Του Δημήτρη Καντηλιεράκη
Με αφορμή την ανάρτηση των δασικών χαρτών από την Κτηματολόγιο Α.Ε. επανέρχεται στο δημόσιο διάλογο ένα από τα πλέον αναπάντητα ιδιοκτησιακά ζητήματα της σύγχρονης ελληνικής νομικής ιστορίας: ποιος είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης των δασών και δασικών εκτάσεων της Κρήτης; Το ίδιο το γεγονός ότι η ανάρτηση γίνεται από την Κτηματολόγιο Α.Ε. και όχι από την καθ’ ύλην αρμόδια Δασική Αρχή αφ’ εαυτού εγείρει ερωτηματικά για τις πραγματικές σκοπιμότητες της διαδικασίας. Ενδεχομένως διότι με την υπ’ αριθμ. ΔΠΔ/16683/995/15-02-2023 Εγκύκλιο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας δίνεται ρητή εντολή στις Δασικές Υπηρεσίες να μην καταχωρούν στους δασικούς χάρτες και στο Κτηματολόγιο δικαιώματα του Δημοσίου για δασωμένους αγρούς, δάση και δασικές εκτάσεις για τις οποίες το Δημόσιο δεν διαθέτει τίτλους ιδιοκτησίας. Η ίδια Εγκύκλιος ορίζει παράλληλα ρητά ότι οι εν λόγω εκτάσεις θεωρούνται ιδιωτικές.
Το Ελληνικό Δημόσιο διεκδικεί σήμερα εκτάσεις που, σύμφωνα με πλήθος ιστορικών τεκμηρίων, νομικών εγγράφων, επίσημων κυβερνητικών δηλώσεων και δικαστικών αποφάσεων, ανήκαν και ανήκουν σε ιδιώτες, κοινότητες και μονές. Η νομική βάση αυτής της διεκδίκησης παραμένει, στην καλύτερη περίπτωση, εξαιρετικά αμφίβολη. Στη χειρότερη, στηρίζεται σε μια υπουργική απόφαση που ίσως δεν υπήρξε ποτέ.
Ένα μοναδικό νομικό καθεστώς γεννιέται στην Οθωμανική Κρήτη
Για να κατανοήσουμε πλήρως το σημερινό αδιέξοδο, πρέπει να επιστρέψουμε στη στιγμή της οθωμανικής κατάκτησης της Κρήτης τον 17ο αιώνα και στο ιδιότυπο νομικό καθεστώς που θεσπίστηκε τότε. Σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε σε όλες τις άλλες επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου τα δάση και οι αγριάδες ανήκαν στον Σουλτάνο, που παραχωρούσε σε ιδιώτες μόνο το δικαίωμα νομής και κατοχής, το λεγόμενο τεσσαρούφ, στην Κρήτη θεσπίστηκε ένα ριζικά διαφορετικό καθεστώς.
Αμέσως μετά την κατάληψη του Χάνδακα το 1669, εκδόθηκε αυτοκρατορικό διάταγμα, ο Κανουνναμές, που όριζε κατηγορηματικά ότι «αι εν τη κατοχή των απίστων της ρηθείσης νήσου ευρισκόμεναι γαίαι παραμένουσιν εις χείρας αυτών ως γαίαι φορολογούμεναι» και ότι «αποτελούσι δε αι φορολογούμεναι γαίαι τελείαν ιδιοκτησίαν των κατόχων των». Με άλλα λόγια, η ιδιωτική κυριότητα γης, συμπεριλαμβανομένων των δασών και των αγριάδων, όπως αποκαλούνταν τότε, αναγνωρίστηκε ρητώς και απεριορίστως.
Αυτή η ιδιομορφία επιβεβαιώνεται και από το αυτοκρατορικό φιρμάνι του 1765, σύμφωνα με το οποίο «το ταμείον της Κρήτης τυγχάνει εν κεχωρισμένον και ανεξάρτητον ταμείο» με ιδιαίτερο σύστημα αγροληπτικών σχέσεων, ανεξάρτητο από το υπόλοιπο Οθωμανικό κράτος. Η ιστορικός Molly Greene έχει χαρακτηρίσει αυτή τη ρύθμιση «Ισλαμικό Πείραμα» στην Κρήτη, ενώ οι ερευνητές Α. Nükhet και N. Adiyeke σε μελέτη τους του 2020 επιβεβαιώνουν ότι μετά την κατάκτηση εξακολούθησε να ισχύει στην Κρήτη, σύμφωνα με τον Κανουνναμέ, το προηγούμενο ιδιοκτησιακό καθεστώς που επέτρεπε τη μεγάλη ιδιωτική ιδιοκτησία γαιών.
