26.8 C
Chania
Παρασκευή, 29 Μαΐου, 2026

Γυναίκες στη Μάχη της Κρήτης: Οι αντάρτισσες, οι νοσοκόμες, οι αγωνίστριες που εκτελέστηκαν απ’ τους ναζί | Φωτογραφικά ντοκουμέντα

Ημερομηνία:

Οι Γερµανοί µετά τη κατάληψη του Νησιού, δεν µπορούν να συγχωρήσουν τη συµµετοχή του Κρητικού λαού σε µια τόσο οδυνηρή γι’ αυτούς αντίσταση. Αρχίζει µία νέα περίοδος µε αιµατηρές θυσίες και σκληρά αντίποινα σε βάρος του.

Στρατόπεδα συγκέντρωσης, οµαδικές εκτελέσεις, πυρπολήσεις χωριών, φόνοι ανεξάρτητα από ηλικία, συµπληρώνουν το έργο των βοµβαρδισµών.

Η γερµανική κατοχή παίρνει τέλος στις 9 Μαΐου 1945, µε την υπογραφή της συνθήκης παράδοσης των Γερµανοιταλικών δυνάµεων στους εκπροσώπους των Κυβερνήσεων Ελλάδας και Αγγλίας.

Το τίµηµα σε αίµα που πληρώνει η Κρήτη από την εισβολή και κατοχή των Γερµανών είναι 6.593 άνδρες, 1.113 γυναίκες και 869 παιδιά.

Τερψιχόρη Χρυσουλάκη-Βλάχου από τη Σητεία Αγωνίστηκε προσφέροντας τις υπηρεσίες της στον ασύρματο που λειτουργούσε σ’ όλο σχεδόν το διάστημα της κατοχής στη μονή Τοπλού. Συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε θάνατο από τους Γερμανούς. Εκτελείται στην Αγιά Χανίων τον Ιούνιο του 1944. Αντιμετωπίζει το θάνατο με μια αξιοθαύμαστη ψυχραιμία. Η όμορφη αυτή κρητικοπούλα γράφει στον τοίχο του κελιού της «Είμαι Ι8 χρονών. Με καταδίκασαν σε θάνατο. Περιμένω από στιγμή σε στιγμή το εκτελεστικό απόσπασμα. Ζήτω η Ελλάδα. Ζήτω η Κρήτη».

Στον αγώνα ενεργό ρόλο έχουν και οι γυναίκες.

Τα καθήκοντα της νοικοκυράς αλλάζουν προσανατολισµό. Προσαρµόζονται στο πνεύµα της εποχής και µε προθυµία υπακούουν στο σάλπισµα. Σε ορισµένες περιπτώσεις παίρνουν τα όπλα και βρίσκονται δίπλα στους άνδρες τους. Άλλες περιθάλπουν στα σπίτια τους µε κίνδυνο της ζωής τους αντάρτες ή περιπλανώµενους συµµάχους, που βρίσκονται ακόµα στην Κρήτη. Δουλεύουν ως ασυρματίστριες, γίνονται αντάρτισσες, όπως αυτές οι γυναίκες που εντάχθηκαν στο αντάρτικο σώμα του Βασίλη Πατεράκη στο χωριό Βαφες Αποκορώνου ή εκείνες που πολέμησαν στη μάχη της Καντάνου. Καταδικάζονται σε θάνατο και στέλνονται στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Φτιάχνουν και στέλνουν µε τα παιδιά τους παξιµάδι, τρόφιµα και άλλα είδη στους αντάρτες που κρύβονται σε σπηλιές ή εγκαταλελειµµένα κτηνοτροφικά καταλύµατα. Προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως νοσοκόµες σε τραυµατισµένους µαχητές, δίνοντας έτσι νέες διαστάσεις στον αγώνα και την αντίσταση της Κρήτης.

Μαρία Γλυμιδάκη από τη Χρυσαυγή Χανίων. Για την αντιστασιακή της δράση είχε συλληφθεί από τους Γερμανούς και οδηγήθηκε στο στρατόπεδο του ‘Αουσβιτς. Στο χέρι της διακρίνεται ο αριθμός που της είχαν χαράξει οι Γερμανοί.

Στις 25 Μαΐου 1941 μέσα στον πυρετό της Μάχης γίνεται η πρώτη ομαδική εκτέλεση 50 ατόμων στα χωριά Περιβόλια και Μισσίρια του Ρεθύμνου. Δέκα επτά άτομα απ αυτά ήταν γυναίκες. Μεταξύ τους η Κατερίνα Δελή με τις κόρες τηςΑγγελική και Αναστασία.

Η Ελένη Αστρινού Αγγελάκη από το Γερακάρι χάνει το σύζυγο και τα παιδιά της που πέφτουν από τις σφαίρες των Ναζί. Χάνει δύο αδερφούς, πέντε πρώτα ανήψια, τέσσερα πρώτα ξαδέρφια και επτά δεύτερα ανήψια. Δεν ξέρω σε ποια χώρα του κόσμου μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τέτοια φαινόμενα απαξίωσης της ζωής, φρίκης και αφανιστικής μανίας.

Στο Μάλεμε οι αδελφές Αγάπη, Σοφία και Ειρήνη Παρασκάκη πέφτουν μαζί θύματα της Χιτλερικής θηριωδίας και αντεκδίκησης.

Η Μαρία Γλυμιδάκη-Μανωλαράκη από τη Χρυσαυγή Κισάμου αντιμετωπίζει μια κρίσιμη σκηνή όπου ο μικρότερος αδερφός της βρίσκεται σε μια εξοντωτική πάλη με Γερμανό αλεξιπτωτιστή. Χωρίς να χάσει καιρό επιτίθεται στο Γερμανό, του παίρνει το όπλο, τον χτυπά και τον αφήνει αναίσθητο. Συλλαμβάνεται όμως και καταδικάζεται μαζί με τον αδερφό της από το Γερμανικό στρατοδικείο Χανίων σε θάνατο.

Με χάρη όμως που δίνεται από το Χίτλερ μετατρέπεται η ποινή της σε ισόβια κάθειρξη, για να αρχίσει ο γολγοθάς του μαρτυρίου της στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Φυλακίζεται μαζί με τον αδερφό της στο στρατόπεδο ομήρων του Ζέμουν κοντά στο Βελιγράδι. Το 1943 μεταφέρεται στο στρατόπεδο κολαστήριο του Αουσβιτς στην Πολωνία. Εκεί χάνει το όνομά της γιατί σφραγίζεται με τον αριθμό 82211 στο αριστερό της χέρι, που θα διατηρήσει ως το θάνατό της .Από το Αουσβιτς μεταφέρεται στο στρατόπεδο Ράβενσμπρουκ, όπου την υποχρώνουν να εργάζεται σε πολεμικό εργοστάσιο μαζί με τιςαδερφές Μοσχογιαννάκη από το Ηράκλειο. Με την είδηση ότι φεύγουν οι Γερμανοί, οι όμηροι καταφέρνουν και φεύγουν από το στρατόπεδο, για να πάρουν το δρόμο της επιστροφής με τα πόδια οι τρεις Κρητικοπούλες που κράτησε τρεις και μισό μήνες.

