Σε μία δριμεία θεσμική καταγγελία αναφορικά με τη λειτουργία των δικαστικών μηχανισμών και την τήρηση των δικονομικών εγγυήσεων προχώρησε ο βουλευτής Χανίων και τομεάρχης Διαφάνειας του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, Παύλος Πολάκης, με αφορμή τις διαδικασίες που εκτυλίχθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης που αφορά τις μάσκες COVID-19.
Η ποινική δίωξη σε βάρος του Χανιώτη πολιτικού εκκινεί από έγκληση του πρώην διοικητή της 6ης Υγειονομικής Περιφέρειας (ΥΠΕ), Ιωάννη Καρβέλη, τον οποίο ο κ. Πολάκης είχε καταγγείλει δημόσια για προμήθειες μασκών αξίας 22 ευρώ ανά τεμάχιο.
Έπειτα από μία συνεδρίαση που σημαδεύτηκε από αλλεπάλληλες ενστάσεις, δηλώσεις αποχής και καταγγελίες για υπεξαγωγή εγγράφων από τη δικογραφία, το δικαστήριο διέκοψε τη συνεδρίασή του, ορίζοντας ως νέα ημερομηνία συνέχειας της δίκης την 6η Οκτωβρίου.
Η ένταση στην έδρα: Απορρίψεις ισχυρισμών, δήλωση αποχής και ο Νέος Δικαστικός Χάρτης
Στη γραπτή δήλωσή του, ο Παύλος Πολάκης περιγράφει αναλυτικά τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, κάνοντας λόγο για πρακτικές που «αυτοκλονίζουν το κύρος και το γόητρο της Δικαιοσύνης» και εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για τη διεξαγωγή της δίκης:
«Στη δίκη του Παύλου Πολάκη, έπειτα από μήνυση του πρώην Διοικητή της 6ης ΥΠΕ, Ιωάννη Καρβέλη, στην υπόθεση που αφορά τις καταγγελίες για μάσκες COVID-19 των 22 ευρώ και άλλες άνομες πράξεις κακουργηματικής υφής, όσα συμβαίνουν στο ακροατήριο προκαλούν σοβαρά ερωτήματα και αυτοκλονίζουν το κύρος και το γόητρο της Δικαιοσύνης. Ο Δικηγόρος του κυρίου Πολάκη, Γιάννης Απατσίδης, ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο, προέβαλε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς και τα δικονομικά αιτήματα και επισήμανε τις καταγγελλόμενες παραβιάσεις των δικαιωμάτων της υπεράσπισης».
Σύμφωνα με τα όσα καταγγέλλει η πλευρά του βουλευτή Χανίων, η Πρόεδρος του δικαστηρίου απέρριψε δύο φορές αυτοτελείς ισχυρισμούς χωρίς να δώσει προηγουμένως τον λόγο στον συνήγορο υπεράσπισης, ανακαλώντας στη συνέχεια με συγγνώμη αφού όμως είχαν ήδη ανακοινωθεί οι απορρίψεις. Ακολούθως, η δικαστική λειτουργός υπέβαλε δήλωση αποχής από την υπόθεση.
Αντίθετα, ο Εισαγγελέας της έδρας δεν δήλωσε αποχή, παρότι ο κ. Πολάκης είχε καταθέσει μήνυση εις βάρος του —η οποία, κατά την καταγγελία, δεν αξιολογήθηκε ποτέ με άνωθεν εντολή, όπως φέρονται να δήλωσαν αστυνομικοί χωρίς αριθμό μητρώου και ανώτατη αξιωματικός με τα στοιχεία Ε.Θ. Ενώ εκκρεμούσε η κρίση επί της αποχής της Προέδρου, ο εισαγγελικός λειτουργός ζήτησε να εκδικαστεί η ανακοπή λιπομαρτυρίας του κ. Καρβέλη, ο οποίος δεν είχε εμφανιστεί σε τρεις δικασίμους.
