Η Μαρία Μαράκη, κόρη του Θρασύβουλου Καλαφατάκη, μεταφέρει στον εγγονό της Γιάγκο τις αναμνήσεις μιας οικογένειας που σημαδεύτηκε από το κίνημα κατά του Μεταξά, τις φυλακές της Ακροναυπλίας και την εκτέλεση 200 κομουνιστών την Πρωτομαγιά του 1944.
Τον Απρίλιο του 2016, σε ένα σπίτι στον Πλατανιά Χανίων, μέσα στα πλαίσια δράσης του Γυμνασίου Πλατανιά, η γιαγιά Μαρία κάθισε απέναντι από τον εγγονό της Γιάγκο Μαράκη και άρχισε να αφηγείται. Το αντικείμενο της αφήγησης δεν ήταν ένα παραμύθι. Ήταν η ιστορία του πατέρα της, Θρασύβουλου Καλαφατάκη — κινηματία κατά της δικτατορίας Μεταξά, μέλους του ΚΚΕ, φυλακισμένου επί έξι χρόνια και ενός εκ των 200 κομουνιστών που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς ναζί στην Καισαριανή, την Πρωτομαγιά του 1944. Σήμερα, το όνομα του Θρασύβουλου Καλαφατάκη ξαναήρθε στην επικαιρότητα αφού σύμφωνα με το ΚΚΕ, είναι μέσα στα πρόσωπα που αναγνωρίστηκαν από το φωτογραφικό υλικό που ήρθε στη δημοσιότητα από την Καισαριανή. Μέσα από τα λόγια της διασχίζουμε νοητά μια ολόκληρη εποχή: το κίνημα του 1938 στα Χανιά, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τον φόβο, το κυνήγι, αλλά και την αλληλεγγύη ανθρώπων που στάθηκαν δίπλα στην οικογένεια ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης.
«Στον Πλατανιά θα περιπατείτε με ψηλά το κεφάλι»
«Όταν πιάσανε τον πατέρα μου εγώ ήμουνα 2 χρονών, δεν τον γνώρισα καθόλου», λέει η Μαρία Μαράκη, το γένος Καλαφατάκη. Γεννημένη το 1936, τον πατέρα της τον γνώρισε μόνο μέσα από τις αφηγήσεις της γιαγιάς της — μιας γυναίκας με καταγωγή από τη Σμύρνη που μεγάλωσε τα εγγόνια της με αυστηρότητα και αξιοπρέπεια. «Μας ανέθρεψε πολύ καλά, γιατί πάντα μας έλεγε: Στον Πλατανιά θα περιπατείτε με ψηλά το κεφάλι», θυμάται.
Η γιαγιά κρατούσε τον στάβλο γεμάτο αγελάδες. Ο Θρασύβουλος, όταν ήταν ακόμα κρυμμένος στο βουνό πριν τη σύλληψή του, κατέβαινε τη νύχτα, της έφερνε τροφές, έπαιρνε φαγητό και εξαφανιζόταν. Κρυβόταν σε μια σπηλιά στον Πάνω Πλατανιά, γνωστή ως «Ανθρωπότρυπα», όπου σύμφωνα με τη Μαρία «είναι γραμμένο και το όνομά του, και πολλών αντάρτων που ήταν εκεί».
Το κίνημα του 1938
Ο Θρασύβουλος Καλαφατάκης είχε αποφοιτήσει από το πρώτο Γυμνάσιο Χανίων και εκεί, σύμφωνα με την κόρη του, «έγινε αριστερός και δεν ήθελε να αλλάξει ποτέ». Συμμετείχε σε κίνημα κατά του Μεταξά μαζί με άλλους Χανιώτες — τον Κτιστάκη, τον Μαριακάκη, τον Κορνάρο. Ο Πλατανιάς, η Αγιά Μαρίνα και το Γεράνι ήταν τότε κατά κύριο λόγο αριστερές κοινότητες.
Η αφήγηση κορυφώνεται στο επεισόδιο της στρατώνας: «Πήγαν στη στρατώνα να κάνουν διαδηλώσεις κατά του Μεταξά, και αυτοί βάλανε το κανόνι και πολεμούσαν να τους σκοτώσουν. Ο πατέρας μου ήταν τόσο δυνατός που ανέβηκε επάνω στο κανόνι και γύρισε τη μπούκα του κανονιού προς τη θάλασσα», αφηγείται η Μαρία. «Έτσι φώναζε στους ανθρώπους: φύγετε γιατί θα μας σκοτώσουν. Κι έτσι γλίτωσε κι αυτός κι οι Πλατανιανοί όλοι κι οι υπόλοιποι Κρητικοί». Στην ίδια εξέγερση, ο Θρασύβουλος «έκαψε και μια σημαία» στα Χανιά.