Αυτή την πολιτική επέλεξε ο ο αρχιστράτηγος των Οθωμανικών στρατευμάτων στην Κρήτη, ο και Μεγάλος Βεζίρης Φαζίλ Αχμέτ Κιοπρουλού, ο οποίος υιοθέτησε τη μειοψηφική ισλαμική νομική θέση ότι η κρατική ιδιοκτησία της γης «δεν συνάδει με τις ισλαμικές αρχές». Όπως γράφει ο ιστορικός G. Veinstein, «στην τελευταία Οθωμανική κατάκτηση», δηλαδή της Κρήτης, «απορρίφθηκε κατηγορηματικά η έννοια της δημόσιας γης, για να επιστρέψουν, ως υποστήριζαν, στην αληθινή ισλαμική αντίληψη».
Αδιάσειστα τεκμήρια της ιδιωτικής ιδιοκτησίας
Καθ’ όλη τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας, ακόμη και όταν άλλαξαν οι συσχετισμοί ιδιοκτησίας υπέρ των Χριστιανών λόγω των επαναστάσεων, της εγκατάλειψης της υπαίθρου από τους Μουσουλμάνους και της Αιγυπτιακής διοίκησης, το νομικό καθεστώς παρέμεινε κατά βάση αμετάβλητο: τα δάση και οι αγριάδες ανήκαν σε ιδιώτες, μουσουλμανικά ιδρύματα και χριστιανικές μονές.
Τα τεκμήρια που συσσωρεύτηκαν επί αιώνες και φυλάσσονται στο Ιστορικό Αρχείο Κρήτης είναι συντριπτικά. Ο Οθωμανός διοικητής της νήσου, Βελής Πασάς, έγραφε το 1858 ότι οι Χριστιανοί κατέχουν τα 3/4 της κρητικής γης. Και ο Άγγλος πρόξενος στα Χανιά Sandwith σημείωνε το 1875 στην αναφορά του προς τον Βρετανό υπουργό Εξωτερικών ότι οι Χριστιανοί «υποστηρίζουν ότι συγκροτούν τα 3/4 του πληθυσμού και ότι κατέχουν τα 3/4 των ιδιοκτησιών του νησιού».
Ο Ν. Σταυράκης, γενικός γραμματέας της Γενικής Διοίκησης Κρήτης, κατέγραφε ήδη από το 1890 ότι «δημόσιαι ή βασιλικαί γαίαι δεν υπάρχουσι σήμερον εν τη ύπαιθρω χώρα της νήσου. Άπασα η γη ανήκει εις τους ιδιώτας κατοίκους, και αυτά δε τα μη ιδιόκτητα όρη και αι βοσκαί εισί διανεμημένα εις τας κοινότητας των χωρίων». Παρατηρούσε δε ότι μόνο σε τρία ακρωτήρια, Γραμβούσα, Ροδωπό και τη νησίδα Δία, υπήρχαν βοσκές του δημοσίου, που απέδιδαν ετησίως στο δημόσιο ταμείο ένα «ευτελές ποσόν μη υπερβαίνον τας 35.000 γροσίων».
Χιλιάδες τίτλοι που το Κράτος αρνείται να αναγνωρίσει
Η ιδιωτική ιδιοκτησία των κρητικών δασών δεν στηρίζεται σε αόριστους ισχυρισμούς, αλλά σε χιλιάδες νομικά κατοχυρωμένα έγγραφα. Οι ιεροδικαστικοί τίτλοι, τα χοτζέτια, που εκδόθηκαν από τα Ιεροδικεία μέχρι το 1878 είχαν «ισχύ δημοσίου εγγράφου, αποτελούντος πλήρη απόδειξη της εν αυτώ βεβαιωθείσης δικαιοπραξίας», σύμφωνα με το τότε ισχύον δίκαιο. Μετά τη Σύμβαση της Χαλέπας του 1878, η οποία στο άρθρο «Ιδιαίτεραι Διατάξεις» όριζε τη σύσταση «υποθηκοφυλακείων και συμβολαιογραφείων» που «θέλουσι συντάσσει όλα τα έγγραφα ιδιοκτησίας εκτός των φεραγατίων», τη θέση των χοτζετίων ανέλαβαν τα επίσημα συμβολαιογραφικά έγγραφα, που έφεραν την τούγρα, το μονόγραμμα του Σουλτάνου και μεταγράφονταν στα Υποθηκοφυλακεία.
Από τα ιεροδικαστικά αρχεία ξεχωρίζουν ορισμένες χαρακτηριστικές υποθέσεις. Το Ιεροδικείο Ρεθύμνου αναγνώρισε σε Χριστιανούς ιδιώτες την πλήρη κυριότητα 2.500 στρεμμάτων αγριάδας στον Δήμο Μυλοποτάμου, με βάση χοτζέτια, απόφαση που αργότερα επικύρωσε το Εφετείο Κρήτης με την 60/1903 απόφασή του. Το Ανώτατο Ιεροδικαστικό Συμβούλιο Κρήτης αναγνώρισε το 1865, παρουσία του Πασά της Κρήτης, ιδιωτική κυριότητα σε μαδάρα μεταξύ Ασκύφου και Αλικάμπου εκτάσεως χιλιάδων στρεμμάτων. Αξιοσημείωτο: στη συγκεκριμένη περίπτωση κανένας από τους δύο διαδίκους δεν διέθετε τίτλο ιδιοκτησίας, το Ιεροδικείο δέχτηκε την πατρογονική κατοχή ως αποδεικτικό στοιχείο, αναγνωρίζοντας εμμέσως ότι με την κατάκτηση δεν περιήλθαν τα δάση ανεξαιρέτως στο Οθωμανικό δημόσιο.
Από τα συμβολαιογραφικά αρχεία της περιόδου 1879-1899 οι μεταβιβάσεις αγριάδων είναι πολυάριθμες και εντυπωσιακές σε έκταση. Με το συμβόλαιο 12845/1888 του συμβολαιογράφου Χανίων Αχμέτ Δολματζαδέ μεταβιβάστηκαν με μία μόνο πράξη 14 αγριάδες τελείας ιδιοκτησίας στην περιοχή Πελεκάνου και Μουστάκου συνολικής έκτασης περίπου 21.000 στρεμμάτων. Με το 10945/1887 του Δολματζαδέ αγριάδα 1.800 στρεμμάτων στο Βαρύπετρο και με το 430/1879 αγριάδα περίπου 3.500 στρεμμάτων. Επίσης, με απόφαση του Πρωτοδικείου Χανίων 273/1895 αναγνωρίστηκε η πλήρης κυριότητα της Μονής Χρυσοπηγής και δύο Μουσουλμάνων σε μαδάρα χιλιάδων στρεμμάτων μεταξύ Θερίσου και Ποτιστηρίων — με δικηγόρο της Μονής τον ίδιο τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Η Γενική Συνέλευση των Κρητών και η αδιαμφισβήτητη βούληση της εποχής
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η συζήτηση που έγινε στη Γενική Συνέλευση των Κρητών το 1888, υπό την προεδρία του Γενικού Διοικητή Ι. Φωτιάδη Πασά, κατά τη συζήτηση νόμου για την προστασία των δασών. Η λέξη «δημόσια» απαλείφθηκε από τη διατύπωση «δημόσια, δημοτικά και ιδιωτικά δάση», μετά από παρέμβαση πολλών πληρεξούσιων με το αιτιολογικό ότι «στην Κρήτη δεν υπάρχουν δημόσια δάση».