Παράλληλα, ο κ. Πολάκης στηλίτευσε τα σχόλια του Εισαγγελέα για την επαγγελματική διαδρομή της Προέδρου:
«Ο ίδιος ο Εισαγγελέας απέδωσε τους χειρισμούς της Προέδρου στο ότι είναι νέα Πρωτοδίκης, προερχόμενη από τους Ειρηνοδίκες, υποστηρίζοντας ότι είναι λογικό να κάνει λάθη. Θεωρώ αυτή την τοποθέτηση προσβλητική για την ίδια τη γυναίκα Δικαστή. Η προηγούμενη υπηρεσιακή ιδιότητα ενός δικαστικού λειτουργού δεν προσφέρεται για απαξιωτικά σχόλια μέσα στο ακροατήριο από Εισαγγελικό Λειτουργό που αποδέχεται ασμένως τις εν λόγω δικονομικές παραβιάσεις, εάν δεν τις προκαλεί κιόλας λόγω της “απειρίας” της, ένεκα του Νέου Δικαστικού Χάρτη».
Η πορεία της δικογραφίας: Καθυστέρηση πέντε ετών και δεκατέσσερα χαμένα έγγραφα
Πέρα από τα τεκταινόμενα εντός της αίθουσας, η παρέμβαση του κ. Πολάκη εστιάζει στη μακρά διαδρομή της δικογραφίας, κάνοντας λόγο για αναίτια πολυετή αδράνεια των εισαγγελικών αρχών. Όπως σημειώνει, χρειάστηκαν δύο ώρες και είκοσι λεπτά αναμονής μόνο για την εισαγγελική πρόταση επί της ένστασης καθ’ ύλην αναρμοδιότητας του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, ενώ ολόκληρος ο φάκελος παρέμεινε στα γραφεία επί πέντε χρόνια παρά πέντε ημέρες:
«Η μήνυση του Ιωάννη Καρβέλη είχε υποβληθεί το 2020. Από τις αρχές του 2021 είχε κινηθεί η διαδικασία διαβίβασης της υπόθεσης. Στη συνέχεια, εισαγγελική λειτουργός ζήτησε να υποβληθεί η δικογραφία στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η δικογραφία έκτοτε εξαφανίστηκε. Το 2022 άλλος εισαγγελικός λειτουργός επανέλαβε την ίδια ενέργεια. Η πορεία της δικογραφίας εξακολουθούσε να παραμένει ανεξήγητη. Το 2024 τρίτη εισαγγελική λειτουργός ζήτησε και πάλι τη διαβίβασή της. Στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου η δικογραφία έφτασε τελικά τον Νοέμβριο του 2024 και στη συνέχεια στη Βουλή των Ελλήνων από τον πειθαρχικό τους Προϊστάμενο Κύριο Φλωρίδη. Πού βρισκόταν όλα αυτά τα χρόνια και ποιος είχε την ευθύνη της; Γιατί επί 6 έτη δεν διερευνήθηκαν οι πράξεις κακουργηματικής απιστίας;».
Ο βουλευτής Χανίων καταγγέλλει ότι κλήθηκε να παράσχει εξηγήσεις εντός 48 ωρών, ενώ απέμεναν μόλις πέντε ημέρες πριν από την παραγραφή των αδικημάτων. Επιπλέον, αναφέρει ότι εισαγγελική λειτουργός που ανέλαβε μεταγενέστερα την υπόθεση διαπίστωσε πως από το σώμα της δικογραφίας έλειπαν 14 κρίσιμα έγγραφα, ενημερώνοντας την ιεραρχία, χωρίς ωστόσο να κινηθεί έρευνα για την καταγγελλόμενη υπεξαγωγή τους προτού παραπεμφθεί ο ίδιος σε δίκη.
Στο πλαίσιο αυτό, η υπεράσπιση ζήτησε την εφαρμογή του άρθρου 39 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας σε βάρος του μηνυτή, ενώ γνωστοποιήθηκε η πρόθεση παρέμβασης του πρώην νομικού συμβούλου της 6ης ΥΠΕ, Φώτιου Λεπίδα, ο οποίος έχει προβεί σε δημόσιες αποκαλύψεις για ζητήματα διαφθοράς.