Η σύλληψη, η δήλωση μετανοίας και η άρνηση
Η σύλληψη ήρθε μετά από καταγγελία. Ο ενωμοτάρχης του Πλατανιά, που γνώριζε τις κινήσεις του, «ήξερε τα πάντα αλλά έλεγε ότι ποτέ δε θα προδώσω το Θρασύβουλο, όσα χρόνια είμαι στον Πλατανιά». Ωστόσο, κάποιος συγχωριανός — η Μαρία δεν αποκαλύπτει το όνομα — τον είδε και ειδοποίησε την ασφάλεια Χανίων.
Ο ενωμοτάρχης πήρε τη σύζυγο του Θρασύβουλου και πήγαν στη φυλακή να τον πείσουν να υπογράψει δήλωση — να απαρνηθεί το ΚΚΕ. Η απάντηση ήταν σταθερή: «Δεν έκανα τίποτα, δε σκότωσα, δεν έκλεψα, είμαι επαγγελματίας». Ο Θρασύβουλος είχε περιουσία — στάβλο, μαγαζί στα Χανιά απέναντι από το δημαρχείο, γαλακτοκομείο. «Για το κόμμα δεν υπογράφω, γιατί θέλω τη πρόοδο του κόσμου και να ζήσουν ελεύθεροι οι άνθρωποι, να δουλεύουμε και να ζούμε», ήταν η θέση του. Ακόμα και μέσα στη φυλακή, έλεγε: «Πότε θα πάω στον Πλατανιά για να ζευγαρίζω τα Πλατανιανά χωράφια».
Ακροναυπλία, Αβέρωφ, Λάρισα: Η Οδύσσεια των φυλακών
Η πορεία προς τον θάνατο πέρασε από πολλούς σταθμούς. Από τη Σούδα — όπου, κατά την αφήγηση, «άνοιξε τα χέρια του πλατιά και πέταξε τους δύο αστυνομικούς στη θάλασσα» — μεταφέρθηκε στις φυλακές Αθηνών, Λάρισας, Αβέρωφ και τελικά στην Ακροναυπλία. Εκεί, οι κρατούμενοι κομουνιστές παραδόθηκαν από τις ελληνικές αρχές στους Γερμανούς.
Οι συνθήκες ήταν εφιαλτικές. «Τους βάζανε καλαμάκια στα νύχια μέσα και τα ανάβανε φωτιά και τα σουβλίζανε στα χέρια τους μες στη φυλακή», αφηγείται η Μαρία. Κι όμως ο Θρασύβουλος κρατούσε το ηθικό ψηλά με χιούμορ: «Σας έψησα σήμερα φακή αλλά έχει και κιμά», έλεγε στους συγκρατούμενούς του — και ο «κιμάς» ήταν μαμούνια. Ήταν, λέει η κόρη του, «αστείος, πάρα πολύ», και τα βράδια καθόταν σε σκαμνάκι στη μέση και αφηγούνταν ιστορίες.
Η νύχτα πριν την Πρωτομαγιά: «Θα μετρούν κεφαλές»
Η εκτέλεση αποφασίστηκε ως αντίποινα: αντάρτες είχαν σκοτώσει έναν ανώτερο Γερμανό αξιωματικό και δύο ακόμη στρατιωτικούς. Οι Γερμανοί διέταξαν εκτέλεση 200 κρατουμένων. Το βράδυ της παραμονής, μπήκαν στα κελιά και «διάλεγαν τους καλύτερους, τους πιο δυνατούς».
Ο Θρασύβουλος κατάλαβε. Το πρωί, είπε στον νεαρό συγκρατούμενό του Θανάση Γκουρεμέτζα, τότε 20 ετών: «Ξέρεις τι θα κάνουνε; Θα μετρούν κεφαλές. Είσαι μικρός, προσπάθησε να φύγεις». Και πρόσθεσε: «Επειδή έχω δυο κορίτσια, καμιά φορά αν θέλεις, να πάρεις τη μια κοπελιά». Δεν γνώριζε ότι τα αδέλφια του είχαν ήδη σκοτωθεί.
Στην ίδια φυλακή βρισκόταν και ο Ναπολέων Σουκατζίδης, διερμηνέας, ο οποίος — σύμφωνα με την αφήγηση — του πρότειναν να εξαιρεθεί. Η απάντησή του: «Αν σκοτώσουν 199 να φύγω, αν είναι να μπει άλλος στο πόδι μου, δεν το δέχομαι». Εκτελέστηκε κι αυτός.
Διαβάστε ολόκληρη τη συγκλονιστική συνέντευξη ΕΔΩ
Δείτε τη σε βίντεο ΕΔΩ:



