Μια τεκμηριωμένη καταγραφή για την ιστορία της Δυτικής Κρήτης από τον 11ο αιώνα – Πολύτιμο τεκμήριο για την πολιτισμική συνέχεια της ενδοχώρας Χανίων
Μια σπουδαία πρωτοβουλία ανάδειξης της ιστορικής ταυτότητας της Δυτικής Κρήτης ανέλαβε ο δημοσιογράφος Ιωάννης Παπαδάκης, καταγόμενος από την περιοχή της Κισσάμου, ο οποίος μέσα από δύο εκτενείς αναρτήσεις του επιχειρεί να καταγράψει τις χρονολογίες ίδρυσης πολλών χωριών της Κισσάμου και του Σελίνου, φωτίζοντας πτυχές της τοπικής ιστορίας που μένουν συχνά στο περιθώριο των επίσημων αφηγήσεων.
Με βάση τεκμηριωμένες πηγές και ιστορικά ευρήματα, ο Παπαδάκης συγκέντρωσε δεδομένα για δεκάδες χωριά, καταδεικνύοντας ότι αρκετοί από αυτούς τους οικισμούς χρονικά ανάγονται στον 11ο και 12ο αιώνα – περίοδο κατά την οποία η Κρήτη βρισκόταν ακόμα υπό τη βυζαντινή κυριαρχία, πριν από την έλευση των Βενετών.
Η πρωτοβουλία αυτή αποτελεί πολύτιμο συμβολή στην ανάδειξη της τοπικής ιστορικής ταυτότητας, δίνοντας νέα ώθηση στην έρευνα για την προέλευση και τη διαχρονικότητα των οικισμών της Κρήτης, σε μια εποχή που η ενδοχώρα της απειλείται από ερήμωση και πληθυσμιακή αποδυνάμωση.
Η καταγραφή δεν αποτελεί απλώς μια λίστα ημερομηνιών, αλλά προκαλεί προβληματισμό για τη συνέχεια του τόπου, την ανθεκτικότητα της τοπικής κοινωνίας και την αδιάκοπη παρουσία ανθρώπινων κοινοτήτων για σχεδόν μία χιλιετία στις πλαγιές των Λευκών Ορέων, στους ποταμούς του Σελίνου και στα οροπέδια της Κισσάμου.
Η ιστορική αυτή παρουσία συνδέεται με συστήματα παραγωγής, πολιτισμικά ίχνη, αρχιτεκτονική κληρονομιά και τοπωνυμικές παραδόσεις που διατηρούνται μέχρι σήμερα – παρά την εγκατάλειψη πολλών από αυτά τα χωριά κατά τον 20ό και 21ο αιώνα.
Η τεκμηρίωση της συνέχειας των οικισμών μπορεί να αποτελέσει βάση για πολιτιστικά προγράμματα, εκπαιδευτικές δράσεις και πολιτικές επανάχρησης ή αναβίωσης εγκαταλελειμμένων οικισμών.
Ακολουθούν οι αναρτήσεις του δημοσιογράφου:
Πόσο παλιά είναι τα χωριά μας;
ΚΙΣΣΑΜΟΣ

Ορισμένοι από τους οικισμούς, είναι βέβαιο ότι υπήρχαν κατά τη βυζαντινή περίοδο γιατί συναντώνται είτε στα έγγραφα για τα 12 Αρχοντόπουλα και στο χρυσόβουλο του Αλεξίου Β’ Κομνηνού, είτε στο Δίπλωμα των Σκορδίλιδων, είτε στην Διαθήκη και το βίο του Αγ. Ιωάννου του Ξένου, είτε συμπεραίνεται από την ετυμολογίας των τοπωνυμιών ότι πρόκειται για εγκαταστάσεις Σλάβων, Βουλγάρων ή Αρμενίων στρατιωτών του Νικηφόρου Φωκά.
Ακόμα και σε ορισμένα έγγραφα της μονής Πάτμου, αναφέρονται ορισμένα τοπωνύμια της Δ. Κρήτης. Οι βενετσιάνικες πηγές του 13ου αιώνα, σπανίζουν για την Δυτικής Κρήτη. Γι’ αυτό σημαντική βοήθεια προσφέρουν οι απογραφές του F. Barozzi του 1577, του Π. Καστροφύλακα του 1583 και του F. Basilicata του 1630.
Οι δυο πρώτες χρησιμοποιήθηκαν έμμεσα διότι η άμεση πρόσβαση σε αυτές δεν ήταν δυνατή. Βέβαια οι εποχές στις οποίες αυτές αναφέρονται απέχουν σημαντικά απ’ τον 12ο αιώνα. Αν όμως ληφθεί υπ’ όψιν η συνέχεια που χαρακτηρίζει τα κρητικά τοπωνύμια, όπως προαναφέρθηκε, τότε υπάρχουν αρκετές πιθανότητες η αρχή τους να βρίσκεται ακόμα και πολύ πιο πίσω από τον 12ο αιώνα, τουλάχιστον για ένα τμήμα από αυτά. Οι απογραφές αυτές του 16ου αιώνα προσφέρουν περίπου 1000-1200 χωριά. Δεν θα ήταν λοιπόν τελείως άτοπο να υποθέσει κανείς ότι κατά τον 12ο αιώνα τουλάχιστον, θα υπήρχαν στην Κρήτη 800-1000 οικισμοί.