Η απόρριψη της αποχής και τα θεσμικά ερωτήματα για τον δικαστικό έλεγχο
Η διαδικασία περιπλέχθηκε περαιτέρω όταν η δήλωση αποχής της Προέδρου απορρίφθηκε από το Αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο, εξέλιξη την οποία ο Παύλος Πολάκης συνδέει με ζητήματα σύγκρουσης συμφερόντων στη σύνθεση του συμβουλίου. Καταγγέλλει ότι η κρίση εκδόθηκε χωρίς απομαγνητοφώνηση των πρακτικών, με τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού του οποίου η σύζυγος (εισαγγελέας) βρίσκεται σε πολυετή δικαστική διαμάχη με τον συνήγορο υπεράσπισης Γιάννη Απατσίδη, ενώ την πρόταση απόρριψης υπέβαλε εισαγγελέας που συστεγάζεται στο ίδιο γραφείο.
Κλείνοντας τη δήλωσή του, ο τομεάρχης Διαφάνειας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ θέτει το ζήτημα της λογοδοσίας των δικαστικών λειτουργών απέναντι στους πολίτες:
«Όταν οι εισαγγελικές αρχές προχωρούν σε συλλήψεις δικηγόρων ή ακόμη και δικαστικών γραμματέων, πώς εξηγείται ότι οι καταγγελίες για παρανομίες εισαγγελικών λειτουργών, για πολυετή αδράνεια και για εξαφάνιση εγγράφων δεν έχουν οδηγήσει σε καμία γνωστή απόδοση ευθύνης; Οι εισαγγελικοί λειτουργοί δεν μπορεί να παραμένουν ανέλεγκτοι και ανεξέλεγκτοι απέναντι σε συγκεκριμένες καταγγελίες, ενώ απαιτούν από όλους τους άλλους άμεση συμμόρφωση στον νόμο. Η δικαστική ανεξαρτησία δεν αποτελεί προσωπική ασυλία. Απαιτείται ουσιαστικός έλεγχος και απόδοση των ευθυνών που θα προκύψουν, χωρίς εξαιρέσεις λόγω ιδιότητας. Εάν αυτή είναι η μεταχείριση που αντιμετωπίζει ένας Βουλευτής, με δημόσιο λόγο και δυνατότητα να αναδείξει όσα συμβαίνουν, λυπάμαι και φοβάμαι για όσα μπορεί να βιώνει ένας πολίτης χωρίς αντίστοιχη δημόσια παρουσία. Αναζητείται Δικαιοσύνη. Εντός των δικαστικών τειχών. Για τη Δικαιοσύνη και τους έντιμους λειτουργούς και συλλειτουργούς Της».
Αναλυτικά η δήλωση του Παύλου Πολάκη βουλευτή Χανίων, τομεάρχη Διαφάνειας της Υγείας της Κ.Ο., υπεύθυνου Στρατηγικού Σχεδιασμού του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ:
«Στη δίκη του Παύλου Πολάκη, έπειτα από μήνυση του πρώην Διοικητή της 6ης ΥΠΕ, Ιωάννη Καρβέλη, στην υπόθεση που αφορά τις καταγγελίες για μάσκες COVID-19 των 22 ευρώ και άλλες άνομες πράξεις κακουργηματικής υφής, όσα συμβαίνουν στο ακροατήριο προκαλούν σοβαρά ερωτήματα και αυτοκλονίζουν το κύρος και το γόητρο της Δικαιοσύνης.
Ο Δικηγόρος του κυρίου Πολάκη, Γιάννης Απατσίδης, ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο, προέβαλε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς και τα δικονομικά αιτήματα και επισήμανε τις καταγγελλόμενες παραβιάσεις των δικαιωμάτων της υπεράσπισης.
Η Πρόεδρος απέρριψε δύο φορές αυτοτελείς ισχυρισμούς της υπεράσπισης χωρίς προηγουμένως να δώσει τον λόγο στον συνήγορο υπεράσπισης. Ακολούθησε συγγνώμη της και παραχώρηση του λόγου, αφού όμως είχαν ήδη ανακοινωθεί οι απορρίψεις. Η υπεράσπιση επισήμανε τη σοβαρότητα της παραβίασης και το ζήτημα του αναιρετικού ελέγχου.