Με πρόσωπα αρχαίας τραγωδίας μοιάζουν οι γυναίκες της Κρήτης, που τις σημάδεψε η θλίψη και ο ανθρώπινος πόνος

Τέσσερις ηλικιωμένες γυναίκες έκαψαν ζωντανές οι Γερμανοί στο χωριό Αγιος Γεώργιος στην περιοχή των Κεραμειών Χανίων το Νοέμβρη του 1944. Το Κρητικό μαρτυρολόγιο συμπληρώνεται επίσης από πολλές γυναίκες που έμεναν σε διάφορα χωριά του Νομού Χανίων.

Τερψιχόρη Χρυσουλάκη-Βλάχου

Ηταν από τη Σητεία. Αγωνίστηκε προσφέροντας τις υπηρεσίες της στον ασύρματο που λειτουργούσε σ όλο σχεδόν το διάστημα της κατοχής στη μονή Τοπλού. Συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε θάνατο από τους Γερμανούς. Εκτελείται στην Αγιά Χανίων τον Ιούνιο του 1944. Αντιμετωπίζει το θάνατο με μια αξιοθαύμαστη ψυχραιμία. Η όμορφη αυτή κρητικοπούλα γράφει στον τοίχο του κελιού της “Είμαι 18 χρονών. Με καταδίκασαν σε θάνατο. Περιμένω από στιγμή σε στιγμή το εκτελεστικό απόσπασμα. Ζήτω η Ελλάδα. Ζήτω η Κρήτη

Ελένη Μαρκετάκη

Για την ίδια αιτία και με την ίδια κατηγορία εκτελείται μετά την καταδίκη της, η συμπολίτισσα και συναγωνίστρια τηςΧρυσουλάκη-Βλάχου, Ελένη Μαρκετάκη. Μετά την ομοβροντία των όπλων, οι άνδρες του εκτελεστικού αποσπάσματος στην Αγιά επιστρέφουν στη μονάδα τους, κρατώντας τα λάφυρα της επιχείρησης, που είναι τα γοβάκια των δυο κοριτσιών που εκτελέστηκαν. Η Μαρκετάκη ήταν τότε 30 χρονών.

Αλλά παράδειγμα ανωτερότητας και ψυχικού μεγαλείου που κρατά ψηλά το γόητρο και την τιμή της πατρίδας μας, αποτελεί και η γριά μητέρα της Μαρκετάκη. Οταν μετά την εκτέλεση της κόρης της οι Γερμανοί λεηλατούν ληστρικά το σπίτι της και αφαιρούν από τη μητέρα της ακόμα και τη βέρα και τα γυαλιά της, εκείνη στρέφεται στο διερμηνέα και του λέει: “Πες παιδί μου στον αξιωματικό να μου δώσει τα γυαλιά μου να του ψήσω ένα καφέ για να κάνει ένα συγχωρεμό στο κορίτσι μου.

Τερψιχόρη Αδαμάκη-Χατζοπούλου

Η μεγαλύτερη σε ηλικία είναι η Βακάκη Αντωνία, σύζυγος Δημητρίου ενώ η νεότερη κοπέλα είναι η Βακάκη Ελένη του Γεωργίου από τον οικισμό Τραχινιάκο που συμμετείχαν στη Μάχη του Φαραγγιού στην Κάντανο.

Είναι Σητειακής καταγωγής επίσης και κατηγορείται για τη συμμετοχή της και τις πληροφορίες που μεταδίδει με τον ασύρματο από το μοναστήρι Τοπλού στους συμμάχους στη Μέση Ανατολή. Συλλαμβάνεται πρώτα από τους Ιταλούς. Μετά από εξάμηνη φυλάκιση της στις φυλακές της Νεάπολης, αφήνεται ελεύθερη. Τη συλλαμβάνουν όμως και πάλι οι Γερμανοί. Μετά από πολλά βασανιστήρια στον Αγιο Νικόλαο, μεταφέρεται στις φυλακές Αγιάς, όπου μεταξύ των άλλων την υποχρεώνουν να παρακολουθεί τις τακτικές εκτελέσεις των πατριωτών. Επειδή δεν προκύπτουν ενοχοποιητικά σε βάρος της στοιχεία, το Στρατοδικείο Χανίων της επιβάλλει μετά από τις παραπάνω περιπέτειες κατ οίκο περιορισμό. Μετά την απελευθέρωση οι Αγγλοι την τιμούν με χρυσό μετάλλειο ανδρείας.

Κατίνα Ελευθεράκη-Παπαδάκη

Με την κατηγορία της απόκρυψης του συμμαχικού ασύρματου στα περίχωρα της μονής Τοπλού συλλαμβάνεται και ηΚατίνα Ελευθεράκη-Παπαδάκη, κάτοικος Σητείας. Επειδή όμως η Ελένη Μαρκετάκη παίρνει πάνω της όλη την ευθύνη για τη λειτουργία και απόκρυψη του ασύρματου προκειμένου να την απαλλάξει από την εκτέλεση ως μικρότερη κοπέλα, το Στρατοδικείο Χανίων δεν την έκρινε ένοχη θανάτου. Δεν απέφυγε όμως τα σκληρά βασανιστήρια.

Συλλαμβάνεται το Μάη του 1943. Στην αρχή φυλακίζεται και κακοποιείται στον Αγιο Νικόλαο. Μεταφέρεται μετά στις φυλακές Αγιάς. Για πενήντα μέρες φυλακίζεται στις φυλακές Βάνιτσε του Βελιγραδίου. Από το Σεπτέμβρη του 1944 ως τον Απρίλη του 1945, βρίσκεται στο φοβερό στρατόπεδο του Ουράνεμπουργκ στο Βερολίνο. Απελευθερώνεται από το στρατόπεδο του Αμβούργου με τη μεσολάβηση των Αμερικανών.

Βιργινία Γαλανουδάκη-Κανέλλου

Ήταν από τον Αγιο Νικόλαο και διέθετε μια γοητευτική ομορφιά. Πρόκειται για τη “μπέλλα Βιρτζίνια” όπως την αποκαλούσαν οι Ιταλοί. Βοήθησε δυναμικά την αντίσταση. Με ειδική άδεια και με το πρόσχημα ότι πραγματοποιεί εράνους “υπέρ των πτωχώνΣ συγκεντρώνει χρήματα τα οποία διαθέτει στην αντίσταση. Ως εθελόντρια αδελφή του Ερυθρού Σταυρού αποφυλακίζει πολλούς κρατούμενους με πλαστά ιατρικά πιστοποιητικά και ακτινογραφίες.