«Τα πλείστα αυτών είναι ιδιωτικά κεκτημένα δια τίτλων και εγγράφων επισήμων», είπε ο πληρεξούσιος Βεξίτ Βέης. «Ηξεύρω ότι εις την επαρχίαν μας τα δάση όλα ανήκουσιν εις τους ιδιώτας δυνάμει τίτλων αναμφισβητήτων», δήλωσε ο επίσης νομικός και πληρεξούσιος Χ. Πολογεωργάκης. «Δεν είναι δημόσια, είναι ιδιωτικά», ήταν η απόλυτη θέση του Μ. Ζερβού. Και ο Μουσουλμάνος πληρεξούσιος Χουσείν Βέης Νεμβεηζαδέ συμπλήρωσε: «Εδώ στα μέρη τα δικά μας δεν υπάρχουν τέτοιες δημόσιες αγριάδαις, αλλά των ιδιοκτητών». Το σχετικό Διάταγμα «Προσωριναί Διατάξεις περί Δασών» που δημοσιεύτηκε στη συνέχεια στην Εφημερίδα της Γενικής Διοίκησης Κρήτης, και έλαβε την έγκριση της Υψηλής Πύλης, αναφερόταν μόνο σε «δημοτικά και ιδιωτικά» δάση.
Επίσης αξιοσημείωτο είναι ότι η Ιταλική Διοίκηση, κατά την επίσημη απογραφή δημόσιας οθωμανικής περιουσίας που διεξήγαγε το 1899 στις επαρχίες Κυδωνίας, Κισσάμου και Σελίνου, επιβεβαίωσε ότι οι δημόσιες αγριάδες ήταν ελάχιστες. Τα αποτελέσματα αυτής της απογραφής συνέπεσαν με την αντίστοιχη απογραφή που διενήργησε η νεοπαγής Κρητική Πολιτεία το 1900, η οποία με χαρακτηριστική σχολαστικότητα κατέγραψε ακόμη και εγκαταλελειμμένους δρόμους και μερικές εκατοντάδες τετραγωνικών μέτρων αγριάδας γύρω από οθωμανικούς πύργους — ενδεικτικό ότι δεν παρέλειψε τίποτα.
Η Κρητική Πολιτεία και η ρητή αναγνώριση ιδιωτικής ιδιοκτησίας
Η Κρητική Πολιτεία, ως αυτόνομο κράτος και νόμιμος διάδοχος του Οθωμανικού δημοσίου στην Κρήτη, δεν επεδίωξε να ιδιοποιηθεί τα δάση, γιατί δεν είχε χρέη για να υποχρεωθεί να τα υποθηκεύσει, ως συνέβη στην υπόλοιπη Ελλάδα. Αντιθέτως, θέσπισε νομοθεσία που ενίσχυε τα ιδιωτικά δικαιώματα. Το Κρητικό Σύνταγμα του 1899 με το άρθρο 107 μετέτρεψε όλα τα βακουφικά κτήματα σε «τελεία ιδιοκτησία» των νόμιμων κατόχων τους. Ο Κρητικός Αστικός Κώδικας με το άρθρο 302 όριζε ότι «υπόκεινται στους περί χρησικτησίας ορισμούς και τα ακίνητα που αποτελούν περιουσία του κράτους», ενώ με το άρθρο 295 ορίζεται ότι «ο επί είκοσι συνεχή έτη νεμόμενος ακίνητο κτάται την κυριότητα αυτού». Κρίσιμο ήταν και το άρθρο 1356, που προσμετρούσε και τον χρόνο κατοχής κατά την Οθωμανική περίοδο, όταν ο θεσμός της χρησικτησίας ήταν άγνωστος στο Οθωμανικό δίκαιο.
Η Κρητική Πολιτεία μάλιστα έβγαλε σε πλειοδοτικό διαγωνισμό για εκμίσθωση τον Ιούλιο του 1900, μόλις 4 μήνες από τη σύστασή της, τις δημόσιες αγριάδες του νομού Χανίων. Ο κατάλογος αυτός είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικός: Τουρκαύλακο, Πιπερές, Μονόλιθος, Μουρί, Γραμβούσα, Κοψοδάσος, Ποντικονήσι, Βελόνα, Κακή Σκάλα, Ορά, Ακάραθος, Χάμπαθα, Τηγάνι, Σφακόλακκος, και ελάχιστες άλλες εκτάσεις στις επαρχίες Σελίνου, Κυδωνίας και Αποκορώνου. Αυτός, και μόνο αυτός, ήταν ο κατάλογος των δημόσιων αγριάδων στη μεγαλόνησο. Ό,τι δεν συμπεριλαμβανόταν σε αυτόν ήταν ιδιωτικό.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν σαφής στη Συντακτική Συνέλευση: τα δικαιώματα του Σουλτάνου εξαντλούνταν στο «να υψοί την Τουρκικήν σημαίαν εν τη νήσω εις ένδειξιν επικυριαρχίας». Και στο υπόμνημα που επέδωσε το 1910 στους Προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων ήταν ακόμα πιο κατηγορηματικός: «Το Οθωμανικόν κράτος πλην της ονοματώδους επικυριαρχίας ουδέν απολύτως διετήρησεν εν Κρήτη πραγματικόν δικαίωμα», δηλαδή τα δικαιώματα του Οθωμανικού δημοσίου περιήλθαν στην κυριότητα της Κρητικής Πολιτείας.
