Παλαιοί καταστηματάρχες της Δημοτικής Αγοράς εξέφρασαν στο Δημοτικό Συμβούλιο την απογοήτευσή τους για την πολυετή αναμονή, τις προθεσμίες αποδοχής και το ύψος των νέων μισθωμάτων, υποστηρίζοντας ότι ορισμένοι οδηγήθηκαν εκτός του ιστορικού κτιρίου πριν ακόμη αυτό επαναλειτουργήσει. Η δημοτική αρχή απάντησε ότι η διαδικασία καθορίστηκε από τη νομοθεσία, τις απαιτήσεις του χρηματοδοτικού εργαλείου και την ανάγκη ίσης μεταχείρισης παλαιών και νέων μισθωτών.
Η επιστροφή των παλαιών καταστηματαρχών στη Δημοτική Αγορά Χανίων, μετά την ολοκλήρωση της ανακατασκευής της, εξελίχθηκε σε μία από τις πιο εκτεταμένες συζητήσεις της συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου.
Στο επίκεντρο βρέθηκαν τα μισθώματα που προσδιορίστηκαν από ορκωτό εκτιμητή, η περιορισμένη προθεσμία που δόθηκε στους δικαιούχους για να αποφασίσουν αν θα επιστρέψουν και η οικονομική βιωσιμότητα των καταστημάτων μετά από χρόνια απουσίας από το κτίριο.
Καταστηματάρχες που πήραν τον λόγο περιέγραψαν μια πορεία κατά την οποία η αρχική διετής διάρκεια των εργασιών μετατράπηκε, σύμφωνα με όσα ανέφεραν, σε πέντε εμπορικές περιόδους εκτός Αγοράς. Παράλληλα, αμφισβήτησαν αν η τελική οικονομική επιβάρυνση ανταποκρίνεται στις σημερινές συνθήκες του εμπορίου και στις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί κατά τις προηγούμενες επαφές τους με τον Δήμο.
Η δημοτική πλευρά επέμεινε ότι δεν είχε τη δυνατότητα να καθορίσει πολιτικά χαμηλότερα μισθώματα, καθώς έπρεπε να διασφαλίσει τη νομιμότητα, την ισονομία και τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των ελεγκτικών αρχών.
Από τα δύο χρόνια στις «πέντε χαμένες σεζόν»
Η κ. Παπαδουλάκη, η οποία δήλωσε ότι εκπροσωπεί καταστηματάρχες της Δημοτικής Αγοράς, συνέδεσε τη συζήτηση για τα μισθώματα με τις επανειλημμένες παρατάσεις της ανακατασκευής.
Όπως είπε, οι επαγγελματίες είχαν προγραμματίσει την επιστροφή τους με βάση μια διάρκεια εργασιών δύο ετών, η οποία τελικά επεκτάθηκε σημαντικά.
«Τα δύο χρόνια που είχαμε υπογράψει έγιναν πέντε χαμένες σεζόν. Και παρ’ όλα αυτά δεν έχουμε ακούσει […] ούτε μισή συγγνώμη».
Κατά την ίδια, οι καταστηματάρχες περίμεναν επί πέντε χρόνια να επανεγκατασταθούν και στη συνέχεια έλαβαν ηλεκτρονικό μήνυμα με προθεσμία πέντε εργάσιμων ημερών για να αποδεχθούν ή να απορρίψουν τους όρους επιστροφής τους. Χαρακτήρισε τη διαδικασία «σχεδόν εκβιαστική», υποστηρίζοντας ότι δεν τους δόθηκε επαρκής χρόνος για μια απόφαση με μακροχρόνιες οικονομικές συνέπειες.
Η διαφορά ανάμεσα στις προσδοκίες και στα τελικά ποσά
Η κ. Παπαδουλάκη ανέφερε ότι, σε προηγούμενη συνάντησή της με τον αντιδήμαρχο Οικονομικών, είχε σχηματίσει την εντύπωση πως τα μισθώματα θα κυμαίνονταν περίπου από 1.500 έως 2.000 ευρώ.
Για το δικό της κατάστημα, όπως είπε, το τελικό ποσό καθορίστηκε στα 2.400 ευρώ.
«Το 1.500 με το 2.400 που ήρθε στην περίπτωση τη δικιά μου είναι 900 ευρώ διαφορά. Μπορεί για εσάς να μην είναι τίποτα. Για εμάς που τα δουλεύουμε μέρα-νύχτα όμως είναι πολύ σημαντικά».
Ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου παρενέβη για να διευκρινίσει ότι τα μισθώματα δεν ορίστηκαν από τον αντιδήμαρχο, αλλά από τον εκτιμητή.
