Μια από τις σημαντικότερες δικαστικές αποφάσεις των τελευταίων ετών για την προστασία των υπερχρεωμένων νοικοκυριών επιχειρείται να αμφισβητηθεί στην πράξη από τα funds, τους servicers και, εμμέσως, από την ίδια την Τράπεζα της Ελλάδος.
Η πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τα δάνεια του νόμου Κατσέλη δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνειών: οι τόκοι πρέπει να υπολογίζονται επί της μηνιαίας δόσης που όρισε το δικαστήριο και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου της οφειλής.
Κι όμως, αντί να ζητήσει την άμεση εφαρμογή μιας αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας επέλεξε τον ρόλο του Πόντιου Πιλάτου.
Μιλώντας στο 7ο OT Forum υποστήριξε ότι η απόφαση «δεν είναι καθαρή» και «επιδέχεται πολλών αναγνώσεων», προσθέτοντας ότι τράπεζες, servicers από τη μία πλευρά και δανειολήπτες από την άλλη, τη διαβάζουν διαφορετικά. Αυτό είναι λογικό γιατί είναι πολλά τα λεφτά. Το εντυπωσιακό είναι ότι ο κ. Στουρνάρας τάσσεται με τους πρώτους.
Διότι όταν το ανώτατο δικαστήριο της χώρας έχει αποφανθεί με ισχυρή πλειοψηφία 35 προς 12 υπέρ των δανειοληπτών, η επίκληση της ασάφειας από τον κ. Στουρνάρα προσφέρει κάλυψη προς τους γύπες, παρά αποτυπώνει θεσμική ουδετερότητα.
Το ηχηρό παράδειγμα των Ιωαννίνων
Η ουσία της υπόθεσης είναι απλή. Επί χρόνια τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων επέβαλλαν τόκους πάνω στο συνολικό ποσό που είχε προσδιορίσει το δικαστήριο για την αποπληρωμή του δανείου. Με τον τρόπο αυτό οι δανειολήπτες κατέβαλλαν υπέρογκα ποσά, τα οποία συχνά ανέτρεπαν στην πράξη την προστασία που υποτίθεται ότι παρείχε ο νόμος Κατσέλη.
Και επειδή δεν είχαν να πληρώσουν τους υπέρογκους τόκους, τα σπίτια τους έβγαιναν μπιτ παρά σε πλειστηριασμό. Για να πέσουν στα χέρια των αδίστακτων servicers funds που τα μοσχοπουλούσαν.
Το παράδειγμα της δανειολήπτριας από τα Ιωάννινα, η υπόθεση της οποίας έφτασε μέχρι την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, είναι αποκαλυπτικό. Το δικαστήριο είχε ορίσει μηνιαία δόση 481,66 ευρώ για 300 μήνες. Το συνολικό ποσό αποπληρωμής ανερχόταν σε 144.498 ευρώ.
Με την πρακτική που ακολουθούσαν οι τράπεζες και οι servicers, επιτόκιο 3% επιβαλλόταν πάνω στα 144.498 ευρώ. Αυτό σήμαινε ετήσιο τόκο περίπου 4.335 ευρώ ή 361 ευρώ τον μήνα. Δηλαδή σχεδόν τα τρία τέταρτα της μηνιαίας δόσης κατευθύνονταν σε τόκους.
Με την απόφαση του Αρείου Πάγου, όμως, το ίδιο επιτόκιο υπολογίζεται πάνω στη μηνιαία δόση των 481,66 ευρώ. Ο ετήσιος τόκος περιορίζεται σε περίπου 14,5 ευρώ ή μόλις 1,2 ευρώ τον μήνα. Σε βάθος 25 ετών η διαφορά μπορεί να ξεπεράσει τις 100.000 ευρώ. Πρόκειται για μια τεράστια ελάφρυνση που εξηγεί γιατί οι δανειολήπτες μιλούν για ιστορική δικαίωση και γιατί τα funds αντιδρούν τόσο έντονα.
Είναι πολλά τα λεφτά
Ακριβώς εκεί βρίσκεται και η πραγματική σύγκρουση. Από τη μία πλευρά βρίσκονται περίπου 350.000 δανειολήπτες που ζητούν να εφαρμοστεί η δικαστική απόφαση. Από την άλλη, τα funds που αγόρασαν πακέτα «κόκκινων» δανείων σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές και τώρα βλέπουν ότι κινδυνεύουν να χάσουν ένα σημαντικό μέρος των προσδοκώμενων κερδών τους.
Οι servicers επιχειρούν ήδη να προωθήσουν ερμηνείες που, σύμφωνα με τους νομικούς εκπροσώπους των δανειοληπτών, αντιστρατεύονται ευθέως το πνεύμα και το γράμμα της απόφασης. Αντί να προχωρήσουν σε άμεσο επανυπολογισμό των οφειλών, αναζητούν παραθυράκια και καθυστερήσεις, παρατείνοντας την αβεβαιότητα για χιλιάδες οικογένειες.
Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και πολιτικοί που βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα, όπως ο Αλέξης Τσίπρας και ο Αντώνης Σαμαράς, τάχθηκαν υπέρ της πλήρους εφαρμογής της απόφασης. Ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς που είχε τον κ. Στουρνάρα υπουργό Οικονομικών, έκανε λόγο για «ιστορική δικαίωση» των υπερχρεωμένων νοικοκυριών και υπογράμμισε ότι σε ένα κράτος δικαίου οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης εφαρμόζονται και δεν επαναδιαπραγματεύονται.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η κυβέρνηση θα επιτρέψει στα funds και στους servicers να μετατρέψουν μια αμετάκλητη απόφαση της Δικαιοσύνης σε νέο πεδίο αντιπαράθεσης και καθυστερήσεων. Γιατί πίσω από τις τεχνικές λεπτομέρειες του εκτοκισμού κρύβεται μια απλή πραγματικότητα: χιλιάδες οικογένειες κινδυνεύουν να πληρώσουν δεκάδες χιλιάδες ευρώ περισσότερα από όσα προβλέπει πλέον ο νόμος.
Και σε αυτή τη μάχη, οι «γύπες» των κόκκινων δανείων φαίνεται πως δεν είναι διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν εύκολα τη λεία τους.