Για την εύρεση οικισμών σημαντικότατη βοήθεια προσέφεραν και το άρθρο του Δ. Τσουγκαράκη , όπου έχει συγκεντρώσει ένα σημαντικό αριθμό τοπωνυμιών που ενδέχεται, με μεγάλη πιθανότητα να πρόκειται για βυζαντινές εγκαταστάσεις. Πολύτιμο επίσης αποδείχθηκε και το άρθρο…… του Χ. Γάσπρη, όπου καταγράφονται οι οικισμοί που αναφέρονται στα κατάστιχα φεούδων των τουρμών και των σεξτερτίων του 13ου – 14ου αιώνα.
Για την ύστερη αρχαιότητα εξαιρετικά χρήσιμο αποδείχθηκε το βιβλίο του I. F. Sanders , όπου καταγράφονται όλες οι θέσεις της ύστερης αρχαιότητας. Το έργο τέλος του Στ. Σπανάκη προσέφερε σημαντικότατη βοήθεια κυρίως διότι έχει συγκεντρωμένους όλους τους οικισμούς ενώ παράλληλα αναφέρει τις πηγές στις οποίες πρωτοσυναντώνται.
Αγ. Βαρβάρα: Πρώτη μνεία του οικισμού αυτού έχουμε το 1299.
Αρμενοχωριό: Πρώτη μνεία του οικισμού σε έγγραφο του νοταρίου P. Scardon του Χάνδακα το 1271.
Άστρικας: Πρώτη μνεία του οικισμού έχουμε στο κατάστιχο των Φεούδων της τούρμας Κισάμου τον 14ο αιώνα.
Βουκολιές: Πρώτη φορά αναφέρεται σε νοταριακό έγγραφο του 1256
Βουλγάρω: Πιθανόν να κατοικήθηκε από Βούλγαρους στρατιώτες που έφερε μαζί του ο Νικηφόρος Φωκάς το 961.
Βρύσες: Πρόκειται για οικισμό στην περιοχή των Μεσογείων συναντάται, απ’ το 1299 στη συνθήκη των Βενετών με τον Καλλέργη.
Γαβαλομούρι: Ο οικισμός αναφέρεται για πρώτη φορά στην απογραφή του Barozzi το 1577, του Καστροφύλακα το 1583 και του Basilicata το 1630.
Δρακόνα: Αναφέρεται σε βενετσιάνικες απογραφές στον Trivan του 1644.
Δραπανιάς: Αναφέρεται για πρώτη φορά στις απογραφές των Barozzi 1577, Καστροφύλακα 1583 καθώς και του Basilicata το 1630.
Έλος: Χωριό που αναφέρεται για πρώτη φορά τον 14ο αιώνα στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου.
Ζαχαριανά: Υπήρχε τον 10ο-11ο αι.
Ζυμπραγού: Για πρώτη φορά αναφέρεται σε νοταριακό έγγραφο του 1256.
Καβούσι: Οικισμός στην περιοχή Μεσογείων αναφέρεται το 1332.
Καλάθενες: Για πρώτη φορά συναντάται σε νοταριακό έγγραφο του 1256.
Κίσαμος – Καστέλι: Πρωτοσυναντάται το 342 στην Σύνοδο της Σαρδικής.
Κούνενι :Υπήρχε απ’ τη βυζαντινή περίοδο, βρέθηκε επιγραφή στο ναό του Αγίου Γεωργίου με χρονολογία 1284.
Μαλάθυρος: Συναντάται για πρώτη φορά σε έγγραφο του νοταρίου του Χάνδακα B. de Brixano, όπου αναφέρεται ως Malachire, το 1301.
Μάκρωνας: Οικισμός και κοινότητα Βουλγάρω. Αναφέρεται στον νοτάριο του Χάνδακα με το όνομα Macrena σε έγγραφο του 1304, αναφέρεται στην απογραφή του Barozzi (1577) και Καστροφύλακα (1583).
Μαραθοκεφάλα: Στη θέση αυτή ο P. Faure έχει ταυτίσει ευρήματα της βυζαντινής περιόδου. Πάντως η πρώτη αναφορά που συναντάται ο οικισμός είναι στις τρεις ενετικές απογραφές του Barozzi (1577), του Καστροφύλακα (1583) και του Basilicata (1630).
Μεσόγεια: Χωριό και περιοχή στην δυτική πλευρά της επαρχίας. Συναντάται το 1299 στην συνθήκη των Βενετών με τον Καλλέργη.
Νωπήγια: Παραθαλάσσιος οικισμός. Πρώτη μνεία γίνεται το 1314.
Νοχιά: Χωριό που αναφέρεται στις απογραφές των Βενετών 1577, 1583, 1630.