Κάποτε και με ειδική και πάλι άδεια επισκέπτεται τους πολιτικούς κρατούμενους στο μοναστήρι της Κρουσταλλένιας στο Λασίθι φορτωμένη με τρόφιμα και γλυκά. Ενα πακέτο όμως με τσιγάρα στο οποίο υπάρχει ένα γράμμα χωρίς να το ξέρει την προδίδει. Συλλαμβάνεται και στην εξονυχιστική ανάκριση που της γίνεται, αναλαμβάνει την ευθύνη. Επειδή δεν προκύπτουν επιβαρυντικά στοιχεία σε βάρος της, δικάζεται σε τρίμηνη φυλάκιση με αναστολή.

Αντάρτες και αντάρτισσες του αντάρτικου σώματος του Βασίλη Πατεράκη στο χωριό Βαφές Αποκορώνου

Για επιβαλλόμενους ιστορικούς λόγους θα προχωρήσουμε και σε λίγο μεταγενέστερους χρόνους που σημαδεύονται από τη δράση των γυναικών της Κρήτης.

Bαγγελιώ Φωτιάδη, Αρμενάκη, Κλάδου

H Bαγγελιώ Φωτιάδη γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1925 στο Ηράκλειο. Ήταν Ηπειρωτικής καταγωγής από την πλευρά του πατέρα της και ορφανή από μητέρα. Είχε τρία αδέλφια, τον Χρήστο, τον Φάνη και τον Νίκο, ενώ η οικογένεια είχε χάσει ήδη τον Γιάννη. «Ήταν μέτρια στο ανάστημα, ανοιχτόχρωμη με κοντά καστανά μαλλιά και πλατύ χαμόγελο, πολύ όμορφη και πάντα γελαστή».

Bαγγελιώ Φωτιάδη

Σε αυτόν το φούρνο μεγάλωσε η Βαγγελιώ Φωτιάδη και τα αδέλφια της. Από μικρή ηλικία διψούσε για μάθηση και προσπαθούσε να αποκτήσει όσο το δυνατόν περισσότερες γνώσεις. Έτσι αποφοίτησε από το δημοτικό με άριστα και η αγάπη της για τα γράμματα τη βοήθησε να αριστεύσει και στις «4 πρώτες τάξεις του εξατάξιου Γυμνασίου του ισότιμου ιδιωτικού σχολείου «Λύκειον ο Κοραής» και στις δυο τελευταίες τάξεις του δημοσίου γυμνασίου»[3] (της Εμπορικής Σχολής). Στα χρόνια της κατοχής η Β.Φ, όπως και όλα τα άλλα κορίτσια «παρακολουθούσαν τα μαθήματα τους στο γυναικωνίτη του Αγίου Μηνά»[4]. Παράλληλα φαίνεται ότι παρακολουθούσε «μαθήματα γαλλικής γλώσσας στη Γαλλική Σχολή Καλογραιών»[5]. Το 1943 ήταν από τους πρώτους που εντάχθηκε στους κύκλους της ΕΠΟΝ «έπειτα από παρότρυνση του μεγαλύτερου αδερφού της, Χρήστου»[6]. Αν και ήταν μόλις 18 ετών, εξελίχθηκε γρήγορα σε ένα από τα πιο δραστήρια μέλη της οργάνωσης, ώστε το 1948 να γίνει γραμματέας. Η Βαγγελιώ κατάφερε να ξεχωρίσει για τη μαχητικότητα της, την ενέργειά της και το δυναμισμό της, ενώ ήταν αγαπητή στους συναγωνιστές της, «σκέτο σπίρτο»[7]. Αυτό που την χαρακτήριζε ήταν η τσαχπινιά, αν και έμοιαζε με αγοροκόριτσο ήταν πάντα ένα ζωηρό, όμορφο και πρόσχαρο κορίτσι.

Με την Βαγγελιώ Αρμενάκη είχε ήδη συνδεθεί πριν ενταχθούν και οι δύο στην ΕΠΟΝ. Μάλιστα, «το πιθανότερο είναι, ότι η Β.Φ. προέτρεψε τη Β.Α. να γίνει και αυτή μέλος της ΕΠΟΝ, λόγω του ισχυρού φιλικού τους δεσμού»[8]. Η Βαγγελιώ Αρμενάκη είχε γεννηθεί στις 23 Φεβρουαρίου 1926 στο Ηράκλειο[9]. Η μητέρα της λεγόταν Λευκοθέα και ο πατέρας της Νίκος, με καταγωγή από τα Χανιά, από τον οποίο έμειναν νωρίς ορφανά, αυτή και τα δυο αδέρφια της, ο μεγαλύτερος αδερφός της Γιάννης και η μικρότερη αδερφή της Πόπη. Η οικογένεια Αρμενάκη είχε το σπίτι τους απέναντι από τον Άγιο Μηνά και υποδηματοποιείο στην Πλατιά Στράτα, το οποίο ανέλαβε η μητέρα της μετά το θάνατο του πατέρα της. Η οικονομική τους κατάσταση φαίνεται να ήταν αρκετά καλή. Η Βαγγελιώ Αρμενάκη ήταν μια ψηλή και λιγνή κοπέλα με μαύρα μαλλιά και μαύρα μάτια. «Ήταν πολύ όμορφη με ωραία λαμπερά μάτια και λεπτά καλλίγραμμα χείλη, που όταν γελούσαν αιχμαλώτιζαν τον συνομιλητή τους και ήταν αδύνατον να ξεφύγει από την πειθώ της»[10].

Διακρινόταν για τη γλυκύτητα του χαρακτήρα της και την ευαισθησία της στα κοινά «μια εξαιρετικά ντροπαλή, χαμηλών τόνων, αλλά και απίστευτα έξυπνη κοπέλα»[11]. Ντυνόταν πάντα κομψά και ντελικάτα, ωστόσο ως ένδειξη πένθους για τον πατέρα της φορούσε πάντοτε μαύρα ρούχα. Γεγονός είναι πάντως ότι ήταν και αυτή δυναμική, ατρόμητη και θαρραλέα.

