Του Γιάννη Αγγελάκη
Η Rosa Nera αποτελεί ένα ιδιαίτερο κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας των Χανίων. Μια ιστορία που συνδέεται με τον ακτιβισμό, τα κινήματα και τους κοινωνικούς αγώνες, αλλά και με μια από τις πιο καθαρές συγκρούσεις για τον χαρακτήρα της πόλης: τη σύγκρουση ανάμεσα σε όσους αντιμετωπίζουν ακόμη και τους πιο ιστορικούς και συμβολικούς χώρους ως πεδία τουριστικής εκμετάλλευσης και σε όσους υπερασπίζονται τον δημόσιο χαρακτήρα τους, τις ανάγκες της κοινωνίας και το δικαίωμα της πόλης να μην παραδοθεί ολοκληρωτικά στην ξενοδοχοποίηση.
Ο Λόφος Καστέλι στο οποίο βρίσκεται το κτίριο της Μεραρχίας όπου βρίσκεται η κατάληψη Rosa Nera δεν είναι ένα οποιοδήποτε ακίνητο. Είναι η καρδιά της αρχαίας Κυδωνίας. Είναι ο χώρος των κτιρίων της 5ης Μεραρχίας, εκεί όπου κηρύχθηκε η ανεξαρτησία της Κρήτης, ένας τόπος φορτισμένος με ιστορία, μνήμη και πολιτικό συμβολισμό.
Και ακριβώς γι’ αυτό η σύγκρουση γύρω από τη Rosa Nera δεν αφορούσε ποτέ μόνο μια κατάληψη, ένα ιδιοκτησιακό καθεστώς ή μία επενδυτική σύμβαση. Αφορούσε το σε ποια πόλη θέλουμε να ζούμε.
Από την εγκατάλειψη στην κατάληψη
Ο συγκεκριμένος χώρος είχε παραχωρηθεί στο Πολυτεχνείο Κρήτης το 1984. Για είκοσι ολόκληρα χρόνια, παρότι επρόκειτο για ιστορικό κτίριο σε μία από τις πιο καίριες θέσεις των Χανίων, παρέμενε κλειστό, άδειο και ερειπωμένο.
Τον Ιούνιο του 2004 μια μικρή —μια πολύ μικρή— ομάδα ανθρώπων εισήλθε στο κτίριο στον Λόφο Καστέλι και αποφάσισε να το λειτουργήσει ως «απελευθερωμένο χώρο».
Από εκείνη τη στιγμή ξεκινά η ιστορία της κατάληψης Rosa Nera.
Η ίδια η κατάληψη συνέδεσε από νωρίς την ύπαρξή της με το ευρύτερο ζήτημα της στέγης, της εγκατάλειψης κτιρίων και της κοινωνικής χρήσης χώρων που παραμένουν κλειστοί, ενώ οι ανάγκες της κοινωνίας αυξάνονται.
Σε παλαιότερο κείμενό της ανέφερε:
«Δεν διεκδικούμε την ιδιοκτησία του, θεωρούμε όμως δικαίωμα την κοινωνική χρήση ενός αχρησιμοποίητου επί χρόνια κτηρίου και υποστηρίζουμε όλες τις καταλήψεις που λειτουργούν σε κάποια από τα εκατοντάδες χιλιάδες ακατοίκητα κτήρια του ελλαδικού χώρου».
Είκοσι χρόνια αργότερα, το ζήτημα της στέγης, αλλά και η έλλειψη κοινωνικών χώρων, είναι περισσότερο επιτακτικά από ποτέ στην πόλη των Χανίων.
Τα ενοίκια αυξάνονται συνεχώς, όσο οι κατοικίες μετατρέπονται σε τουριστικά καταλύματα. Οι νέοι, οι εργαζόμενοι και οι οικογένειες δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να παραμείνουν στην πόλη τους.
Ταυτόχρονα, οι χώροι που θα μπορούσαν να υπηρετήσουν κοινωνικές, πολιτιστικές και εκπαιδευτικές ανάγκες αντιμετωπίζονται όλο και συχνότερα ως ακίνητη περιουσία προς εμπορική αξιοποίηση.