Παλιόκαστρο Άνω – Πολυρρήνια : Χωριό που βρίσκεται στη θέση της σημαντικής αρχαίας πόλης της Δυτικής Κρήτης Πολυρρήνειας που ήκμασε κατά τα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια. Η θέση αυτή συνέχισε να υπάρχει και τα βυζαντινά χρόνια. Για την πρώτη βυζαντινή περίοδο είχαν βρεθεί πρωτοχριστιανικές ταφές με επιτύμβιες επιγραφές του 5ου-6ου αιώνα μ.Χ. Για τη βυζαντινή περίοδο που μας αφορά, η πρώτη μνεία βρίσκεται σε νοταριακό έγγραφο του Χάνδακα το 1256.
Πανέθημος (ή Πανεύφημος): Συναντάται για πρώτη φορά σε νοταριακό έγγραφο του Χάνδακα το 1256 και τον 14ο αιώνα στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου.
Πλάτανος: Συναντάται στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου τον 14ο αιώνα.
Πολεμάρχι: Ο οικισμός αναφέρεται κατά την περίοδο της ενετοκρατίας στις απογραφές του 1577, 1583, 1630.
Ροδωπού: Αναφέρεται στις τρεις ενετικές απογραφές.
Ρούματα (Παλιά): Αναφέρεται στις τρεις ενετικές απογραφές, ενώ στο χωριό αυτό υπάρχει και βενετσιάνικη βίλα, η Villa Renier.
Σηρικάρι: Ο οικισμός αναφέρεται σε τρεις ενετικές απογραφές. Σώζεται όμως η χρονολογία από κτιτορική εκκλησία των Αγ. Αποστόλων με επιγραφή 6936 (=1427).
Σφακοπηγάδι: Πρώτη μνεία του χωριού γίνεται το 1304 σε νοταριακό έγγραφο του Χάνδακα.
Σφηνάρι: Ο οικισμός της Αγ. Βαρβάρας μνεία του οποίου με βεβαιότητα συναντάται το 1299.
Ταυρωνίτης: Πρώτη φορά αναφέρεται το 1322 στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου.
Τοπόλια : Αναφέρεται για πρώτη φορά σε νοταριακό έγγραφο του Χάνδακα το 1256 με το όνομα Βopolia.
Tριαλώνια: Δεν υπάρχουν αναφορές από την βυζαντινή περίοδο. Μια καταγραφή όμως στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου με το όνομα Caymena Alonia ίσως να αναφερόταν σε αυτό το χωριό.
* Εδώ θεωρείται χρήσιμο να αναφερθούν οι οικισμοί οι οποίοι καταγράφονται στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου τον 14ο αιώνα και που σήμερα παραμένουν άγνωστοι: Abendite, Anemolea, Armenocambo, Camena Alonia, Covuni, Lidea, Lutra, Murmuti, Parthena, Petriza, Pliticho, Psathi, Scinochefali, Stimboli.
** Θα πρέπει να αναφερθεί ότι και αναφορές σε άρθρα ή δημοσιεύσεις για ύπαρξη αρχαιολογικών ευρημάτων που κατά κάποιο τρόπο τεκμηριώνουν το βυζαντινό παρελθόν ενός χώρου χρησιμεύουν. Προπαντός εκκλησίες, ακόμα και αν κτίστηκαν στην αρχή της ενετοκρατίας, προσφέρουν σημαντικά ερείσματα ώστε να υποθέσει κανείς ότι πρόκειται για βυζαντινή εγκατάσταση.
ΣΕΛΙΝΟ

Για το Σέλινο δεν υπάρχουν πολλές καταγραφές από ποτέ υπάρχουν τα χωριά του, αλλά μόνο από τις απογραφές του 1578-1580 και κάποια που τα ξέρουμε από τα βυζαντινά χρόνια… (Κουστογέρακο)
Φυσικά ενδιαφέρον παρουσιάζει πως λεγόταν στα βενετσιάνικα χρόνια ή καλύτερα πως αποκαλούσαν οι Βενετοί τα χωριά αυτά.
Για παράδειγμα το Επανοχώρι το λέγανε το 1583 Σγκουραφιανά.(Sgurafiana)
Tο Κουστογέρακο σε μια απογραφή του 1577 αναφέρεται σαν Moni et Cristogieraco.
Η Σαρακίνα είχε διπλή ονομασία Sarachina Sirili και Sarachina Perazzo.
Η Σούγια είναι ένας νέος οικισμός που δεν υπήρχε ούτε το 1834 οταν την επισκέφτηκε για να δει τα αρχαία ο Pashley.
Τα Τεμένια υπήρχαν από το 1367, αλλά στην απογραφή του 1578 αναφέρονται σαν Papadiana.
Τέλος μπορεί η Κάνδανος να μην αναφέρεται στις βενετσιάνικες απογραφές αλλά ο Τραχινιάκος ήταν το μεγαλύτερο χωριό στην περιοχή με 237 κατοίκους το 1583.
Βέβαια τα χαράγματα στις εκκλησίες μας λένε πόσο παλιές είναι και το Σέλινο είναι γεμάτο με βυζαντινές και βενετσιάνικες εκκλησίες.



