Ερώτηση προς τους υπουργούς Υγείας και Ανάπτυξης κατέθεσαν 13 βουλευτές της αντιπολίτευσης, καταγγέλλοντας την παρατεταμένη κρίση ακρίβειας στην αγορά των Μη Συνταγογραφούμενων Φαρμάκων (ΜΗΣΥΦΑ) και ζητώντας άμεση κυβερνητική παρέμβαση για τη συγκράτηση των τιμών.
Η ερώτηση, που υπογράφεται από τους βουλευτές Χάρη Μαμουλάκη, Καλλιόπη Βέττα, Γιώργο Γαβρήλο, Ειρήνη Δούρου, Διονύσιο-Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρίνα Κοντότολη, Αλέξανδρο Μεϊκόπουλο, Κωνσταντίνο Μπάρκα, Κατερίνα Νοτοπούλου, Ανδρέα Παναγιωτόπουλο, Γιώργο Παπαηλιού, Πόπη Τσαπανίδου και Γεώργιο Ψυχογιό, εστιάζει στις επιβαρύνσεις που δέχονται τα νοικοκυριά από τις ανατιμήσεις σε φάρμακα πρώτης ανάγκης και καθημερινής χρήσης, όπως αναλγητικά, αντιπυρετικά, αντιφλεγμονώδη και αποσυμφορητικά.
Οι ερωτώντες βουλευτές επισημαίνουν ότι, δεδομένου ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα διατίθενται εκτός των μηχανισμών δημόσιας αποζημίωσης του ΕΟΠΥΥ, οποιαδήποτε αύξηση στην τιμή τους μετακυλίεται άμεσα και καθολικά στην ιδιωτική δαπάνη των νοικοκυριών. Τα πρόσφατα στοιχεία που επικαλούνται αναδεικνύουν εκρηκτικές αυξήσεις σε βασικές κατηγορίες ΜΗΣΥΦΑ, οι οποίες εμφανίζονται δυσανάλογες τόσο σε σχέση με τον γενικό πληθωρισμό, όσο και με την εξέλιξη του πραγματικού κόστους παραγωγής.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη χαοτική απόκλιση των τιμών σε σύγκριση με ευρωπαϊκές αγορές. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην ερώτηση, στο Ηνωμένο Βασίλειο μια συσκευασία με 16 ταμπλέτες απλής παρακεταμόλης 500mg κοστίζει περίπου 0,40€ ολόκληρη η συσκευασία, ενώ στην Ελλάδα, μετά τις αλλεπάλληλες ανατιμήσεις, καταγράφονται τιμές από 3,09€ έως και 3,19€. Οι βουλευτές υπογραμμίζουν ότι το 2017 η ίδια συσκευασία κόστιζε μόλις 0,70€, καταγγέλλοντας ανατίμηση που αγγίζει το 455%.
Η ερώτηση εντοπίζει τις αιτίες του προβλήματος στην ακραία συγκέντρωση της αγοράς, με ολιγοπωλιακές συνθήκες σε πολλές θεραπευτικές κατηγορίες. Συγκεκριμένοι μεγάλοι Κάτοχοι Αδειών Κυκλοφορίας (ΚΑΚ) και πολυεθνικοί κολοσσοί εκμεταλλεύονται, σύμφωνα με τους βουλευτές, την ισχύ του brand name των προϊόντων τους, ενώ η έλλειψη ουσιαστικής υποκαταστασιμότητας από φθηνότερα γενόσημα φάρμακα επιτρέπει στις εταιρείες αυτές να επιβάλλουν μονοπωλιακές τιμές.
Παράλληλα, διαπιστώνεται έλλειμμα πληροφόρησης για την εφοδιαστική αλυσίδα και τα περιθώρια κέρδους. Η διαδρομή του φαρμάκου από τον παραγωγό/εισαγωγέα, μέσω των χονδρεμπόρων και των φαρμακαποθηκών, μέχρι την τελική διάθεση, λειτουργεί σε καθεστώς πλήρους αδιαφάνειας, χωρίς δημόσιο έλεγχο για την κατανομή περιθωρίων κέρδους σε κάθε στάδιο. Οι βουλευτές επισημαίνουν ότι η ακαμψία των τιμών επιβάλλεται από το επίπεδο της χονδρικής και της εισαγωγής, όπου κυριαρχούν ολιγοπωλιακές συμπράξεις, και όχι από το επίπεδο της λιανικής.
Η ερώτηση καταγγέλλει επίσης την απουσία ψηφιακών εργαλείων παρακολούθησης των τιμών στην αγορά των ΜΗΣΥΦΑ, σε αντίθεση με άλλους κλάδους της λιανικής αγοράς όπου η Πολιτεία έχει αναπτύξει πλατφόρμες όπως ο e-katanalotis και το Posokanei. Ο καταναλωτής δεν διαθέτει επίσημο, θεσμοθετημένο εργαλείο για τη σύγκριση των πραγματικών λιανικών τιμών, ενώ οι «ενδεικτικές τιμές» της Διοίκησης έχουν υποβαθμιστεί σε «κενό γράμμα», όπως αναφέρουν οι βουλευτές.
Οι ερωτώντες θέτουν επτά συγκεκριμένα ερωτήματα προς τους αρμόδιους υπουργούς: αν έχει γνώση το Υπουργείο για τη διαφορά τιμών με άλλες ευρωπαϊκές χώρες και πώς δικαιολογείται· αν έχει εξεταστεί από την Επιτροπή Ανταγωνισμού ο βαθμός λειτουργικού ανταγωνισμού και η ύπαρξη εναρμονισμένων πρακτικών· αν υπάρχουν επικαιροποιημένα στοιχεία για τη δομή της αγοράς και τον βαθμό συγκέντρωσης· αν έχουν διενεργηθεί έλεγχοι για την κατανομή του κόστους και των περιθωρίων κέρδους· αν προτίθεται η Κυβέρνηση να θεσμοθετήσει ψηφιακό εργαλείο σύγκρισης τιμών· αν προτίθεται να επικαιροποιήσει το πλαίσιο για τη διάθεση ΜΗΣΥΦΑ και σε άλλα κανάλια διανομής· και ποια ρυθμιστικά και ελεγκτικά μέτρα προτίθεται να λάβει για τη συγκράτηση των τιμών.
Η ερώτηση καταλήγει υπογραμμίζοντας ότι η πρόσβαση σε βασικά φαρμακευτικά σκευάσματα αποτελεί θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα και όχι πεδίο ασύδοτης κερδοσκοπίας, ενώ η επίκληση της «ελεύθερης αγοράς» δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για την αδράνεια του κράτους απέναντι σε πρακτικές τύπου καρτέλ.



