Σε μία παρέμβαση εξαιρετικής πολιτικής και ιστορικής βαρύτητας προχώρησαν επιφανείς πρώην αξιωματούχοι και δημόσιες προσωπικότητες του Ισραήλ, ανάμεσά τους ο πρώην πρωθυπουργός Εχούντ Όλμερτ (Ehud Olmert) και ο πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των Ενόπλων Δυνάμεων Νταν Χαλούτζ (Dan Halutz), καταγγέλλοντας ανοιχτά ότι η κλιμακούμενη βία των εποίκων εις βάρος των Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη συνιστά «προσπάθεια εθνοκάθαρσης».
Με κοινή γραπτή τους δήλωση υπό την ημερομηνία 9 Σεπτεμβρίου 2026, οι συνυπογράφοντες στρέφουν ευθέως τα πυρά τους κατά της κυβέρνησης, κάνοντας λόγο για συστηματική ενθάρρυνση της «εβραϊκής τρομοκρατίας» από κορυφαίους υπουργούς και τον ίδιο τον πρωθυπουργό, ενώ παράλληλα τάσσονται ανεπιφύλακτα υπέρ των στοχευμένων κυρώσεων που ανακοίνωσε η Μεγάλη Βρετανία, απορρίπτοντας ως αβάσιμες τις αιτιάσεις περί αντισημιτισμού.
Η καταγγελία για «εθνοκάθαρση» και η συστηματική βία των εποίκων
Στο επίκεντρο του κοινού κειμένου τίθεται η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στα κατεχόμενα εδάφη της Δυτικής Όχθης, για τη διοίκηση των οποίων, όπως υπενθυμίζεται, την απόλυτη ευθύνη φέρει το Κράτος του Ισραήλ. Οι υπογράφοντες καταγράφουν ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο επιθέσεων που στοχεύει στον εκτοπισμό των παλαιστινιακών πληθυσμών μέσω της καταστροφής των μέσων επιβίωσής τους:
«Οι πράξεις βίας κατά Παλαιστινίων από έναν μεγάλο πληθυσμό εποίκων στη Δυτική Όχθη, το κάψιμο των περιουσιών τους, η καταστροφή των ελαιώνων τους, η κλοπή του ζωικού τους κεφαλαίου, που αποτελεί την πηγή βιοπορισμού τους, και οι απόπειρες κατεδάφισης σπιτιών και εκδίωξης των κατοίκων τους — όλα αυτά συνιστούν μια προσπάθεια εθνοκάθαρσης που λαμβάνει χώρα σε εδάφη για τη διοίκηση των οποίων υπεύθυνο είναι το Κράτος του Ισραήλ».
Η χρήση του όρου «εθνοκάθαρση» από πρόσωπα που έχουν υπηρετήσει στα ανώτατα αξιώματα της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας του Ισραήλ υπογραμμίζει τη δραματική επιδείνωση των συνθηκών επί του πεδίου και το μέγεθος των συνεχιζόμενων διώξεων.
Αδράνεια των σωμάτων ασφαλείας και ευθείες βολές σε Κατς, Μπεν-Γκβιρ και Σμότριτς
Η δήλωση επικεντρώνεται στη θεσμική αποτυχία των μηχανισμών επιβολής του νόμου να προστατεύσουν τον άμαχο πληθυσμό και να πατάξουν τις εξτρεμιστικές επιθέσεις. Σύμφωνα με τους συνυπογράφοντες, η ανοχή των κρατικών οργάνων δεν αποτελεί τυχαίο γεγονός αλλά συνδέεται άμεσα με τις πολιτικές κατευθύνσεις της εκτελεστικής εξουσίας:
«Η αποτυχία της αστυνομίας, του στρατού και των υπηρεσιών ασφαλείας να αποτρέψουν την εβραϊκή τρομοκρατία είναι έκθετη στα μάτια όλων. Η άρνηση της κυβέρνησης να χρησιμοποιήσει διοικητική κράτηση κατά Εβραίων, καθώς και οι ακραίες δηλώσεις υπουργών της κυβέρνησης —μεταξύ των οποίων ο υπουργός Άμυνας Ισραέλ Κατς, ο υπουργός Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ και ο υπουργός Οικονομικών Μπεζαλέλ Σμότριτς— αναμφίβολα ενθαρρύνουν την εβραϊκή τρομοκρατία στα εδάφη».
