσουν τον έναν με τον άλλο απ’ το μπράτσο, ώστε αν ήταν κάποιος τραυματίας να μην μπορέσει να φύγει. Τον παπά σίγουροι πως ήταν νεκρός δεν τον έδεσαν.

Είχε πια νυχτώσει για τα καλά. Μετά τη σφαγή το πλιάτσικο. Σ’ αυτό οι Τούρκοι πρέπει να πάρουν το πρώτο βραβείο. Άρχισαν να ψάχνουν έναν έναν. Δε φαίνονταν και πολύ ευχαριστημένοι απ’ ό,τι έβρισκαν. Γύμνωναν τις γυναίκες και ζητούσαν χρυσό στα πιο απόκρυφα μέρη του κορμιού τους. Επειδή όμως αυτές τα είχαν πετάξει από πάνω τους όλα, βλαστημούσαν, τις κλοτσούσαν, τις έβριζαν, έκαναν ό,τι μπορούν για να τις εκδικηθούν.

Ο πατήρ Ιωάννης Τζιμπογιάννης κατάλαβε πως ήταν ζωντανός και ότι μπορούσε να φύγει. Τον ευνοούσε το σκοτάδι που είχε πέσει στο μεταξύ και το ότι οι Τούρκοι είχαν επιδοθεί στο… θεάρεστο έργο τους. Το σώμα του βρέθηκε στην αρχή κάποιας κατηφοριάς. Κύλησε και βρέθηκε σ’ ένα βάθος από εκεί οι Τούρκοι δεν τον έβλεπαν πια. Προχώρησε σιγά σιγά και κρύφτηκε μέσα σε κάτι πυκνούς θάμνους.

Όταν οι Τούρκοι τελείωσαν, τον αναζήτησαν. Άρχισαν να φωνάζουν σαν μανιακοί “το σκυλί μας έφυγε, πρέπει να το βρούμε”. Δυο καβάλησαν τα άλογα για να τον φτάσουν, πέρασαν σχεδόν από μπροστά του. Η ουρά του αλόγου τον άγγιξε. Φοβήθηκε πολύ. Αν τον έβρισκαν, θα τον έγδερναν. Το σκοτάδι όμως κι ο Θεός τον προστάτευσαν. Έπρεπε ίσως να ζήσει κάποιος για να μαρτυρήσει το τέλος των ανθρώπων αυτών. Για να μην τους περιμένει κανείς πια. Λένε πως διασώθηκε άλλος ένας, ο τελευταίος από τους δεμένους, του οποίου το όνομα δεν ενθυμούμαι. Ήταν τόσο σφιχτά το χέρι του δεμένο που είχε σταματήσει η κυκλοφορία του αίματος κι έπαθε γάγγραινα όταν ήρθε στη Σάμο. Πέθανε αφού πρώτα διηγήθηκε το φριχτό τέλος των άλλων, που ενώ μερικοί ζούσαν δεν μπόρεσαν να λυθούν και να ξεφύγουν. Τους έφαγαν τα θηρία των δασών και τα όρνια του ουρανού ζωντανούς ακόμα.

Ας παρακολουθήσουμε τώρα τον πατέρα Ιωάννη για να δούμε τι απέγινε.

Κρύφτηκε μέσα στους θάμνους κι όταν σταμάτησε η οχλοβοή των Τούρκων, γιατί κάποτε έπρεπε να φύγουν, τους περίμεναν άλλα χωριά όπου ίσως το πλιάτσικο ήταν περισσότερο, βγήκε από την κρύπτη του και με μεγάλη προφύλαξη προχωρούσε μέσα στο δάσος. Τα κατατόπια τα ήξερε καλά, γεννημένος και μεγαλωμένος σ’ αυτά τα μέρη. Οι πληγές του αιμορραγούσαν πολύ. Τα ράσα του ήταν κατακόκκινα από το αίμα. Η δίψα αφόρητη και οι δυνάμεις τελείως κομμένες. Έκανε όμως κουράγιο. Έπρεπε κάποιος να ζήσει απ’ αυτή τη σφαγή για να πει τι έγινε. Τους άλλους τους νόμιζε όλους νεκρούς. Ο μόνος ζωντανός ήταν εκείνος. Όχι πως τον ενδιέφερε πια η ζωή, δεν του είχε απομείνει τίποτε απ’ ό,τι αγαπούσε. Τους έχασε όλους, αν πέθαινε κι αυτός, ποιος θα έλεγε τι απέγιναν οι άλλοι;

Η πρώτη του φροντίδα ήταν να βρει νερό. Τα μέρη τα ήξερε, τα νερά όλα, φοβόταν όμως να πλησιάσει μήπως τα χρησιμοποιούσαν οι Τούρκοι για παγίδες. Πλησίασε μια βρυσούλα με πολύ επιφύλαξη. Βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε ψυχή ζώσα σ’ όλη την τριγύρω περιοχή. Έπλυνε απαλά τις πληγές του, φοβόταν ο καημένος μην αιμορραγήσουν ξανά. Οι πληγές τον πονούσαν τρομερά, πιο πολύ όμως τον πονούσε η καρδιά, η ψυχή για τη χαμένη πατρίδα πρώτα και μετά για τ’ αγαπημένα του πρόσωπα. Ποιον να πρωτοκλάψει; Το μεγάλο του γιο που δεν ήξερε τι είχε απογίνει στο μέτωπο; Σκοτωμένος ήταν ή αιχμάλωτος; Το δεύτερο χειρότερο απ’ το πρώτο. Την αγαπημένη του σύντροφο, τα παιδιά του, τους γονείς του, τ’ αδέλφια του ή την κόρη του που την πήρε ο Τούρκος και καταλάβαινε το μαρτύριό της; Ποιον να πρωτοσκεφθεί και ποιον να πρωτοκλάψει;

Κουρασμένος κάθισε στον κορμό ενός δέντρου. Τον πήρε το παράπονο κι άρχισε να κλαίει. Αισθανόταν την ανάγκη να κλάψει για να ξαλαφρώσει η καρδιά του. Τον τρυπούσαν οι τύψεις του. Γιατί να μη φύγει με τους άλλους; Γιατί να πάρει τόσους ανθρώπους στο λαιμό του; Σκέφτηκε να μείνει εκεί και να πεθάνει, τι την ήθελε πια τη ζωή μόνος κατάμονος στον κόσμο;

Εκεί που καθόταν ολομόναχος κι απελπισμένος άκουσε θόρυβο. Δεν ήξερε αν ήταν Τούρκοι ή Έλληνες ή αν ήταν τ’ αγρίμια του βουνού. Δεν κινήθηκε από τη θέση του. Δεν τον ενδιέφερε πια αν ζούσε ή αν πέθαινε. Περίμενε το θάνατο να τον λυτρώσει.

– Θεέ μου γιατί επέτρεψες να ζήσω. Ας πεθάνω, να πάψω πια να υφίσταμαι, να πάψω να υποφέρω. Δεν αντέχω άλλο.

Ο θόρυβος προερχόταν από δυο Έλληνες Μικρασιάτες που κι αυτοί είχαν χάσει τις οικογένειές τους και βάδιζαν μόνοι χωρίς καμιά ελπίδα. Μόλις βρέθηκαν μπροστά στο λειτουργό του υψίστου, αναθάρρησαν, πήγαν κοντά του, για να πάρουν ή μάλλον για να τους δώσει κουράγιο. Δυστυχώς όμως βρήκαν ένα ράκος. Κάθισαν κοντά του, τον παρηγόρησαν, του είπαν πως και η μοίρα η δική τους ίδια ήταν και τον έπεισαν μετά από πολλή ώρα να τους ακολουθήσει προς τα παράλια.

Περπατώντας συναντούσαν κάθε μέρα και άλλους και η συντροφιά μεγάλωνε. Έγιναν καμιά πενηνταριά, όλοι άνδρες, καμιά γυναίκα, κανένα παιδί.

Είχαν περάσει εξήντα μέρες από τη μέρα που ο θείος μου ο παπά Γιάννης είχε ξεκινήσει για τα παράλια. Όχι πως ήταν τόσο μακριά, αλλά μονάχα νύχτα περπατούσαν. Κάποτε έφθασαν απέναντι απ’ τη Χίο. Μπήκαν σε μια σπηλιά και κάθε βράδυ άναβαν φωτιά για να τους δουν από μακριά και να πάνε να τους πάρουν. Μια μέρα πλησίασε μέρα μεσημέρι ένα ψαροκάικο και τους πήρε και τους έβγαλε στη Χίο.

Ο θείος είχε πολλούς γνωστούς. Κάποιος απ’ αυτούς του είπε ότι όλη η οικογένεια του πεθερού του ήταν στη Σάμο. Για το γιο του δεν ήξερε κανείς να του πει.