Η καταστηματάρχης αμφισβήτησε επίσης τη σειρά με την οποία ακολουθήθηκε η διαδικασία. Υποστήριξε ότι είχε ενημερωθεί πως θα προηγούνταν συνεντεύξεις με τους παλαιούς επαγγελματίες, ώστε να καταγραφούν η δραστηριότητα και τα προϊόντα κάθε καταστήματος, και στη συνέχεια θα γινόταν η εκτίμηση.
Αντί γι’ αυτό, όπως είπε, προηγήθηκε ο πλειοδοτικός διαγωνισμός για τα κενά καταστήματα και ακολούθησε η γνωστοποίηση των μισθωμάτων στους παλαιούς μισθωτές. Κατά την εκτίμησή της, οι τιμές που διαμορφώθηκαν στον διαγωνισμό επηρέασαν προς τα πάνω και τις δικές τους εκτιμήσεις.
Η αγορά, ο τουρισμός και η δυνατότητα επιβίωσης
Στις αντιδράσεις των επαγγελματιών κυριάρχησε το ερώτημα αν τα νέα μισθώματα μπορούν να καλυφθούν από τον πραγματικό κύκλο εργασιών των καταστημάτων.
Η κ. Παπαδουλάκη υποστήριξε ότι στη μελέτη δεν αποτυπώθηκε η εμπορική εικόνα της περιόδου. Ανέφερε ότι, κατά τη δική της επαγγελματική εμπειρία, η αγορά στα Χανιά κινείται περίπου 20% χαμηλότερα από την προηγούμενη χρονιά, ενώ και η προηγούμενη χρονιά είχε παρουσιάσει υποχώρηση.
Η αναφορά αυτή κατατέθηκε ως εκτίμηση της ίδιας και δεν συνοδεύτηκε στη συνεδρίαση από επίσημα στοιχεία.
Για τους καταστηματάρχες, πάντως, το ύψος του μισθώματος δεν αποτελεί αφηρημένο αριθμό. Συνδέεται με τον αριθμό των επισκεπτών που θα πραγματοποιούν αγορές, τα λειτουργικά έξοδα και τη δυνατότητα της Δημοτικής Αγοράς να απευθύνεται και στον μόνιμο κάτοικο, όχι μόνο στον τουρίστα.
Η ίδια αμφισβήτησε ακόμη την αντίληψη ότι η Δημοτική Αγορά μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως περιουσιακό στοιχείο του Δήμου ή ως χώρος συγκεκριμένων επαγγελματικών ομάδων.
«Δεν ανήκει ούτε και σε εσάς. Στην πόλη των Χανίων νομίζω, στους δημότες».
Κατά την παρέμβασή της υπήρξε διαφωνία ως προς την ακριβή διατύπωση παλαιότερης δήλωσης του δημάρχου, χωρίς το ζήτημα να αποσαφηνιστεί στη συγκεκριμένη συνεδρίαση.
«Όλοι έχουν πέσει από τα σύννεφα»
Τον λόγο πήρε και ο κ. Κορωνιωτάκης, ο οποίος παρουσιάστηκε ως εκπρόσωπος παλαιών καταστηματαρχών. Υποστήριξε ότι οι επαγγελματίες δεν περίμεναν μισθώματα αυτού του ύψους και ότι ανέμεναν ποσά περίπου στο μισό.
«Εγώ εκπροσωπώ όλους τους καταστηματάρχες, τους παλιούς. Πιστεύω ότι όλοι έχουν πέσει από τα σύννεφα».
Συνέδεσε την οικονομική επιβάρυνση με την ψυχολογία των ανθρώπων που καλούνται να ξαναστήσουν τις επιχειρήσεις τους έπειτα από πολυετή διακοπή.
«Όταν φτιάξεις ένα μαγαζί και χάνεις το κουράγιο σου από την αρχή και πριν μπεις μέσα, είναι λίγο δύσκολο να μπορέσεις να τα καταφέρεις μετά».
Η τοποθέτησή του αποτύπωσε την προσδοκία ότι μπορεί ακόμη να γίνει κάποια διόρθωση, αν και ο ίδιος αναγνώρισε ότι αυτό θα ήταν δύσκολο.
Οι αποχωρήσεις και οι τελευταίες αλλαγές
Κατά την έναρξη της συζήτησης, ο αντιδήμαρχος Αναστάσιος Αλόγλου ενημέρωσε το Σώμα για αλλαγές που είχαν προκύψει ακόμη και την ημέρα της συνεδρίασης.
Ο κ. Μπονάτος ανακάλεσε την αποδοχή επανεγκατάστασης για το κατάστημα Ν5 και ο κ. Μαρμαριτσάκης για το Δ12. Αντίθετα, έγινε δεκτή η δήλωση της κ. Κρητικού για το Β13, το οποίο προορίζεται για προϊόντα ζύμης, με μηνιαίο μίσθωμα 2.390 ευρώ.