Στη συνέχεια, η Πρόεδρος δήλωσε αποχή. Ο Εισαγγελέας δεν δήλωσε αποχή, μολονότι ο Παύλος Πολάκης υπέβαλε μήνυση σε βάρος του η οποία δεν αξιολογήθηκε ποτέ με άνωθεν Εισαγγελική Εντολή κατά δήλωση άγνωστων αστυνομικών οργάνων μη φερόντων αριθμό μητρώου στη στολή τους με σύστοιχη επιβεβαίωση ανώτατης Αξιωματικού με στοιχεία Ε.Θ.
Κι ενώ εκκρεμούσε η κρίση επί της δήλωσης αποχής, ο Εισαγγελέας ζήτησε να εξεταστεί προηγουμένως και αυτοτελώς η ανακοπή λιπομαρτυρίας του μηνυτή κατά της καταδίκης του για λιπομαρτυρία. Του μηνυτή που δεν είχε εμφανιστεί σε τρεις δικασίμους και δεν είχε ακόμη εξεταστεί επί της ουσίας!, ενόσω εκκρεμούσε δήλωση αποχής της κυρίας Προέδρου που μάλλον ψυχανεμιζόταν ότι θα απορριφθεί.
Ο ίδιος ο Εισαγγελέας απέδωσε τους χειρισμούς της Προέδρου στο ότι είναι νέα Πρωτοδίκης, προερχόμενη από τους Ειρηνοδίκες, υποστηρίζοντας ότι είναι λογικό να κάνει λάθη. Θεωρώ αυτή την τοποθέτηση προσβλητική για την ίδια τη γυναίκα Δικαστή. Η προηγούμενη υπηρεσιακή ιδιότητα ενός δικαστικού λειτουργού δεν προσφέρεται για απαξιωτικά σχόλια μέσα στο ακροατήριο από Εισαγγελικό Λειτουργό που αποδέχεται ασμένως τις εν λόγω δικονομικές παραβιάσεις, εάν δεν τις προκαλεί κιόλας λόγω της “απειρίας” της, ένεκα του Νέου Δικαστικού Χάρτη.
Την ίδια στιγμή, την παρότρυνε να εκδικάσει την ανακοπή, παρότι είχε ήδη δηλώσει αποχή από την κύρια υπόθεση.
Περιμέναμε δύο ώρες και είκοσι λεπτά για την εισαγγελική πρόταση επί της ένστασης καθ’ ύλην αναρμοδιότητας του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου.
Η δικογραφία είχε παραμείνει στα εισαγγελικά γραφεία επί πέντε χρόνια παρά πέντε ημέρες. Έχει αναζητηθεί ευθύνη γι’ αυτή την καθυστέρηση; Έχει υπάρξει κάποια συνέπεια που δεν γνωρίζουμε αν και είχε καταγγελθεί ήδη από τον Μάρτιο του 2025;
Η μήνυση του Ιωάννη Καρβέλη είχε υποβληθεί το 2020. Από τις αρχές του 2021 είχε κινηθεί η διαδικασία διαβίβασης της υπόθεσης. Στη συνέχεια, εισαγγελική λειτουργός ζήτησε να υποβληθεί η δικογραφία στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η δικογραφία έκτοτε εξαφανίστηκε. Το 2022 άλλος εισαγγελικός λειτουργός επανέλαβε την ίδια ενέργεια. Η πορεία της δικογραφίας εξακολουθούσε να παραμένει ανεξήγητη. Το 2024 τρίτη εισαγγελική λειτουργός ζήτησε και πάλι τη διαβίβασή της. Στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου η δικογραφία έφτασε τελικά τον Νοέμβριο του 2024 και στη συνέχεια στη Βουλή των Ελλήνων από τον πειθαρχικό τους Προϊστάμενο Κύριο Φλωρίδη. Πού βρισκόταν όλα αυτά τα χρόνια και ποιος είχε την ευθύνη της; Γιατί επί 6 έτη δεν διερευνήθηκαν οι πράξεις κακουργηματικής απιστίας;
Ύστερα από αυτή την πολυετή αδράνεια, ο Παύλος Πολάκης κλήθηκε να παράσχει εξηγήσεις μέσα σε 48 ώρες, όταν, κατά τον υπολογισμό της υπεράσπισής του, απέμεναν μόλις πέντε ημέρες μέχρι την παραγραφή. Για την εισαγγελική διαχείριση της υπόθεσης πέρασαν χρόνια. Για την προετοιμασία της υπεράσπισης δόθηκαν δύο ημέρες.