Έπρεπε να πάει να τους βρει. Πώς όμως θ’ αντίκριζε την πεθερά του; Τι θα της έλεγε; Πως την κόρη της και τα εγγόνια της τα έσφαξαν οι Τούρκοι και σώθηκε μόνος του; Δεν ήταν άδικο αυτό; Γιατί να μην ακολουθήσει όταν η γιαγιά τον παρακαλούσε;

Μπήκε σ’ ένα καΐκι και πήγε στη Σάμο. Δεν είχε απομείνει τίποτα πια από τον όμορφο, τον αγέρωχο νέο κληρικό. Μόνο μια σκιά, ένα μικρόσωμο ανθρωπάκι τυλιγμένο σ’ ένα κουρελιασμένο ματωμένο ράσο. Στο χέρι του κρατούσε ένα ημερολόγιο όπου εξήντα μέρες πάνω στα βουνά έγραφε τα βάσανά του.

Πήγε στο σπίτι όπου έμενε ο παππούς με τη γιαγιά και τις δυο ανύπαντρες κόρες τους, τη Χρυσώ και την Τασώ, στο χωριό Χώρα. Μόλις τον αντίκρισαν, νόμιζαν ότι είδαν ένα φάντασμα.

Έγινε θρήνος και οδυρμός πολύς. Τον νόμιζαν κι αυτόν νεκρό και να τώρα που τον βλέπουν μπροστά τους χωρίς αποσκευές και διαβατήρια, ένα ράκος, ένα ερείπιο. Το πρώτο που ρώτησε ήταν αν ήξεραν τίποτε για το γιο του. Χάρηκε μόλις του είπαν πως είχε σωθεί μαζί με τον πατέρα μου και τώρα ήταν μαζί του στο βουνό και ήταν αυτή η πρώτη χαρά ύστερα από δυο μήνες.

Ζέσταναν αμέσως νερό και τον έλουσαν. Τα μαλλιά ξεκόλλησαν όλα μαζί με το ξεραμένο αίμα και έφυγαν, δεν έμεινε ούτε τρίχα στο κεφάλι από τα όμορφα ξανθά μαλλιά του που όταν λειτουργούσε κι έβγαινε στην ωραία πύλη και έλεγε το “Άνω σχώμεν τας καρδίας” με ξέπλεκα τα μαλλιά ριγμένα στην πλάτη του, νόμιζες πως ήταν αρχάγγελος. Τόσο όμορφος ήταν. Τώρα δεν είχε μείνει πια τίποτα από την παλιά αίγλη, την παλιά ομορφιά, μόνο ένα ασήμαντο ανθρωπάκι διπλωμένο στα δύο χωρίς καμιά ελπίδα πια, χωρίς διάθεση για ζωή.

Μόλις έμαθαν πως ήρθε ο παπάς τους, όπως συνήθιζαν να τον λένε όσοι χωριανοί ήταν στη Σάμο, έτρεξαν να τον δουν. Ήθελαν να μάθουν τι απέγιναν οι δικοί τους. Πέρασαν όμως πολλές μέρες ν’ ανοίξει το στόμα του και να μιλήσει για το τραγικό τέλος τόσων ανθρώπων τους.

Τη νύχτα δεν κοιμόταν, έβλεπε εφιάλτες. Σηκωνόταν και φώναζε, Βαγγελιώ, Ουρανία, Μαρία, Στέφανε, Κώστα ελάτε, περιμένω. Τον ξυπνούσαν από τα μαύρα του όνειρα και τον παρηγορούσαν αντί να του ρίξουν ευθύνες.

Η ζωή του είχε γίνει μαρτύριο, δεν εύρισκε ησυχία ούτε νύχτα ούτε μέρα, πονούσε πολύ. Το φρικτό τέλος των δικών του ήταν πάντα μπροστά στα μάτια του.

Την αγάπη του και την εμπιστοσύνη του στον Θεό την είχε χάσει. Άρχισε σιγά σιγά να πίνει για να ξεχνά. Η μόνη του παρηγοριά ήταν το μοναδικό παιδί που του είχε απομείνει κι έκανε μεγάλη υπομονή για να μην τον στενοχωρεί. Μόνο γι’ αυτό ζούσε, δεν τον ενδιέφερε πια τίποτε άλλο.

Όταν κάπως συνήλθε, ανέβηκε στο βουνό με το κοπάδι. Ήταν κι ο γιος του εκεί. Καθόταν ώρες μόνος του, αντίκριζε τις απέναντι μικρασιατικές ακτές, τα μάτια του γέμιζαν δάκρυα, αναστέναζε βαθιά κι έλεγε.

– Πότε πια θα δώσουν άδεια να περάσομε απέναντι, να πάω να τους θάψω και να τους κάνω μνημόσυνο.

Ήξερε άραγε πως αυτό δε θα γινόταν ποτέ;

…………………………………………………………

Η Ουρανία

Έμαθε άραγε ποτέ κανείς τι απέγινε η Ουρανία η όμορφη κόρη του παπα Γιάννη; Κι όμως έμαθαν.