Παράλληλα, οι προσωπικότητες του Ισραήλ επιρρίπτουν προσωπικές ευθύνες στον πρωθυπουργό της χώρας, καταγγέλλοντας ότι η σιωπή και η κάλυψη που παρέχει στα μέλη του υπουργικού συμβουλίου λειτουργούν πολλαπλασιαστικά για τη βία:
«Η στάση του πρωθυπουργού, η άρνησή του να καταδικάσει αυτές τις πράξεις τρομοκρατίας και η κάλυψη που παρέχει σε υπουργούς και αξιωματούχους οι οποίοι απέχουν από τη λήψη μέτρων κατά της εβραϊκής τρομοκρατίας συνιστούν πηγή έμπνευσης που ενθαρρύνει την εξάπλωσή της».
Η υποστήριξη των βρετανικών κυρώσεων και η απόρριψη του περί «αντισημιτισμού» αφηγήματος
Ιδιαίτερη σημασία έχει η τοποθέτηση των Ισραηλινών πρώην αξιωματούχων απέναντι στα διεθνή μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Αναφερόμενοι στις ανακοινώσεις του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών Εντ Μίλιμπαντ (Ed Miliband) σχετικά με την επιβολή κυρώσεων, χαρακτηρίζουν την απόφαση αναπόφευκτη συνέπεια της κρατικής ανεπάρκειας:
«Υπό αυτές τις συνθήκες, οι κυρώσεις κατά των Εβραίων τρομοκρατών, και όχι κατά του Κράτους του Ισραήλ, όπως ανακοίνωσε χθες ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Εντ Μίλιμπαντ, αποτελούν αναπόφευκτη συνέπεια της εβραϊκής τρομοκρατίας και των αποτυχιών της κυβέρνησης και των σωμάτων ασφαλείας που δεν την αποτρέπουν».
Αποδομώντας πλήρως την επίσημη αντίδραση του Τελ Αβίβ, η οποία επιχείρησε να αποδώσει τη βρετανική κίνηση σε αντισημιτικά κίνητρα, το κείμενο υπερασπίζεται την επιβολή κυρώσεων ως μέσο ηθικής κάθαρσης για την ίδια τη χώρα:
«Δεν υπάρχει καμία βάση στην απάντηση της κυβέρνησης ότι η απόφαση επιβολής κυρώσεων κατά Εβραίων τρομοκρατών αποτελεί έκφραση αντισημιτισμού. Αυτή η απόφαση είναι ακριβώς ό,τι θα έπρεπε να έχει λάβει το Κράτος του Ισραήλ προκειμένου να απομακρύνει το όνειδος της εβραϊκής τρομοκρατίας από το πρόσωπο της χώρας».
Το κείμενο φέρει τις υπογραφές έξι εξεχουσών προσωπικοτήτων της ισραηλινής πολιτικής, διπλωματικής και επιστημονικής ζωής: του πρώην πρωθυπουργού Εχούντ Όλμερτ (Ehud Olmert), του πρώην υπουργού Ρόνι Μπαρ-Ον (Roni Bar-On), του πρώην αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων Νταν Χαλούτζ (Dan Halutz), της πρώην υπουργού Παιδείας Γιούλι Ταμίρ (Yuli Tamir), του πρώην πρέσβη Γιοράμ Μπεν-Ζέεβ (Yoram Ben-Zeev) και του καθηγητή Ντέιβιντ Χάρελ (David Harel).



