Σε μία συγκλονιστική δημόσια κατάθεση, βαθιά φορτισμένη συναισθηματικά, προχώρησε η διευθύντρια της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) του Γενικού Νοσοκομείου Χανίων, Ευδοκία Πάνου, αποτυπώνοντας την κατάσταση οριακής εξουθένωσης στην οποία έχουν περιέλθει οι λειτουργοί του τμήματος.
Κατά τη διάρκεια της κοινής συνέντευξης Τύπου του ιατρικού σώματος των Χανίων, η έμπειρη εντατικολόγος περιέγραψε με λυγμούς την ένταση και την ανασφάλεια που βιώνει το προσωπικό μετά τις αλλεπάλληλες διοικητικές εντολές αναγκαστικής μετακίνησης («εντέλλεσθε») προς το Νοσοκομείο Ρεθύμνου, οι οποίες εκδίδονται από την 7η Υγειονομική Περιφέρεια (ΥΠΕ) Κρήτης και το Υπουργείο Υγείας.
Ξεκαθαρίζοντας ότι η άρνηση των γιατρών δεν πηγάζει από αδιαφορία αλλά από απόλυτη φυσική και αριθμητική αδυναμία, η κ. Πάνου υπενθύμισε το βαρύ ιστορικό προσφοράς της μονάδας σε όλες τις υγειονομικές κρίσεις, κατήγγειλε τις χρόνιες ελλείψεις σε νοσηλευτικό προσωπικό και απηύθυνε έκκληση για τον σεβασμό της ανθρώπινης και επαγγελματικής αξιοπρέπειας των υγειονομικών.
Το χρονικό των πιέσεων: Το έγγραφο σε γιατρό με άδεια και το κόστος των «δύο εφημεριών»
Ανοίγοντας την τοποθέτησή της, η διευθύντρια της ΜΕΘ ζήτησε κατανόηση για την ψυχολογική φόρτιση της ίδιας και των συνεργατών της, περιγράφοντας τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν τις προηγούμενες ημέρες:
«Καταρχήν συγχωρέστε μου την ένταση, παρακαλώ την ένταση που ζούμε εγώ και όλη η μονάδα μου από την Παρασκευή, τη συγκίνηση που έχω και ευχαριστώ πάρα πολύ που ήρθατε να μας στηρίξετε. Θέλω να πω […] την Παρασκευή λάβαμε ένα χαρτί, σχεδόν απροειδοποίητα, για ένα εντέλλεσθε που πήρε μία συνάδελφος που βρισκόταν στην Αθήνα σε επίσημη άδεια, η οποία καταλαβαίνετε τι επικράτησε, τι προκάλεσε στο παιδί της, στην οικογένειά της. Το εντέλλεσθε το ανακάλεσαν, εφόσον η άδεια ήταν επίσημη, και από τότε άρχισα να δέχομαι συνέχεια πιέσεις να δοθούν άλλα δύο ονόματα».
Απαντώντας στο επιχείρημα της διοίκησης ότι ζητείται απλώς η κάλυψη δύο εφημεριών, η κ. Πάνου ανέλυσε τις πραγματικές επιπτώσεις στο πρόγραμμα του τμήματος:
«Με τεράστια ευκολία όλοι λένε “μα δύο εφημερίες”. Έτσι γενικά, “μα δύο εφημερίες”. Πρώτον, δεν είναι δύο εφημερίες. Είναι τέσσερις μέρες που θα λείπει ένας γιατρός: δύο [μέρες εφημερίας] και δύο το ρεπό μετά από εφημερία. Επίσης, αυτό έγινε 25 του μηνός και μου λέγανε για 27-28, αύριο».
Όπως υπογράμμισε, η απότομη αφαίρεση προσωπικού ανατρέπει τις εύθραυστες ισορροπίες ενός τμήματος επτά ατόμων, όπου συνυπάρχουν σοβαρά οικογενειακά και προσωπικά κωλύματα: ένας συνάδελφος έχει σύζυγο νοσηλεύτρια στο Νευροχειρουργικό με δύο παιδιά προσχολικής ηλικίας (απαιτώντας αλλαγή βαρδιών και σε άλλο τμήμα), η σύζυγος άλλου γιατρού (Ελένη Κωνσταντογιάννη) πραγματοποιεί 10 εφημερίες σε Κέντρο Υγείας, ενώ καταγράφονται προβλήματα υγείας και δύο μακροχρόνιες αναρρωτικές άδειες.
«Βάλαμε πλάτη παντού, αλλά αδυνατούμε»: Το ιστορικό προσφοράς και η πανδημία
Η κ. Πάνου αποκάλυψε ότι οι πιέσεις είχαν ξεκινήσει πριν από δύο μήνες με τηλεφώνημα του κ. Μαρκάκη:
«Ξεκίνησε με ένα τηλεφώνημα από τον κύριο Μαρκάκη πριν δύο μήνες και λέει: “Κυρία Πάνου, Ευδοκία, θέλω να μου στείλεις δύο εφημερίες”. Του είπα: δεν είναι ότι δεν θέλουμε, αδυνατούμε, δεν μπορούμε. Ποτέ δεν αρνηθήκαμε να στηρίξουμε. Το νοσοκομείο Ρεθύμνου το στηρίξαμε μακροχρόνια. Η κυρία Κουκούλη πήγε έξι μήνες. Η Σέβη, η συγχωρεμένη, πήγε άλλους έξι μήνες στο αναισθησιολογικό. Πήγαμε».