Σε αυτή τη συγκυρία, η κατάληψη Rosa Nera μπήκε στο στόχαστρο — αρχικά για ιδεολογικούς λόγους, εξαιτίας της έμφυτης αντίθεσης της δεξιάς παράταξης στην ύπαρξη τέτοιων χώρων, αλλά κυρίως λόγω της εκφρασμένης βούλησης της κυβέρνησης Μητσοτάκη να μετατρέψει τα πανεπιστήμια σε εταιρείες Real Estate για την αντιμετώπιση της υποχρηματοδότησής τους· μια βούληση που είχαν προσθυμοποιηθεί να αποδεχτούν και οι πρυτανικές αρχές του Πολυτεχνείου.
Ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης είχε καταστήσει σαφείς τις προθέσεις της κυβέρνησης και το πόσο επένδυε στον σχεδιασμό για την ξενοδοχοποίηση του ιστορικού κέντρου των Χανίων, δηλώνοντας χαρακτηριστικά:
«Τα πανεπιστήμια έχουν μεγάλη ακίνητη περιουσία την οποία πρέπει να εκμεταλλευτούν. Το παράδειγμα του Πολυτεχνείου Κρήτης δείχνει τον δρόμο, αλλά αναδεικνύει ταυτόχρονα και τις απίστευτες αγκυλώσεις που τέτοιες προσπάθειες πρέπει να ξεπεράσουν».
Η κοινωνική αντίδραση που δεν υπολογίστηκε
Η κυβέρνηση και όσοι στήριζαν την εκκένωση φαίνεται ότι εκτίμησαν πως η κοινωνία των Χανίων θα χειροκροτούσε την απομάκρυνση της Rosa Nera.
Συνέβη το αντίθετο.
Μεγάλο τμήμα της χανιώτικης κοινωνίας στάθηκε δίπλα στην κατάληψη ή, τουλάχιστον, απέναντι στη μετατροπή των κτιρίων σε ξενοδοχείο.
Η στήριξη που έλαβε ήταν τέτοια ώστε η υπόθεση του Λόφου Καστέλι δεν μπορούσε πλέον να παρουσιαστεί ως μια απλή διαφορά ανάμεσα στο Πολυτεχνείο Κρήτης και σε μια ομάδα καταληψιών. Είχε γίνει μια κεντρική πολιτική σύγκρουση για το μέλλον της πόλης.
Ένα πραγματικό εμπόδιο στα σχέδια ξενοδοχοποίησης
Η διαρκής παρουσία της Rosa Nera μέσα στα κτίρια αποτελούσε ένα υλικό και πραγματικό εμπόδιο στην παράδοσή τους στη μισθώτρια εταιρεία και στην έναρξη του ξενοδοχειακού σχεδίου.
Δεν ήταν μόνο ένας συμβολικός αντίπαλος της επένδυσης. Η ίδια η ύπαρξή της δεν επέτρεπε την ανεμπόδιστη εφαρμογή του σχεδιασμού.
Για τον λόγο αυτό, η εκκένωση δεν μπορούσε να θεωρηθεί μια ουδέτερη επιχείρηση αποκατάστασης της νομιμότητας. Ήταν ταυτόχρονα και ένα απαραίτητο βήμα για να προχωρήσει η παράδοση των κτιρίων στην ιδιωτική τουριστική εκμετάλλευση.
Η σύγκρουση δύο κόσμων
Η σημαντικότερη ίσως συμβολή της Rosa Nera ήταν ότι επειδή ο αγώνας ενάντια στην ξενοδοχοποίηση ήταν και αγώνας ύπαρξής της, ο ίδιος ο αγώνας ενάντια στην εκκένωσή της κράτησε το ζήτημα του Λόφου Καστέλι στη δημόσια σφαίρα.
Μέσα από ανακοινώσεις, συνελεύσεις, πορείες, εκδηλώσεις και κινητοποιήσεις, το πραγματικό δίλημμα έγινε ορατό.
Ήταν μια σύγκρουση δύο κόσμων.
Από τη μία, ο κόσμος της ξενοδοχοποίησης και της εμπορευματοποίησης. Ο κόσμος που αντιμετωπίζει ακόμη και τους πιο ιερούς χώρους της πόλης ως επενδυτικές ευκαιρίες. Που βλέπει την καρδιά της αρχαίας Κυδωνίας, τα κτίρια της 5ης Μεραρχίας και τον χώρο όπου κηρύχθηκε η ανεξαρτησία της Κρήτης ως ακίνητη περιουσία που μπορεί να μετατραπεί σε πολυτελές ξενοδοχείο.