Οι δύο αυτές νεαρές κοπέλες ήταν συνδεδεμένες με μια πολύ ισχυρή φιλία, η οποία κράτησε μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής τους. Ήταν τόσο όμοιες αλλά συγχρόνως και τόσο διαφορετικές, «τόσο αγαπημένες σαν αδελφές, για αυτό και λίγο πριν την εκτέλεση αγκαλιάσθηκαν»[12]. Ήταν ατρόμητες και οι δύο, έκαναν μια αδιάκοπη πάλη για τα ιδανικά της οργάνωσης, η μια με αγωνιστικό πάθος η άλλη με ήρεμο πείσμα και έπεσαν περήφανες. Πίσω από το φωτεινό και μαχητικό τους πρόσωπο δεν πρέπει να παραβλέψει κανείς το νεαρό της ηλικίας τους. Ως μέλη της ΕΠΟΝ συμμετείχαν τόσο σε δράσεις κατά των Γερμανών, γράφοντας συνθήματα σε τοίχους ή σε δρόμους, μεταφέροντας μηνύματα και διανέμοντας προκηρύξεις όσο και σε έργα διαφώτισης, ενημέρωσης, προώθησης αντιφασιστικών και εθνικοαπελευθερωτικών αρχών και διανομής τροφίμων. Πολλοί που ήξεραν ότι ήταν μέλη της ΕΠΟΝ «τους έλεγαν να προσέχουν, ιδιαίτερα οι καθηγητές τους όταν έκαναν μαθήματα στον Άγιο Μηνά»[13]. Παράλληλα διοργανώνονταν από την τοπική λέσχη της ΕΠΟΝ θεατρικές παραστάσεις, όπου συμμετείχαν οι Βαγγελιές. «Τα γραφεία της ΕΠΟΝ βρίσκονταν απέναντι από το καθολικό της εκκλησίας των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, σε ένα χώρο μεγάλο, που διέθετε ένα πατάρι, στο οποίο φύλαγαν τα κοστούμια των παραστάσεων»[14]. Διάβαζαν Γκόρκι, συζητούσαν για την λευτεριά, έπαιζαν, τραγουδούσαν, κατέγραφαν τα νέα μέλη, τύπωναν τις προκηρύξεις τους, οραματιζόμενοι ένα καλύτερο μέλλον, μια ελεύθερη Ελλάδα, χωρίς ξένους και ντόπιους κατακτητές[15]. Με την απελευθέρωση από τους Γερμανούς φάνηκε καθαρά ότι μόνο με αγώνα επίμονο είχε κατακτηθεί η εθνική ελευθερία.

Η σύλληψη και η περιπέτεια ως την εκτέλεση των δυο Βαγγελιών εμφανίζεται στον τοπικό Τύπο στις 11 Μαρτίου 1948. Σε άρθρο στην τοπική εφημερίδα «Πατρίς» (11/3/1948) με μεγαλογράμματο τίτλο «Σύλληψις Κομμουνιστριών» και υπότιτλο «Εξέδιδον και εκυκλοφόρουν λαθραίως πολυγραφημένην κομμουνιστικήν εφημερίδα» δημοσιεύθηκε η κατόπιν πληροφοριών του Διοικητή του Τμήματος Ασφαλείας Ν. Δραμητινού έρευνα και κατάσχεση του χαρτιού στο οποίο εκτυπωνόταν η εφημερίδα «Ελεύθερη Κρήτη» καθώς και η σύλληψη της Ευαγγελίας Αρμενάκη και της Ευαγγελίας Φωτιάδου «επιφανών στελεχών της τέως κομμουνιστικής οργανώσεως ΕΠΟΝ», τη νύχτα της 10ης Μαρτίου «εις τας οικίας των ανωτέρω». Ο Διοικητής πληροφόρησε τους δημοσιογράφους ότι οι δυο συλληφθείσες ενέχονταν «εις την τελευταίως σημειωθείσαν ενταύθα κομμουνιστική κίνησιν πρός στρατολογίαν συμμοριτών διά την ενίσχυσιν της συμμορίας του καπετάν Γιώργου Χανίων», στην οποία είχαν ήδη στείλει τον Ι. Ψαριανό, εξόριστο κομμουνιστή.

Συντομότερης έκτασης ήταν το δημοσίευμα της ίδιας ημερομηνίας από την εφημερίδα «Η Δράσις», με τον τίτλο «Ανακάλυψις κομμουνιστικής οργανώσεως», ενώ την επόμενη μέρα η ίδια εφημερίδα επιδοκιμάζει τις ενέργειες της Γενικής Ασφάλειας, ιδιαίτερα «τον οξυδερκή και αεικίνητον υπομοίραρχον κ. Δραμητινόν»,για την ανακάλυψη της κομμουνιστικής σπείρας στο Ηράκλειο, που εξέδιδε κομμουνιστική εφημερίδα, για να ενισχύει τους ομοφρόνους της, χωρίς όμως να αναγράφονταιτα ονόματα των Βαγγελιών.

Είναι σίγουρο ότι «τη Βαγγελιώ Φωτιάδη παρακολουθούσε η αστυνομία. Μάλιστα σε σχετική έφοδο που είχε γίνει παλαιότερα στο σπίτι της, η ίδια είχε κρυφτεί πίσω από μια σκάφη και έτσι δεν είχε γίνει αντιληπτή από τους ασφαλίτες»[16]. Οι μέρες περνούσαν με τις δυο κοπέλες να μεταφέρονται κάθε πρωί στους στάβλους των Μπαντουβάδων για ανακρίσεις, βασανισμούς και άσκηση πίεσης, για να καταδώσουν τους συντρόφους τους και να οδηγούνται τα βράδια στα κρατητήρια στο κέντρο της πόλης, σε ένα μικρό πολύ ασφυκτικό κελί με ένα μικρό παραθυράκι, όπου κρατούνταν και οι δυο μαζί. «Παρέμεναν άκαμπτες, αλύγιστες και σταθερά αμετανόητες για τα «πιστεύω» τους, παρόλο που συχνά επέστρεφαν στο κελί τους πολύ ταλαιπωρημένες και κακοποιημένες. Ιδιαίτερα η Βαγγελιώ Φωτιάδη έφερε περισσότερα τραύματα, καθώς θεωρούνταν από τους ασφαλίτες πιο επικίνδυνη και υφίστατο περισσότερα μαρτύρια»[17]. Το ότι δε μαθεύτηκε τίποτα από το στόμα τους για τη δράση της ομάδας των Χανίων είναι σίγουρο, μια και στο διάστημα της φυλάκισής τους δεν έγιναν συλλήψεις της ομάδας του Κλάδου[18].

Είναι σαφές ότι θεωρήθηκαν άκρως επικίνδυνες οι δυο Βαγγελιές, επομένως ενώ η σύλληψή τους αφορούσε παράβαση του Γ΄ ψηφίσματος, φάνηκε να παίρνει διαστάσεις σπουδαίας ανακάλυψης μιας μεγάλης κομμουνιστικής οργάνωσης και των ηγετικών στελεχών της.
Τις μέρες που ακολούθησαν δημοσιεύονταν στον Τύπο καθημερινά πίνακες με ονόματα πολιτών που επιθυμούσαν να αναλάβουν την περίθαλψη συμμοριόπληκτων παιδιών, ανακοινωθέντα του Γενικού Επιτελείου Στρατού για τις απώλειες των συμμοριτών, ειδήσεις για τις συμπλοκές συμμοριτών και εθνικοφρόνων στο Ν. Χανίων και επιστολές μεταμέλειας «πλανημένων» στρατιωτών.