Απορρίπτοντας κάθε κατηγορία περί αδιαφορίας των γιατρών των Χανίων, υπενθύμισε τη στάση της μονάδας κατά τη διάρκεια της πανδημικής κρίσης:
«Δεν είμαστε ούτε ανάλγητοι, ούτε αναίσθητοι. Πάντα βάλαμε πλάτη και βάλαμε πλάτη στην πανδημία, που αναλογικά με τον πληθυσμό που έχουν τα Χανιά ανοίξαμε 13 κρεβάτια COVID και πήραμε και απ’ τη Σαντορίνη, απ’ όλα τα Δωδεκάνησα και απ’ το Ρέθυμνο, που στο τέλος άνοιξε δύο κρεβάτια. Πάντα το νοσοκομείο στήριξε. Λέω τώρα στον κύριο Μαρκάκη […] πάντα είπα: Εμείς είμαστε ανοιχτοί. Φέρτε σε μας όλα τα περιστατικά. Σας περιμένουμε. Δεν αρνηθήκαμε. Θα σας βοηθήσουμε από δω».
Παρ’ όλα αυτά, οι πιέσεις συνεχίστηκαν, με τη διευθύντρια να αναφέρει ότι ενημερώθηκε μόλις το πρωί προφορικά για αναστολή του εντέλλεσθε, χωρίς ωστόσο να έχει λάβει επίσημο έγγραφο ή ηλεκτρονικό μήνυμα επιβεβαίωσης.
Η οριακή κατάσταση της ΜΕΘ: 18 νοσηλευτές, 100 μέρες άδειας και ανενεργές κλίνες
Παρουσιάζοντας τα πραγματικά δεδομένα της μονάδας, η Ευδοκία Πάνου σημείωσε ότι από τις 12 οργανικές θέσεις ιατρών οι περισσότερες παραμένουν ακάλυπτες, με δύο συναδέλφους σε μακροχρόνια άδεια και μία μόνιμη μετακίνηση που έγινε με τη σύμφωνη γνώμη της ΜΕΘ για να ενισχυθεί άλλο κομβικό τμήμα του ιδρύματος. Παράλληλα, οι γιατροί έχουν συσσωρεύσει πάνω από 100 ημέρες οφειλόμενων κανονικών αδειών από την περίοδο της πανδημίας.
Εξίσου οξύ καταγράφεται το πρόβλημα στο νοσηλευτικό προσωπικό, το οποίο εμποδίζει την πλήρη ανάπτυξη των διαθέσιμων υποδομών:
«Επανειλημμένα έχω κάνει έγγραφα πάρα πολλές φορές να μου δώσουν νοσηλευτές να ανοίξουμε και τη μονάδα [δωρεάς] Νιάρχου. Ούτε αυτό το αρνηθήκαμε. Αυτή τη στιγμή έχουμε 18 νοσηλευτές και λειτουργούμε επτά κρεβάτια. Βάσει νόμου […] θέλω 21 νοσηλευτές για την ασφαλή και εύρυθμη λειτουργία της ΜΕΘ, θέλω 21 για να λειτουργώ τα επτά, και όμως λειτουργούμε τα επτά τώρα με 18 νοσηλευτές».
Κλινικοί κίνδυνοι, έλλειψη ειδικευομένων και το «δικαίωμα στην αυτοδιάθεση»
Αναλύοντας τις τεχνικές δυσχέρειες μίας μετακίνησης, η επικεφαλής της ΜΕΘ εξήγησε ότι, σε αντίθεση με πανεπιστημιακά ιδρύματα όπως το ΠΑΓΝΗ, στα Χανιά δεν υπάρχουν ειδικευόμενοι γιατροί, με αποτέλεσμα οι πέντε διευθυντές που υπηρετούν να εκτελούν καθημερινά και καθήκοντα εκπαιδευόμενων.
Επιπλέον, προειδοποίησε για τους σοβαρούς κλινικούς κινδύνους που ενέχει η ξαφνική ανάληψη βαρδιών σε ξένο νοσοκομειακό περιβάλλον:
«Δεν είναι καθόλου εύκολο να πας σε άλλο τμήμα που δεν γνωρίζεις τα μόνιτορ, τα μηχανήματα, τον χώρο. Να κάνεις τον εντατικολόγο για κανέναν από μας δεν είναι εύκολο. Δεν γνωρίζουμε. Η μονάδα τους είναι μεικτή. Έχουνε και καρδιολόγο, είναι μεικτή καρδιολογικά περιστατικά και αναπνευστικά. Σε μας κανείς δεν είναι καρδιολόγος».
Κλείνοντας την παρέμβασή της, η κ. Πάνου διατύπωσε το θεμελιώδες ανθρώπινο αίτημα των εξαντλημένων υγειονομικών για σεβασμό στα όρια της ζωής τους, επικαλούμενη και την κατάσταση στο ΤΕΠ όπου η γιατρός κ. Λαγουδάκη εκτελεί μόνη της εννέα εφημερίες τον μήνα:
«Και το μόνο που ζητάμε, όταν τελειώνει η εργασία μας και φτάνουμε σπίτι εξαντλημένοι, είναι να έχουμε το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση: να ανήκουμε σε εμάς και στα όνειρά μας, που είναι και επίκαιρο αυτές τις μέρες. […] Στηρίζοντας τις άλλες μονάδες δεν λύνεται το πρόβλημα. Αποδυναμώνεται η δικιά μας μονάδα».



