Την κυρίαρχη πολιτική ρητορική γύρω από τις επιδόσεις του τουριστικού τομέα και τις εξαγγελίες περί ιστορικών ρεκόρ αφίξεων αποδομεί με τεκμηριωμένα οικονομικά στοιχεία ο οικονομολόγος Κοσμάς Μαρινάκης, διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών, κύριος λέκτορας στο Singapore Management University και δημιουργός του vidcast Greekonomics.
Μέσα από ανάλυση των επίσημων δεδομένων της Eurostat, ο κ. Μαρινάκης επισημαίνει ότι η υπερβολική εξάρτηση της χώρας από τη μονοκαλλιέργεια των τουριστικών υπηρεσιών —χωρίς ένα ευρύτερο εθνικό παραγωγικό σχέδιο— δεν συνιστά αναπτυξιακό επίτευγμα, αλλά ενέχει τον κίνδυνο οικονομικής οπισθοδρόμησης.
Όπως υπογραμμίζει, η δέσμευση τεράστιου ποσοστού του ανθρώπινου δυναμικού σε δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας, οι μισθολογικές υστερήσεις και η υπέρμετρη επιβάρυνση των δημόσιων υποδομών συνθέτουν μια δομική στρέβλωση που καθηλώνει την οικονομία σε χαμηλά εισοδήματα.
Διαβάστε τι αναφέρει:
Ένα από τα αφηγήματα που ακούμε κάθε χρόνο τέτοια εποχή από κάθε κυβέρνηση που έχει περάσει από τον τόπο είναι το πόσο καλά πήγε φέτος ο τουρισμός: ότι αυξήθηκαν οι αφίξεις, ότι σπάσαμε κάθε ρεκόρ… και το παρουσιάζουν αυτό σαν το μέγιστο οικονομικό επίτευγμα.
Ο τουρισμός είναι δυνατόν να φέρει υγιή και δίκαιη ανάπτυξη σε μια χώρα. Όταν όμως δεν υπάρχει ευρύτερο οικονομικό σχέδιο, είναι πιο πιθανό να προκαλέσει οπισθοδρόμηση. Κοίτα, λοιπόν, να δεις πώς αυτό που σου παρουσιάζουν ως επίτευγμα, στην πραγματικότητα μπορεί να είναι παθογένεια της οικονομίας μας.
Σύμφωνα με τη Eurostat, η Ελλάδα απασχολεί στον τουρισμό πάνω από το 25% των υπαλλήλων του μη χρηματοπιστωτικού τομέα. Αυτό το ποσοστό είναι εξοφρενικό — μακράν το μεγαλύτερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με χαώδη διαφορά από τη δεύτερη Κύπρο. Ξεπερνάμε ακόμα και την Ταϊλάνδη, τον Άγιο Δομίνικο, την Αίγυπτο, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο οι μόνες χώρες που αφιερώνουν περισσότερο ανθρώπινο κεφάλαιο στον τουρισμό είναι κάποια νησιωτικά μικροκρατίδια: Σεϋχέλλες, Μπαχάμες και τέτοια.
Γιατί τώρα αυτό είναι παθογένεια; Από τη φύση του, ο τουρισμός είναι ένας κλάδος ακραίας έντασης εργασίας, με μία από τις χειρότερες αναλογίες στελεχών και προσωπικού βάσης, που συχνά φτάνει μέχρι και ένα στέλεχος για κάθε 15 υπαλλήλους βάσης. Αυτό σημαίνει ότι η συντριπτική πλειοψηφία του εργατικού δυναμικού παράγει —και θα συνεχίσει στην καριέρα του να παράγει— σχετικά χαμηλή αξία για την οικονομία. Συνεπώς, και οι απολαβές του θα μείνουν εκ των πραγμάτων χαμηλά.
Ο τουρισμός έχει μόνο τη φήμη ότι πληρώνει καλά. Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο μέσος ετήσιος μισθός στον ευρύτερο τουριστικό τομέα υπολείπεται κατά περίπου 20% σε σχέση με τους υπόλοιπους τομείς. Οι περισσότεροι υπάλληλοι είναι προσωρινοί —ούτε καν εποχικοί, προσωρινοί— και οι προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης είναι από τις χειρότερες στην οικονομία.
Πότε μπορεί μια οικονομία να επωφεληθεί πραγματικά από τον τουρισμό; Όταν προσελκύει υψηλού οικονομικού επιπέδου επισκέπτες που αφήνουν σημαντικό οικονομικό όφελος, χωρίς να χρειάζεται να πάει ολόκληρη η νεολαία της χώρας να τους σερβίρει και χωρίς να υπερφορτώνονται οι τοπικές υποδομές: οι δρόμοι, οι συγκοινωνίες, το σύστημα υγείας, η δημόσια τάξη και οι υπηρεσίες.
Αν όμως η χώρα κυνηγάει τη μαζικότητα των αφίξεων, τότε όλα αυτά στρεβλώνουν ολόκληρο το παραγωγικό της μοντέλο: οι τιμές για τους ντόπιους αυξάνονται γρηγορότερα από τις απολαβές τους, και το εργατικό της δυναμικό χάνει την ευκαιρία να εξειδικευτεί και να αποκτήσει εμπειρία σε άλλους, πιο παραγωγικούς κλάδους, που θα έφερναν στην οικονομία υψηλότερη και πιο δίκαια κατανεμημένη ανάπτυξη.
Γιατί, στην εποχή της τεχνολογίας, της πληροφορίας και της βιομηχανίας, αυτός που επιλέγει να γίνει το γκαρσόνι δεν θα ‘ναι πάντα ο φτωχότερος;