Το κλίμα έδειχνε να είναι ήδη αρκετά βαρύ για αυτούς που βρίσκονταν στα χέρια της αστυνομίας, πολύ περισσότερο όταν μάλιστα επρόκειτο για δύο κοπέλες. Ήδη διαδίδονταν διάφορα για τις σχέσεις ανδρών και γυναικών στον χώρο του ΚΚΕ, τα οποία ενισχύθηκαν ιδιαίτερα μετά τη δημοσίευση Προκήρυξης της ΕΠΟΝ Ν. Χανίων με θέμα την ισοτιμία των δύο φύλων[23].

Μέσα Μαΐου (14/5/1948) ανακοινώθηκε η παραπομπή για δίκη στις 28 Μαΐου στο έκτακτο Στρατοδικείο 26 κατηγορουμένων, με πρώτα τα ονόματα των δύο Βαγγελιών. Όλοι κατηγορούνταν ότι τους πρώτους μήνες του 1948 εκτύπωναν και διένεμαν την επαναστατικού περιεχομένου εφημερίδα «Ελεύθερη Κρήτη» και τις προκηρύξεις με τίτλο «Μπροστά στο Νέο Εικοσιένα», ενώ παράλληλα επεδίωκαν την βίαιη ανατροπή του πολιτεύματος, διενεργούσαν παράνομο έρανο για την ενίσχυση του αντάρτικου αγώνα και παρείχαν μέρος του εράνου καθώς και πληροφορίες στον Ν. Σαμαρίτη και την ομάδα του[25]. Η πίεση που ασκούνταν από την κυβέρνηση ήταν οπωσδήποτε μεγάλη για τη εξόντωση των συμμοριτών. Την ίδια μέρα στάλθηκε έκκληση προς τους Χανιώτες να καταδώσουν το μέρος στο οποίο κρύβονταν οι καπεταναίοι, το συγκρότημα κυρίως του καπετάν Γιώργου, για την ενίσχυση του οποίου κατηγορήθηκαν αρχικά ότι διενεργούσαν έρανο οι δυο Βαγγελιές[26]. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός δήλωσε μάλιστα ότι «η εκκαθάρισις της εν Ελλάδι καταστάσεως θα επέλθη ή διά της παραδόσεως των συμμοριτών άνευ όρων ή δια της συντριβής των»[27]. Ακολούθησε μέσα σε λίγες μέρες η σύλληψη των εκτελεστών του Λαδά, ενώ στις 21 του ίδιου μήνα ανακοινώθηκε ότι για την δολοφονία του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζώρτζ Πόλκ ένοχη ήταν η κομμουνιστική ηγεσία. Το αντικομμουνιστικό κύμα οπωσδήποτε φούντωσε, ενώ τις αμέσως επόμενες μέρες αφενός δημοσιεύθηκαν τα πορίσματα ανακρίσεων για τη δολοφονία του Λαδά[28] και για την συμμοριακή οργάνωση στα Χανιά, όπου παραπέμπονταν 22 πολίτες ως ένοχοι[29], η καταδίκη σε θάνατο του κομμουνιστή Γ. Κουσίδη, μέλους της ομάδας του Ποδιά[30] και αφετέρου δηλώσεις μετανοίας πολών πολιτών του Ηρακλείου[31].

Βαγγελιώ Αρμενάκη

Η δίκη και των 26 στο Έκτακτο Στρατοδικείο Ηρακλείου ξεκίνησε, όπως είχε ανακοινωθεί στις 28 Μαΐου 1948[32]. Μέχρι τις απογευματινές ώρες είχαν εξετασθεί οι μάρτυρες κατηγορίας, ενώ στις 6.00 μ.μ. άρχισε η εξέταση των μαρτύρων της υπεράσπισης. Σε όλη τη διάρκεια της δίκης «η κόρη του Βάγια έδειχνε αποφασιστική και θαρραλέα, η Αρμενάκη φαινόταν πιο σεμνή και φοβισμένη. Στις απαντήσεις τους επέμεναν ότι δεν έκαναν κάτι μεμπτό ούτε ότι έκαναν κάτι εναντίον της πατρίδας τους ή ότι ήταν όργανα ξένων κυβερνήσεων. Ό,τι έκαναν, το έκαναν από αγάπη για την πατρίδα τους και την ελευθερία τους. Οι στρατοδίκες με το φαρμακερό τους βλέμμα δεν τις πίστευαν, γιατί δεν πίστευαν και οι ίδιοι στην ελευθερία[33]». Την επόμενη μέρα η δίκη κράτησε ως τις 9.00 μ.μ. και επρόκειτο να συνεχισθεί την Κυριακή, οπότε εκδόθηκε η απόφαση, με την οποία επιβλήθηκε η ποινή του θανάτου στην Ευαγγελία Αρμενάκη, Ευαγγελία Φωτιάδου, Ιωάννη Ψαριανό, Ιωσήφ Παπαδοπεράκη και Νίκο Μπετεινάκη, των ισόβιων δεσμών σε έναν κατηγορούμενο, κάποιων χρόνων φυλάκισης σε 10 άλλους, ενώ απαλλάχτηκαν όλοι οι υπόλοιποι[34]. Το φρόνημά τους προκάλεσε την έκπληξη πολλών, οι οποίοι θεώρησαν ότι η στάση τους οφειλόταν σε μια «παγκόσμια κρίση που είχε προκαλέσει ο κομμουνισμός και φθάνει τα όρια της αλλοφροσύνης», για αυτό και κατά τη γνώμη τους ο νόμος «εξήντλησε την επιείκειάν του» στην επιβολή των ποινών. Ήταν επόμενο «η εμμονή των κατηγορουμένων να φέρει αυτή την απόφαση»[35]. Υπήρξε, όμως, και η έκπληξη αυτών που θαύμασαν το θάρρος των κατηγορουμένων και δυσκολεύονταν να πιστέψουν την απόφαση της θανατικής ποινής. Έτσι από τη μια οι συνήγοροι των πέντε καταδικασθέντων: Κ. Μαμαλάκης, Ευάγ. Χρυσός, Ι. Τσαντηράκης και Δ. Βουρεξάκης έστειλαν αμέσως στον υπουργό των Στρατιωτικών Ν. Στράτο τηλεγράφημα, με το οποίο ζητήθηκε να διαταχθεί η αναστολή της θανατικής ποινής, αφού είχαν απαλλαχθεί και οι πέντε από την κατηγορία για συνέργεια σε συμμοριακή δράση και είχαν καταδικασθεί μόνο για την κυκλοφορία κομμουνιστικής προκήρυξης. Μάλιστα πρόσθεταν ότι ο Βασιλικός Επίτροπος είχε ζητήσει ως ποινή τα ισόβια δεσμά[37].