Πέρασαν μερικά χρόνια κανείς να ξέρει τι απέγινε. Ζούσε, τη σκότωσαν, ήταν στο χαρέμι κάποιου πασά, άγνωστο.

Όταν πια ξεκαθάρισαν τα πράγματα και η ειρήνη από τη μια, οι συνθήκες απ’ την άλλη, έφεραν κάποια ηρεμία μεταξύ των δυο λαών, άρχισαν οι δικοί μας ζωέμποροι απ’ τα νησιά να περνούν απέναντι και να εμπορεύονται ζώα. Κάποιος χωριανός έκανε αυτή τη δουλειά, το εμπόριο των ζώων. Πήγαινε από τα νησιά διάφορα πράγματα, τα πουλούσε, αγόραζε ζώα, επέστρεφε και ξανά και ξανά, όργωνε όλα τα παράλια. Σ’ ένα ταξίδι του έφθασε μέχρι το Αξάρι κι εκεί είχε μια αναπάντεχη συνάντηση. Πήγε σε μια βρυσούλα να δροσιστεί. Δυο νέες γυναίκες έπαιρναν νερό και μιλούσαν ελληνικά. Πάγωσε το αίμα στις φλέβες του, γυρίζει και τι να δει. Την Ουρανία και τη Μαρία τη γυναίκα του Μιχάλη του Στυλιανού κι αυτή απ’ τις αγνοούμενες. Χωρίς να σηκώσει το κεφάλι να τις κοιτάξει και προσποιούμενος πως πίνει νερό σκυμμένος πάντα λέει:

—Ουρανία ο πατέρας σου ζει κι ο αδελφός σου ο Γιώργης είναι στην Κρήτη και είναι πολύ καλά. Αν θέλεις σε παίρνω μαζί μου.

—Έχω πέντε παιδιά. Πώς είναι δυνατόν να τα αφήσω. Για τον άνδρα μου δε με ενδιαφέρει καθόλου, τα παιδιά μου όμως τι θα γίνουν;

Το μητρικό φίλτρο στάθηκε άλλη μια φορά πιο ισχυρό από κάθε άλλη υποχρέωση και αγάπη.

Ο άνθρωπος νόμισε πως κάποιος είχε παρακολουθήσει όλη αυτή τη σκηνή. Έφυγε όσο μπορούσε πιο γρήγορα χωρίς να ξαναπεράσει ποτέ από εκεί.

Γύρισε πίσω στην Ελλάδα κι έφερε την τρομερή είδηση.

……………………………………………………………..

Συνεχίζεται το αφιέρωμα

Δεν μπορούν όλοι να πληρώσουν. Και το σεβόμαστε.

Αν βρίσκεσαι σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, συνέχισε να μας διαβάζεις δωρεάν. Η ενημέρωση πρέπει να παραμένει προσβάσιμη για όλους.

Αν όμως μπορείς, στήριξέ μας σήμερα. Ορίστε δύο καλοί λόγοι για να το κάνεις:

  1. Η στήριξή σου ενισχύει άμεσα την ποιότητα και την ανεξαρτησία της δημοσιογραφίας μας.
  2. Κοστίζει λιγότερο από έναν καφέ και η διαδικασία διαρκεί λιγότερο από 1 λεπτό.

Επίλεξε σήμερα να γίνεις συνδρομητής ή δωρητής.

Γίνε συνδρομητής

Σας ευχαριστούμε θερμά.

Ακολουθήστε το agonaskritis.gr στο Google News, στο facebook και στο twitter και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις - Γίνετε συνδρομητές!

Αγώνας της Κρήτηςhttp://bit.ly/agonaskritis
Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία.Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Τελευταία Νέα

Περισσότερα σαν αυτό
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Barry’s Economics: Γιατί οι πλούσιοι νομίζουν ότι οι φτωχοί είναι τεμπέληδες

Στο επίκεντρο του σύγχρονου δημόσιου διαλόγου για την κοινωνική...

Τα Χανιά εκπέμπουν S.O.S.

Του Μανώλη Ντουντουνάκη *Αναμφίβολα, ο τουρισμός συμβάλλει ουσιαστικά στην...

Ακρίτα για Καρυστιανού: «Είπε ότι γιατροί κάνουν αμβλώσεις στον 7ο μήνα – Τους έχει καταγγείλει;»

Την αντίδραση της βουλεύτριας του ΣΥΡΙΖΑ, Έλενας Ακρίτα, προκάλεσε η καταγγελία...