Τα Ν5 και Δ12 αφαιρέθηκαν από τον πίνακα των παλαιών μισθωτών και εντάχθηκαν στα καταστήματα που θα ακολουθούσαν τη διαδικασία δημοπράτησης.
Στην πρώτη αριθμητική αποτύπωση της συνεδρίασης αναφέρθηκε ότι, από τους 42 δικαιούχους επανεγκατάστασης, 29 είχαν αποδεχθεί τη συνέχιση και 13 δεν επιθυμούσαν να επιστρέψουν. Στο τέλος της συζήτησης, ύστερα από τις αλλαγές στους σχετικούς πίνακες και τη συνδυασμένη εξέταση της επανεγκατάστασης και της δημοπράτησης, ο κ. Αλόγλου διευκρίνισε ότι 31 καταστηματάρχες συνεχίζουν και 13 καταστήματα οδηγούνται στον πλειοδοτικό διαγωνισμό.
Η απάντηση του Δήμου: Νομιμότητα και ίση μεταχείριση
Ο κ. Αλόγλου αναγνώρισε ότι υπήρξαν αντιδράσεις, αλλά απέρριψε την άποψη ότι το ύψος των μισθωμάτων ήταν αποτέλεσμα ελεύθερης πολιτικής επιλογής της δημοτικής αρχής.
Όπως είπε, ο Δήμος έπρεπε να ακολουθήσει τις εισηγήσεις των οικονομικών και νομικών υπηρεσιών, τη διαδικασία εκτίμησης από ορκωτό εκτιμητή και τις υποχρεώσεις απέναντι στο χρηματοδοτικό εργαλείο και στους ελεγκτικούς μηχανισμούς.
«Δεν είναι θέμα πολιτικής απόφασης. Είναι θέμα νομοθεσίας η οποία περιγράφει τις διαδικασίες τις οποίες ακολουθούμε».
Σύμφωνα με την εξήγησή του, η Επιτροπή Δημοσιονομικού Ελέγχου δεν αποδεχόταν αρχικά την επανατοποθέτηση των παλαιών καταστηματαρχών. Η διαδικασία έγινε δεκτή υπό την προϋπόθεση ότι η εκτίμηση των μισθωμάτων θα πραγματοποιούνταν μετά τον διαγωνισμό, ώστε να εξασφαλίζεται αντικειμενικότητα και ίση αντιμετώπιση παλαιών και νέων επιχειρηματιών.
Η συγκεκριμένη επιλογή, κατά τον αντιδήμαρχο, ακολουθήθηκε για να μην αποκλειστεί συνολικά η δυνατότητα επιστροφής των παλαιών μισθωτών.
Ο ίδιος δήλωσε ότι οι καταστηματάρχες είχαν δικαίωμα να διαφωνήσουν και να μην αποδεχθούν τα μισθώματα. Για όσους επέλεξαν την επιστροφή, υποστήριξε ότι η αποδοχή μπορεί να συνοδευόταν από επιφυλάξεις, αλλά αποτελούσε θετική απάντηση στους όρους που τους γνωστοποιήθηκαν.
Η επιχειρηματική αβεβαιότητα και η προβολή της Αγοράς
Απαντώντας στους φόβους για τη βιωσιμότητα των καταστημάτων, ο αντιδήμαρχος ανέφερε ότι καμία επιχειρηματική δραστηριότητα δεν μπορεί να έχει εγγυημένη επιτυχία.
Σύμφωνα με τη θέση του, ο Δήμος έχει την ευθύνη να προβάλλει το ανακαινισμένο κτίριο και να προσελκύσει επισκέπτες, ενώ η κάθε επιχείρηση θα πρέπει να διαμορφώσει προϊόντα και υπηρεσίες που θα μπορούν να σταθούν στην αγορά.
Η δημοτική αρχή δεσμεύτηκε ότι θα εργαστεί για την ανάδειξη της Δημοτικής Αγοράς ως χώρου μεγάλης επισκεψιμότητας. Παράλληλα, ο κ. Αλόγλου επέμεινε ότι η τελική ευθύνη του Δήμου στη διαδικασία των μισθώσεων ήταν η διασφάλιση «της δικαιοσύνης, της ισονομίας, της δίκαιης αντιμετώπισης όλων και της νομιμότητας».
Σε ερώτηση αν, με βάση την εμπειρία που αποκτήθηκε, η δημοτική αρχή θα επέλεγε διαφορετική διαδικασία, απάντησε ότι, ακόμη και αν ο χρόνος γύριζε πίσω, θα ακολουθούσε την ίδια πορεία. Ανέφερε επίσης ότι ο κανονισμός είναι αυστηρός επειδή επιδιώκει να διατηρήσει τον ιστορικό χαρακτήρα και τις προβλεπόμενες χρήσεις της Αγοράς.