Παρά, όμως, τις εκκλήσεις, την 5η Ιουνίου 1948 στις 4.45 π.μ, έγινε η εκτέλεση και των πέντε κατηγορουμένων στο Αρμένικο Νεκροταφείο, (που είναι η βορινή πλευρά του γηπέδου του ΟΦΗ, οι εξέδρες), με την παρουσία του Φρουράρχου της πόλης, του Ταγματάρχη Γ. Λυγεράκη, του Εισαγγελέα Κ. Γιαννακόπουλου και του Διοικητή της Χωροφυλακής Γ. Χαλκιαδάκη[38]. «Γιατί τόση βιασύνη; Γιατί δεν περίμεναν το αποτέλεσμα της αίτησης χάριτος; Πιθανολογείται ότι δέχονταν πιέσεις για εκτέλεση θανατικών ποινών, ότι φοβόντουσαν μήπως εγκρινόταν η αίτηση χάριτος και ότι δεν ήθελαν να δώσουν χρόνο στο ΚΚΕ[39]». Προηγήθηκε, κατά το τυπικό, εξομολόγηση και θεία κοινωνία, ενώ οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν να τους δέσουν τα μάτια. Η εκτέλεση έγινε ομαδικά και για τους πέντε, ενώ το πρόσταγμα έδωσε ο Ταγματάρχης Γ. Λυγεράκης[40]. Ειδικά για την παρουσία του Φρουράρχου, δημοσιεύθηκε διευκρίνιση ότι η παρουσία του στην εκτέλεση των πέντε ήταν υποχρεωτική, όπως όριζαν οι κανονισμοί[41]. Για τις τελευταίες στιγμές των Βαγγελιών λέγεται ότι «ο Δραμητινός πλησίασε την Βαγγελιώ Αρμενάκη, η οποία φορούσε χρυσά σκουλαρίκια και της τα τράβηξε, κόβοντάς της το αυτί»[42]. Αγκαλιάστηκαν και φώναξαν: «Ζήτω ο Μάρκος Βαφειάδης, Ζήτω ο Δημοκρατικός Στρατός»[43].

Οι δυο Βαγγελιές έμειναν στη μνήμη πολλών ανθρώπων ως δυο αχώριστες φίλες, με όραμα αληθινό, με ελπίδα για την ελευθερία, τη ζωή και τον άνθρωπο. Στα λίγα χρόνια που έζησαν ανάμεσα στους γονείς, στα αδέλφια και στους φίλους τους μπόρεσαν να αφήσουν δυνατή τη σφραγίδα της παρουσίας τους. Μιας παρουσίας δυναμικής, μαχητικής και συγχρόνως σεμνής.

«Η Καπετάνισσα της Κρήτης»

Βαγγελιώ Κλάδου

Tι να πρωτοπεί κανείς για την Βαγγελιώ Κλάδου τή Μαρία, όπως ήταν το αντάρτικο και παράνομο ψευδώνυμό της, τη θρυλική δασκάλα, την ατρόμητη κομμουνίστρια.
Η Βαγγέλα, όπως συνήθιζαν να την αποκαλούν οι συγχωριανοί της, γεννήθηκε στα Ανώγεια το 1919, κόρη φτωχής και πολύτεκνης οικογένειας. Οταν τελείωσε το σχολείο, λόγω της αγάπης που είχε για τα γράμματα, οι γονείς της την έστειλαν στην Αθήνα, όπου φοίτησε στην Αρσάκειο και αποφοίτησε το 1940, με άριστα. Εκεί έρχεται σε επαφή με την κομμουνιστική ιδεολογία, τα δύσκολα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας.

Τον Σεπτέμβριο του 1940, λίγο πριν την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, διορίστηκε εκπαιδευτικός στο χωριό Μυριοκέφαλα Ρεθύμνου. Ένα χωριό που μετά τη μάχη της Κρήτης απόκτησε στρατηγική σημασία, αφού ήταν κομβικό σημείο στο πέρασμα των Βρετανών και Ελλήνων στρατιωτικών στην Αίγυπτο.

Λίγους μήνες μετά, η Βαγγελιώ Κλάδου θα μετατεθεί στην Επισκοπή Μυλοποτάμου. Το δημοτικό σχολείο του χωριού αυτού ήταν από τα λίγα της Κρήτης που σε όλη σχεδόν την διάρκεια της γερμανικής κατοχής λειτούργησε αδιάλειπτα και με πληρότητα. Η συμβολή της νεαρής δασκάλας σε αυτό το επίτευγμα ήταν τεράστια, γεγονός που το αποδεικνύει και μια ιδιαίτερα επαινετική έκθεση του επιθεωρητή δημοτικής εκπαίδευσης Ευαγγελίδη για την εργασία της.

Το 1942 οργανώνεται στο ΚΚΕ και αναλαμβάνει διαδοχικά καθήκοντα ως μέλος Αχτιδικής Επιτροπής, της Περιφερειακής Επιτροπής Ρεθύμνου, στη συνέχεια Γραμματέας Αχτιδικής Επιτροπής και Β’ Γραμματέας της Περιφερειακής Επιτροπής Ρεθύμνου και αργότερα μέλος της Περιφερειακής Επιτροπής Ρεθύμνου και μέλος της Επιτροπής Περιοχής Κρήτης με ειδική ευθύνη στη γυναικεία δουλειά και την Εθνική Αλληλεγγύη (ΕΑ).

Η Βαγγελιώ από την πρώτη στιγμή εντάσσεται στο ΕΑΜ και πρωτοστατεί στην οργάνωση του αγώνα της περιοχής κατά των Γερμανών από διάφορες θέσεις. Παράλληλα βοηθάει στη συγκρότηση των Οργανώσεών του.

Παράλληλα με τις κομματικές χρεώσεις συμβάλλει στη δουλειά του ΕΑΜ από διάφορες θέσεις, χρεώνεται το γυναικείο τμήμα σε όλο το νομό Ρεθύμνου. Είναι αξιοσημείωτη η στοχοπροσήλωση του ΚΚΕ στην ειδική δουλειά στις γυναίκες, ιδιαίτερα στις συνθήκες της περιόδου. Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε αρχικά το ΕΑΜ και στη συνέχεια ο ΔΣΕ στη σύνδεση της πάλης για τη δημιουργία μιας νέας ελεύθερης κοινωνίας με την πάλη για την ισοτιμία της γυναίκας. Το ΕΑΜ από την αρχή εξειδίκευσε το κάλεσμά του στις γυναίκες έστησε επιτροπές και εξέδιδε έντυπα που απευθύνονταν στις γυναίκες, όπως για παράδειγμα την εφημερίδα “Ελεύθερη Κρητικοπούλα”, όργανο γυναικείου τμήματος ΣΠ Κρήτης ΕΠΟΝ».

Μετά τα Δεκεμβριανά και την «συμφωνία της Βάρκιζας» η Βαγγέλα, σύμφωνα με το κρητικό και δη το ανωγειανό ιδίωμα, μπορούσε να επιστρέψει στην διδασκαλία αν δεν υπήρχαν οι «απαραίτητες» ταπεινωτικές δηλώσεις νομιμοφροσύνης προς το αστικό καθεστώς, πράγμα που ήταν αδιανόητο για τον αδάμαστο χαρακτήρα της και το κομματικό της ήθος. Δεν θα επιστρέψει ποτέ στην έδρα της ως εκπαιδευτικός, αλλά αντίθετα θα μεταβεί στα Χανιά, όπου θα ενταχθεί με όλες τις δυνάμεις στο λαϊκό κίνημα, δουλεύοντας μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ.