Το Ελληνικό Κράτος αναγνώριζε κι αυτό την ιδιωτική ιδιοκτησία, για δεκαετίες
Το Ελληνικό Κράτος αναγνώριζε κι αυτό την ιδιωτική ιδιοκτησία, για Τα εμπράγματα δικαιώματα που αποκτήθηκαν βάσει ιεροδικαστικών τίτλων και μεταγραμμένων συμβολαίων κατά την Οθωμανική κυριαρχία στην Κρήτη αναγνωρίστηκαν και διασφαλίστηκαν από το Ελληνικό κράτος, σύμφωνα με το άρθρο του ν. 4213/13 με τον οποίο κυρώθηκε η Ελληνοτουρκική Συνθήκη των Αθηνών του 1913. Αλλά και εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι σήμερα σε εφαρμογή του άρθρου 51 του ΕισΝΑΑΑΚ του 1946.
Το ίδιο το Ελληνικό Κράτος, για δεκαετίες μετά την ένωση της Κρήτης, αναγνώριζε ρητά τους ιδιωτικούς τίτλους επί των δασών. Το Βασιλικό Διάταγμα της 16ης Νοεμβρίου 1918 ανέθετε στον Γενικό Διοικητή Κρήτης τη «διαχείριση των ιδιωτικών δασών, όσα αποδεικνύονται ως τοιαύτα νομίμως, συμφώνως προς την γνώμην Επιτροπής».
Στην Αιτιολογική Έκθεση του ν. 3345/1925, αναφέρεται ρητά ότι «ούτε δημόσια αγροτικά δυνάμενα να διατεθώσι υπέρ των εφέδρων υπάρχουσιν εν Κρήτη…Απομένουσιν ούτω μόνον τα Μοναστηριακά κτήματα τα οποία θα ηδύναντο να χρησιμοποιηθώσιν προς εκπλήρωσιν του αναμφισβητήτου καθήκοντος του Κράτους απέναντι των ακτημόνων εφέδρων πολεμιστών Κρήτης». Ακριβώς επειδή δεν υπήρχαν δημόσια δάση, ιδρύθηκαν Εφεδρικά Ταμεία αποκλειστικά μόνο στην Κρήτη, δια της απαλλοτρίωσης μοναστηριακής γης, το μέτρο δεν χρειάστηκε να εφαρμοστεί στην υπόλοιπη Ελλάδα γιατί υπήρχαν δημόσιες εκτάσεις.
Ο Οικονομικός Έφορος Χανίων πιστοποιούσε ακόμη το 1926 με έγγραφό του ότι αγριάδες ανήκαν κατά κυριότητα σε ιδιώτες, ενώ το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο αγόρασε τμήμα αγριάδας με το υπ’ αρ. 3463/1925 συμβόλαιο και απαλλοτρίωσε άλλο για την ανέγερση του Πρεβαντορίου Χανίων, παραδεχόμενο εμπράκτως ότι η έκταση δεν του ανήκε.
Ο Δασάρχης Ηρακλείου έγραφε το 1956 ότι «ουδαμού φαίνεται ότι το Δημόσιον διεκδίκησε δικαιώματα επί των δασών και ταύτα χαρακτηρίζονται ως μη δημόσια, ανήκοντα εις φυσικά ή νομικά πρόσωπα» και εισηγούνταν τη διαχείρισή τους στο μέλλον ως ιδιωτικά, επισημαίνοντας με προφητική διορατικότητα ότι «τυχόν άλλη λύσις επί του ανωτέρω θέματος της ιδιοκτησίας των εν Κρήτη δασών φρονούμεν ότι θέλει δημιουργήσει σοβαρόν κοινωνικόν ζήτημα».