Η πολιτική αντιπαράθεση για τα υψηλά ενοίκια
Από την πλευρά της Λαϊκής Συσπείρωσης, ο Χαράλαμπος Λουτσέτης υποστήριξε ότι τα μισθώματα σε ορισμένες περιπτώσεις τριπλασιάζονται ή τετραπλασιάζονται και ότι το νέο οικονομικό μοντέλο μπορεί να οδηγήσει τους επαγγελματίες να απευθύνονται σε διαφορετικό κοινό από τον μέσο Χανιώτη.
Επέκρινε τη λογική σύμφωνα με την οποία η επιχειρηματικότητα αποτελεί αποκλειστικά ατομικό ρίσκο και υποστήριξε ότι οι παλαιοί καταστηματάρχες βρέθηκαν αντιμέτωποι με αυξημένα ποσά και στενή προθεσμία, χωρίς ουσιαστικό περιθώριο αντίδρασης.
Η Ζωή Γεωργούλα σημείωσε ότι το σημερινό Δημοτικό Συμβούλιο κλήθηκε να διαχειριστεί δεσμεύσεις που είχαν δημιουργηθεί σε προηγούμενες φάσεις του έργου και ζήτησε να αναζητηθούν οι ευθύνες όσων καθόρισαν τις αρχικές επιλογές της ανακατασκευής. Παράλληλα, έθεσε το ερώτημα τι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά μέσα στα όρια του νόμου και των ήδη διαμορφωμένων υποχρεώσεων.
Κατά τη συζήτηση προτάθηκε και η θέσπιση κοινωνικών κριτηρίων στις επόμενες διαδικασίες επιλογής μισθωτών, με το επιχείρημα ότι στην πρώτη δημοπράτηση πλεονέκτησαν όσοι είχαν μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα. Η πρόταση δεν υιοθετήθηκε κατά τη συνεδρίαση, ενώ η δημοτική πλευρά εξέφρασε αντιρρήσεις για τη νομική και λειτουργική εφαρμογή της.
Η απόφαση και τα επόμενα καταστήματα
Οι όροι επανεγκατάστασης των παλαιών μισθωτών τέθηκαν σε ψηφοφορία. Ο κ. Λουτσέτης δήλωσε ότι δεν τους καταψηφίζει, επειδή οι ίδιοι οι καταστηματάρχες που συνεχίζουν είχαν αποδεχθεί την επιστροφή τους, αλλά ότι απέχει από την ψηφοφορία λόγω των διαφωνιών που είχε εκφράσει.
Για τα καταστήματα που έμειναν κενά αποφασίστηκε να ακολουθηθεί νέα πλειοδοτική διαδικασία. Η δημοτική αρχή κάλεσε όσους διαθέτουν διαφορετικές, νομικά εφαρμόσιμες προτάσεις για τους όρους του διαγωνισμού να τις καταθέσουν στις οικονομικές και νομικές υπηρεσίες πριν από την έναρξη της νέας διαδικασίας.
Στην τελική καταγραφή, 31 παλαιοί καταστηματάρχες συνέχιζαν τη διαδικασία επιστροφής, ενώ 13 καταστήματα οδηγούνταν σε δημοπρασία. Δεν ανακοινώθηκε κατά τη συνεδρίαση αλλαγή στα μισθώματα που είχαν ήδη αποτιμηθεί ούτε παράταση της προθεσμίας που είχε δοθεί στους παλαιούς μισθωτές.
Το ξέρουμε…
Το να βλέπετε αυτά τα μηνύματα μπορεί να είναι κουραστικό. Και να είστε σίγουροί ότι ούτε κι εμείς βρίσκουμε κάποια ευχαρίστηση από το να τα γράφουμε... Όμως αυτό το μήνυμα δεν αφορά εμάς. Αφορά κάτι πολύ πιο σημαντικό: την επιβίωση της ανεξάρτητης, μαχητικής δημοσιογραφίας στην Kρήτη.
Η στήριξη σας είναι σημαντική γιατί μας επιτρέπει να:
- - Κάνουμε ρεπορτάζ χωρίς φόβο και εξαρτήσεις. Κανείς δεν μας υπαγορεύει τι να πούμε ή τι να αποσιωπήσουμε.
- - Κρατάμε τη δημοσιογραφία μας προσβάσιμη σε όλους, ακόμη και σε αυτούς που δεν έχουν την ικανότητα να πληρώσουν. Χωρίς paywall, χωρίς προνόμια μόνο για όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα.
Η απλή αλήθεια είναι ότι τα έσοδα διαρκώς συρρικνώνονται. Αν πιστεύετε ότι μια πραγματικά ελεύθερη ενημέρωση είναι ζωτικής σημασίας για τη δημοκρατία και τον έλεγχο της εξουσίας, τότε δώστε μας τη δύναμη να συνεχίσουμε.
Σας ευχαριστούμε θερμά.