Η μεγάλη παναγροτική απεργία του Μάρτη του 1946 παραλύει όλη την Κρήτη. Η Βαγγελιώ Κλάδου μαζί με την Ελένη Κοκολάκη και τον αγωνιστή των δημοκρατικών ελευθεριών του κρητικού λαού δικηγόρο Βαγγέλη Χατζηαγγελή θα συλληφθούν από τις αρχές ως πρωταίτιοι των κινητοποιήσεων. Θα απειληθούν με εκτόπιση, κάτι που τελικά δεν θα πραγματοποιηθεί λόγω των έντονων αντιδράσεων από τον χανιώτικο λαό.

Τα γεγονότα θα συνεχιστούν τον Μάρτιο του επόμενου έτους, όπου η δεύτερη μεγάλη απεργία θα καταστήσει τη νομιμότητα της Κλάδου και των άλλων κομμουνιστών στα Χανιά επισφαλή. Μπροστά στον κίνδυνο της δολοφονίας της από τις παρακρατικές ομάδες των βενιζελικών καπεταναίων που λυμαίνονταν την περιοχή την δύσκολη αυτή περίοδο, η Βαγγελιώ θα περάσει στην παρανομία, όπου θα γίνει μέλος της πολιτικής καθοδήγησης του Δημοκρατικού Στρατού της Δυτικής Κρήτης που είχε αρχίσει πια να σχηματίζεται.

Στον Δημοκρατικό Στρατό αναπτύσσει πλούσια δράση και θα συμμετάσχει ως καπετάνισσα πια σε όλες σχεδόν τις μάχες που θα δοθούν ενάντια στον μοναρχοφασισμό το 1947 και το 1948. Ο αγώνας όμως είναι πραγματικά άνισος. Στη μεγάλη μάχη της Σαμαριάς τον Ιούνιο του 1948, ο Δημοκρατικός Στρατός στην Δυτική Κρήτη θα αποδεκατισθεί στην κυριολεξία, όπου θα απολέσει μερικά από τα καλύτερα στελέχη του.

Τα πλήγματα θα συνεχιστούν. Στις 26 Οκτωβρίου σε ενέδρα θα σκοτωθούν ο Γιώργης Τσιτήλος, μέλος της ΚΕ και Γραμματέα ΕΠ Κρήτης και ο Μήτσος Μακριδάκης, Γραμματέας ΝΕ Χανίων και μέλος του ΓΠ Κρήτης (26/10/1948). Τελικά θα απομείνουν κάπου τριάντα μαχητές, με τη Βαγγελιώ Κλάδου να είναι το τελευταίο επιζών στέλεχος του ΚΚΕ, το τελευταίο μέλος του Γραφείο Περιοχής Κρήτης του ΚΚΕ, οπότε θα αναλάβει την ηγεσία ενός ηρωικού αλλά άνισου αγώνα που αφορούσε αποκλειστικά και μόνο την επιβίωση των ανταρτών και μόνο.

Τα πάντα θα τελειώσουν για την Βαγγελιώ στις 6 Δεκεμβρίου του 1949, λίγους μήνες μετά από την τελική ήττα του ΔΣΕ στον Γράμμο, όταν θα σκοτωθεί και αυτή μετά από ενέδρα καταδιωκτικού αποσπάσματος.

Η αχώριστη συντρόφισσα της Βαγγελιώς, Αργυρώ Κοκοβλή γράφει για τις τελευταίες στιγμές της μεγάλης αυτής μαχήτριας:
«Ξεκινήσαμε από τους πρόποδες του βουνού, από τις Καρές του Άποκορώνου. Είμασταν έξι.
Η Μαρία (σημείωση: το ψευδώνυμο της Ευαγγελίας Κλάδου στον ΔΣΕ),
ο Μήτσος Τσαγκαράκης από τη Σούρη ,
ο Βάνιας Παντελίδης,
η Αργυρώ Πολυχρονάκη από τη Δρακόνα,
ο Λευτέρης Ηλιάκης από το Νεροχώρι,
ο Νίκος Κοκοβλής από το Βαμβακόπουλο και εγώ.
Προορισμός μας η σπηλιά στα Αναφυντοχάλαρα που δεν την γνώριζαν παρά ελάχιστοι. Εκεί θα κάναμε σταθμό, πριν φύγουμε γι αλλού.
Περπατήσαμε ολόκληρη νύκτα, μέσα σε παγωνιά και βροχόνερο. Τα ξημερώματα βρήκαμε τη σπηλιά. Λίγο αργότερα έπεσε πυκνή ομίχλη και τότε σκεφθήκαμε ν’ ανάψουμε μια μικρή φωτιά και να βράσουμε λίγο αλεύρι που είχαμε, να φάμε κουρκούτι.
Ξαφνικά η ομίχλη διάλυσε. Σ’ αυτό το διάστημα φαίνεται πως μας είδαν από το απόσπασμα. Αμέσως μετά η ομίχλη έπιασε και πάλι πυκνότερη. Αυτό βοήθησε τους άνδρες του αποσπάσματος που πλησίασαν κάνοντας κλοιό γύρω από τη σπηλιά.
Μεσημέρι πια αποφάσισε ο Λευτέρης Ηλιάκης να πάει να φέρει νερό από μια πηγή. Έξω βρισκόταν και ο Βάνιας σκοπός. Στα 10-15 μέτρα βρέθηκαν μπροστά στους άνδρες του αποσπάσματος.
Ο Βάνιας άρχισε να πυροβολεί. Πεταχτήκαμε έξω από τη σπηλιά και οι υπόλοιποι. Με την πρώτη ή την δεύτερη σφαίρα από το απόσπασμα τραυματίσθηκε στο χέρι η Μαρία. Τότε ζήτησε να την σκοτώσουμε και ταυτόχρονα έδωσε στόχο στις σφαίρες, που την βρήκαν και την άφησαν νεκρή. Λίγο μετά τραυματίστηκε και ο Τσαγκαράκης που δυο ώρες αργότερα πέθανε εκεί.
Εμείς συνεχίσαμε μέχρι που νύχτωσε και τότε μπορέσαμε να περάσουμε από τη μοναδική δίοδο, ανάμεσα από τις σφαίρες και τους άνδρες του αποσπάσματος. Πίσω έμεινε και ο Ηλιακής που είχε βρεθεί σε ένα βαθύ λάκκο κρυμμένος. Φύγαμε αφήνοντας τους δυο συντρόφους πίσω νεκρούς».