Είναι ο ίδιος κόσμος που έχει συμβάλει στη στεγαστική κρίση των Χανίων, στην αύξηση των ενοικίων, στην εκτόπιση κατοίκων από το ιστορικό κέντρο και στην πλήρη υπαγωγή της πόλης στις ανάγκες της τουριστικής αγοράς.
Από την άλλη, βρίσκεται ο κόσμος των κινημάτων, των εργαζομένων, των νέων, των κατοίκων και των συλλογικοτήτων που υπερασπίζονται τον δημόσιο χαρακτήρα του χώρου.
Ο κόσμος που δεν αντιλαμβάνεται την πόλη ως εμπόρευμα, αλλά ως κοινό τόπο ζωής.
Που διεκδικεί χώρους ανοιχτούς, προσβάσιμους και διαθέσιμους για πολιτιστικές, εκπαιδευτικές και κοινωνικές ανάγκες. Που αντιστέκεται στην περαιτέρω τουριστικοποίηση του νομού και στην αντίληψη ότι κάθε ιστορικό κτίριο, κάθε λόφος και κάθε ελεύθερος χώρος πρέπει να αποκτήσει τιμή αγοράς και εμπορική χρήση.
Πέρα από τη νομιμότητα της κατάληψης
Με αυτόν τον τρόπο, η συζήτηση έπαψε να αφορά αποκλειστικά το ιδιοκτησιακό δικαίωμα του Πολυτεχνείου ή τη νομιμότητα της κατάληψης.
Επεκτάθηκε στον χαρακτήρα της Παλιάς Πόλης. Στην προστασία της ιστορικής μνήμης. Στην ανάγκη ύπαρξης κοινωνικών χώρων. Στο δικαίωμα των κατοίκων να συνεχίσουν να ζουν στα Χανιά και να μη μετατραπεί ολόκληρη η πόλη σε σκηνικό τουριστικής κατανάλωσης.
Το πραγματικό ερώτημα ήταν αν ένα εμβληματικό σημείο της πόλης θα παραδοθεί σε ιδιωτική τουριστική χρήση ή αν θα παραμείνει χώρος ανοιχτός στην κοινωνία.
Η ίδια η ύπαρξη της Rosa Nera έδωσε σε αυτό το ερώτημα σαφές πολιτικό περιεχόμενο.
Μια αντίδραση ευρύτερη από την ίδια την κατάληψη
Η αντίθεση στην ξενοδοχοποίηση δεν περιορίστηκε βεβαίως στην κατάληψη ούτε στον αναρχικό και αντιεξουσιαστικό χώρο.
Στις αντιδράσεις συμμετείχαν χιλιάδες πολίτες ανεξαρτήτως πολιτικών θέσεων, συλλογικότητες, πολιτικές οργανώσεις, εργαζόμενοι και επιστημονικοί φορείς.
Δεν ταυτίζονταν όλοι με τη Rosa Nera. Δεν συμφωνούσαν όλοι με την πρακτική της κατάληψης ή με κάθε πολιτική της θέση.
Αυτό, όμως, δεν αναιρεί τον ρόλο της.
Η Rosa Nera λειτούργησε ως σημείο αναφοράς και κινηματικός καταλύτης. Η ύπαρξή της διατήρησε το θέμα ορατό. Δεν επέτρεψε στα σχέδια για ξενοδοχοποίηση να προχωρήσουν αθόρυβα. Πρόσφερε έναν τόπο γύρω από τον οποίο οργανώθηκε μεγάλο μέρος της αντίστασης.
Παράλληλα, απέδειξε στην πράξη ότι τα κτίρια μπορούσαν να έχουν άλλη χρήση. Όχι ιδιωτική και ξενοδοχειακή, αλλά κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική.
Η Rosa Nera δεν ήταν απλώς ένα κτίριο που έπρεπε να εκκενωθεί για να προχωρήσει ένα ξενοδοχείο. Ήταν ο ζωντανός χώρος μέσα από τον οποίο ο αγώνας για τον Λόφο Καστέλλι απέκτησε διάρκεια, πολιτικό βάθος και σαφές περιεχόμενο, που συμπυκνώθηκε στο σύνθημα που κόσμησε πολλές φορές τα τείχη στον Λόφο Καστέλι:
«Ξενοδοχείο η Rosa Nera ποτέ της δε θα γίνει!»
Τώρα, και με τη βούλα του Πολυτεχνείου το μέλλον θα έχει στο επίκεντρο αυτό που θα αποφασίσει η κοινωνία…