Το 1964 και 1968 εκδόθηκαν βασιλικά διατάγματα με τα οποία απαλλοτριώθηκαν 48.500 στρέμματα πραγματικού δάσους για τη δημιουργία του Εθνικού Δρυμού Σαμαριάς — πράξη που προϋπέθετε αναγνώριση ιδιωτικής κυριότητας. Και με το 53048/1184/9-3-1968 έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας ζητούνταν η εκπόνηση μελέτης αναδάσωσης «κοινοτικών και ιδιωτικών αγριάδων», αναγνωρίζοντας ρητά το ιδιωτικό και κοινοτικό ιδιοκτησιακό καθεστώς.
Η απόφαση που ανέτρεψε τα πάντα — και αμφισβητείται ως ανύπαρκτη
Και ξαφνικά, μέσα σε αυτό το πλαίσιο δεκαετιών αναγνώρισης, εμφανίζεται μια υπουργική απόφαση, η υπ’ αριθμ. 51098/434/22-3-1957, που φέρεται να χαρακτήρισε τα δάση της Κρήτης «διακατεχόμενα», επεκτείνοντας έτσι στην Κρήτη το τεκμήριο δημόσιας κυριότητας. Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με τρεις διαδοχικές Ολομέλειές του — τις 845/1970, 128/1979 και 400/1996 — έχει διαπιστώσει ότι η απόφαση αυτή «στερείται νομοθετικού ερείσματος» και ότι «δεν διευκρινίζεται με βάση ποιες διατάξεις χαρακτηρίστηκαν ως διακατεχόμενα τα δάση της Κρήτης».
Όμως το πρόβλημα είναι βαθύτερο: υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι η απόφαση αυτή μπορεί να μην υπήρξε ποτέ. Δεν δημοσιεύτηκε ποτέ στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, παρά τη συνταγματική υποχρέωση δημοσιότητας κανονιστικών πράξεων. Δεν εντοπίζεται ως εισερχόμενο έγγραφο στις αρχές του Δασαρχείου Χανίων για τους μήνες και έτη που ακολούθησαν. Εμφανίζεται για πρώτη φορά σε βιβλίο στελεχών της Διεύθυνσης Προστασίας Δασών που εκδόθηκε το 1958. Και όταν ζητήθηκε από το Υπουργείο η αποστολή της, το Υπουργείο απέστειλε ένα εντελώς διαφορετικό έγγραφο με τον ίδιο αριθμό πρωτοκόλλου: μια επιστολή του Υφυπουργού Γεωργίας Δ. Μανέντη προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, με την οποία ζητούσε να εγκριθεί η μετάβαση νομικού συμβούλου στην Κρήτη «προς εξέτασιν του παρά τη αρμοδία Δ/νσει Δασών του Υπουργείου εκκρεμούντος θέματος της ιδιοκτησίας των δασών Κρήτης και σύνταξιν σχετικής εκθέσεως». Μια επιστολή, δηλαδή, που κινούσε τη διαδικασία η οποία θα έπρεπε να έχει προηγηθεί της εν λόγω απόφασης — και που φέρει ακριβώς την ίδια ημερομηνία με αυτήν.
Πρώτη φορά η απόφαση εμφανίζεται σε επίσημο κυβερνητικό έγγραφο το 1970, όταν ο τότε υπουργός Γεωργίας της Χούντας Αλ. Ματθαίου την επικαλέστηκε για να λάβει γνωμοδότηση από το ΝΣΚ. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι μια απόφαση του 1957 «ανακαλύπτεται» ουσιαστικά από τη δικτατορία 13 χρόνια αργότερα.
Από την αντιπαραβολή των δύο εγγράφων που φέρουν τον ίδιο αριθμό πρωτοκόλλου προκύπτει μια βάσιμη υπόθεση: η φερόμενη υπουργική απόφαση 51098/434/22-3-1957 για τα διακατεχόμενα δάση της Κρήτης είναι πέρα από νομικά ανυπόστατη και κατά πάσα πιθανότητα ανύπαρκτη στην πραγματικότητα.