Η εισαγγελική λειτουργός που χειρίστηκε στη συνέχεια την υπόθεση διαπίστωσε ότι έλειπαν δεκατέσσερα έγγραφα από τη μήνυση και τη δικογραφία και ενημέρωσε την προϊσταμένη αρχή. Παράλληλα, παρέπεμψε τον Παύλο Πολάκη σε δίκη. Πώς εξαφανίστηκαν τα δεκατέσσερα έγγραφα; Τι έρευνα έγινε για την καταγγελλόμενη υπεξαγωγή τους και σε ποιους αποδόθηκαν ευθύνες;
Ζητήσαμε επίσης την εφαρμογή του άρθρου 39 ΚΠΔ ως προς τον μηνυτή. Ανακοινώθηκε και η παρέμβαση του πρώην δικηγόρου της 6ης ΥΠΕ, κυρίου Φώτιου Λεπίδα, προς αποκάλυψη της αλήθειας, καθώς δημόσια κατήγγειλε τον κύριο Καρβέλη για διαφθορά που γνωρίζει εκ των έσω ως κατ ‘ουσίαν whistle-blower.
Το δικαίωμα της υπεράσπισης να ακούγεται πριν κριθούν οι ισχυρισμοί της αποτελεί στοιχειώδη εγγύηση της δίκης. Ο σεβασμός του πρέπει να είναι έμπρακτος, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας.
Παρόλα αυτά, η δήλωση αποχής απορρίφθηκε χωρίς απομαγνητοφώνηση των Πρακτικών με την συμμετοχή έτερου εξαιρετέου δικαστικού λειτουργού, φερόμενου Προέδρου συζύγου Εισαγγελικής Λειτουργού που είχε προτείνει την απαλλαγή γνωστού παιδοβιαστή για το έγκλημα του βιασμού και με την οποία ο συνήγορος του κυρίου Πολάκη Γιάννης Απατσίδης διατηρεί πολυετή αντιδικία. Την πρόταση για απόρριψη της δήλωσης αποχής υπέβαλε συνάδελφος της εν λόγω συζύγου με την οποία φέρεται να συνυπηρετεί στο ίδιο γραφείο. Αγνοείται εάν στη δήλωση αποχής γνωστοποιήθηκαν όλες οι ανωτέρω δικονομικές αυθαιρεσίες πλην όμως το Αυτόφωρο Τριμελές όφειλε να διατάξει κατά νόμον την απομαγνητοφώνηση των Πρακτικών.
Όταν οι εισαγγελικές αρχές προχωρούν σε συλλήψεις δικηγόρων ή ακόμη και δικαστικών γραμματέων, πώς εξηγείται ότι οι καταγγελίες για παρανομίες εισαγγελικών λειτουργών, για πολυετή αδράνεια και για εξαφάνιση εγγράφων δεν έχουν οδηγήσει σε καμία γνωστή απόδοση ευθύνης; Οι εισαγγελικοί λειτουργοί δεν μπορεί να παραμένουν ανέλεγκτοι και ανεξέλεγκτοι απέναντι σε συγκεκριμένες καταγγελίες, ενώ απαιτούν από όλους τους άλλους άμεση συμμόρφωση στον νόμο. Η δικαστική ανεξαρτησία δεν αποτελεί προσωπική ασυλία. Απαιτείται ουσιαστικός έλεγχος και απόδοση των ευθυνών που θα προκύψουν, χωρίς εξαιρέσεις λόγω ιδιότητας.
Εάν αυτή είναι η μεταχείριση που αντιμετωπίζει ένας Βουλευτής, με δημόσιο λόγο και δυνατότητα να αναδείξει όσα συμβαίνουν, λυπάμαι και φοβάμαι για όσα μπορεί να βιώνει ένας πολίτης χωρίς αντίστοιχη δημόσια παρουσία.
Αναζητείται Δικαιοσύνη. Εντός των δικαστικών τειχών. Για τη Δικαιοσύνη και τους έντιμους λειτουργούς και συλλειτουργούς Της ρε γαμώτο».