Τέτοιο ήταν το μίσος που έτρεφαν στη γνήσια επαναστάτρια, λαϊκή αγωνίστρια, στο στέλεχος του ΚΚΕ, ώστε οι ΜΑΥδες και οι παρακρατικοί της κόψανε το κεφάλι και το περιφέρανε στα γύρω χωριά.

Θα διηγηθεί στη συνέχεια ο Αλέκος Μαθιουδάκης:
«Μεταξύ των χωριών που την πέρασαν ήταν και το μεγάλο χωριό το Καλάμι, που ήταν οι φυλακές που μας κρατούσαν, πάνω από 700 κρατούμενους, οι περισσότεροι θανατοποινίτες.
Την ίδια μέρα στο επισκεπτήριο οι επισκέπτες μας έδωσαν την είδηση για την περασιά του κεφαλιού της Βαγγέλας Κλάδου έξω πριν λίγες ώρες.
Μπούμεραγκ γύρισε ο «θρίαμβος» των διωκτών της Βαγγέλας. Ο κόσμος αντί να τους θαυμάζει τους έβαζε στη χορεία των μιασμάτων του έθνους».

Τα οστά της Βαγγέλας θα βρεθούν πολλά χρόνια αργότερα, από τον αδελφό της Γιώργο Κλάδο και κάποιους από τους επιζώντες συντρόφους της. Τον Αύγουστο του 1978, όπου θα μεταφερθούν στα Ανώγεια για να θαφτούν με όλες τις πρέπουσες τιμές.

Τα υπόλοιπα μέλη της συντροφιάς που βρέθηκαν στον Ανυφαντόσπηλιο κατάφεραν να επιβιώσουν, εκτός από τον Βάνια Παντελιάδη, που σκοτώθηκε τον επόμενο χρόνο στον Βαντέ. Ο Λευτέρης Ηλιάκης πιάστηκε και ρίχτηκε στις φυλακές και στα ξερονήσια, ενώ οι Κοκοβλήδες κατάφεραν να αποδράσουν από την Κρήτη με τη βοήθεια του Κ.Κ.Ιταλίας και να βρουν καταφύγιο στη Σοβιετική Ενωση.

«Ευαγγελία Πανέμορφη
Έτσι ψιθύριζαν όπου περνούσες
Ωστόσο δεν ευκαίρισες ποτέ
ένα καθρέφτη να κοιτάξεις
λουλούδι να καρφώσεις στα μαλλιά
Μόνη έγνοια σου το φως
και το μεταλαμπάδευες από καλύβι σε καλύβι
με λύχνο, λόγο και βιβλίο και με το άστρο της καρδιάς σου
Της αρετής το έπαθλο σε ηλέκτριζε (……..)
Τιμή σου της πατρίδας η τιμή και πάθος σου η ευτυχία του κόσμου…»

Μαρία Λιουδάκη

Γεννήθηκε στη Λατσίδα Μεραμβέλλου. Είναι η φωτισμένη και χαρισματική δασκάλα, η οποία διευρύνει τον κύκλο των ενδιαφερόντων της και αναδεικνύεται σε μια σπουδαία λαογράφο και πρωτοπόρο οραματίστρια της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης της εποχής της. Αναδεικνύεται παράλληλα και σε μια αγωνίστρια της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Παίρνει μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα του λαού για να πέσει αργότερα θύμα του πολιτικού φανατισμού της εποχής. Η ελεύθερη φωνή της πνίγεται και η ακτινοβολία της προσωπικότητας της ανά το πανελλήνιο σβήνει. Συλλαμβάνεται ενώ υπηρετεί στην Ιεράπετρα και εκτελείται το 1947 στο Ηράκλειο.

Μαρία Δρανδάκη

Γεννήθηκε στην Ιεράπετρα. Παίρνει μέρος στην εθνική αντίσταση. Αναλαμβάνει μαζί με τη Μαρία Λιουδάκη και άλλες γυναίκες την οργάνωση του γυναικείου τμήματος της ΕΑΜ της Ιεράπετρας. Γίνεται μέλος της οργάνωσης “Εθνική Αλληλεγγύη. Συνοδοιπόρος και στενός συνεργάτης της Μαρίας Λιουδάκη, ανεβαίνουν μαζί το Γολγοθά του μαρτυρίου τους. Εκτελέστηκε μαζί με τη Λιουδάκη το 1947.

Στις 5/6/1948 δύο Ηρακλειώτισσες η Βαγγελιώ Αρμενάκη και η Βαγγελιώ Φωτιάδου μέλη της ΕΠΟΝ της εποχής συλλαμβάνονται χωρίς σοβαρό λόγο. Πέφτουν θύματα της ιδεολογίας τους την οποία δε θέλουν να απαρνηθούν και εκτελούνται στο γήπεδο του ΟΦΗ τον Απρίλιο του 1948.

Από τις ριπές του μίσους και της βίας θερίστηκαν επίσης η Ξενούλα Γράσσου ετών 19 και η Ευθυμία Καζαντζάκη ετών 65 από το Πάνω Χωριό Ιεράπετρας. Ετσι στην Κρήτη σε μια απομακρυσμένη σχετικά εποχή, ένα άλλου είδους Ζάλογγο κι ένας άλλος χορός στήνεται στο χοροστάσι της αξιοπρέπειας και της τιμής, της ανωτερότητας και του ψυχικού μεγαλείου.

Ολα όμως αυτά δεν μας δημιουργούν μια ανεκπλήρωτη προς τη γυναίκα της Κρήτης υποχρέωση, να δημιουργήσουμε δηλαδή ένα μνημείο αφιερωμένο στην αγωνίστρια Κρητικιά που ο αγώνας της δεν έχει δυστυχώς αποτυπωθεί πουθενά μέχρι σήμερα;

Με πληροφορίες από preveli.orgpatris.gr

ethniki-antistasi-dse.gr

Δεν μπορούν όλοι να πληρώσουν. Και το σεβόμαστε.

Αν βρίσκεσαι σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, συνέχισε να μας διαβάζεις δωρεάν. Η ενημέρωση πρέπει να παραμένει προσβάσιμη για όλους.

Αν όμως μπορείς, στήριξέ μας σήμερα. Ορίστε δύο καλοί λόγοι για να το κάνεις:

  1. Η στήριξή σου ενισχύει άμεσα την ποιότητα και την ανεξαρτησία της δημοσιογραφίας μας.
  2. Κοστίζει λιγότερο από έναν καφέ και η διαδικασία διαρκεί λιγότερο από 1 λεπτό.

Επίλεξε σήμερα να γίνεις συνδρομητής ή δωρητής.

Γίνε συνδρομητής

Σας ευχαριστούμε θερμά.

Ακολουθήστε το agonaskritis.gr στο Google News, στο facebook και στο twitter και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις - Γίνετε συνδρομητές!

Αγώνας της Κρήτηςhttp://bit.ly/agonaskritis
Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Τελευταία Νέα

Περισσότερα σαν αυτό
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