Αυθαίρετες παραδοχές και ιστορικές διαγραφές
Η επιχειρηματολογία του Ελληνικού Δημοσίου εδράζεται σε δύο παραδοχές που τόσο η ιστορία όσο και η νομική λογική αρνούνται κατηγορηματικά. Η πρώτη είναι η υιοθέτηση της ισλαμικής θεοκρατικής άποψης ότι οι «νεκρές γαίες», δηλαδή οι αδούλευτες, μη καλλιεργούμενες εκτάσεις, ανήκαν εξ ορισμού στον Σουλτάνο. Αυτή η παραδοχή, ωστόσο, αναιρείται ρητά από τον ίδιο τον Κανουνναμέ της Κρήτης, ο οποίος ακριβώς επειδή ήθελε να αποκλείσει αυτήν τη θεοκρατική λογική, αναγνώρισε την ιδιωτική κυριότητα ανεξαρτήτως καλλιέργειας.
Η δεύτερη παραδοχή, ίσως η πιο ανιστόρητη από τις δύο, είναι ότι το Ελληνικό Δημόσιο είναι άμεσος διάδοχος του Οθωμανικού στην Κρήτη, «δικαιώματι πολέμου», δηλαδή σαν να απελευθερώθηκε η Κρήτη από τα Ελληνικά στρατεύματα. Αυτός ο ισχυρισμός διαγράφει εντελώς την ύπαρξη της Κρητικής Πολιτείας, ενός πλήρως αυτόνομου κράτους με σύνταγμα, κοινοβούλιο, ίδιο νόμισμα και αυτοτελές δίκαιο, που λειτούργησε από το 1898 έως το 1913. Το Πρωτοδικείο Χανίων με την 68/1915 απόφασή του ξεκαθάρισε ότι «τα εις το Οθωμανικόν Δημόσιον ανήκοντα δικαιώματα επί ακινήτων της Νήσου περιήλθον αυτοδικαίως εις την Κρητικήν Πολιτείαν». Και το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο εμφανιζόταν σε δεκάδες δικαστικές αποφάσεις της πρώτης δεκαετίας μετά την ένωση με τη σταθερή διατύπωση «ως διάδοχο του Δημοσίου της τέως Κρητικής Πολιτείας».
Το αδιέξοδο και η αναγκαία λύση
Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους έχει επανειλημμένα επισημάνει ότι «είναι αδικαιολόγητη η επί μακρά σειρά ετών εξακολούθηση της ισχύος αυτής της μετέωρης καταστάσεως» και έχει ζητήσει τη «δια νομοθετικής ρυθμίσεως οριστική επίλυση του ζητήματος». Ο σημερινός νομοθέτης, αναγνωρίζοντας εμμέσως τα ιστορικά δεδομένα, έχει ήδη περιλάβει στο άρθρο 62 του ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε από τον ν. 4280/2014, ειδική πρόβλεψη που αναγνωρίζει ότι το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου δεν ισχύει για την Κρήτη. Αυτό δε ενισχύεται και από το άρθρο 152 του ν. 4819/21 και το άρθρο 10 του ν. 3208/2003.
Αιώνες οθωμανικής νομολογίας, δεκαετίες ελληνικής κυβερνητικής αναγνώρισης, χιλιάδες επίσημα νομικά έγγραφα, δεκάδες δικαστικές αποφάσεις και τρεις διαδοχικές γνωμοδοτήσεις του ανώτατου νομικού οργάνου του κράτους δείχνουν αδιαμφισβήτητα προς την ίδια κατεύθυνση: τα δάση και οι δασικές εκτάσεις της Κρήτης δεν υπήρξαν ποτέ, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, δημόσια. Μια νομικά ανυπόστατη, και κατά πάσα πιθανότητα ανύπαρκτη, υπουργική απόφαση δεν μπορεί να διαγράψει αιώνες ιστορίας και να αποστερήσει από τους κατοίκους της Κρήτης την πατρογονική τους περιουσία.
Εν κατακλείδι, το δημόσιο, όχι μόνο δεν τηρεί νόμους του κράτους, αλλά και μετέρχεται πλάγια μέσα για να ιδιοποιηθεί πατρογονικές περιουσίες δεκάδων χιλιάδων Κρητικών που για πολλές δεκαετίες τις φορολογούσε ως ιδιωτικές.



