Η ιστορική μνήμη συχνά ανασύρεται μέσα από τις πιο απρόβλεπτες φωνές. Ο Τζίμης Πανούσης, ένας καλλιτέχνης που ταύτισε την πορεία του με την αιχμηρή κοινωνική κριτική, είχε καταθέσει μια οπτική για την ελληνική εξωτερική πολιτική που παραμένει, δεκαετίες μετά, αντικείμενο προβληματισμού. Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκε η περίοδος 1992-1993, η διακυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και ο στρατηγικός ρόλος της βάσης της Σούδας, σε μια προσπάθεια να αναδειχθεί το βάρος της εθνικής ευθύνης σε διεθνείς συρράξεις.
Η αναφορά του Πανούση στην πρωθυπουργία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη κατά την περίοδο 1992-1993 δεν είναι τυχαία. Ήταν μια εποχή έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων, κατά την οποία η Ελλάδα κλήθηκε να προσδιορίσει τη θέση της στον νέο διεθνή χάρτη μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Ο καλλιτέχνης, με το χαρακτηριστικό του ύφος, υπογραμμίζει την υπογραφή της σύμβασης με τις Ηνωμένες Πολιτείες για τη βάση της Σούδας ως ένα κομβικό σημείο που καθόρισε την ελληνική εμπλοκή σε μέτωπα πέρα από τα σύνορά της.
Η Σούδα, από ένα απλό σημείο στον χάρτη της Κρήτης, μετατράπηκε σε έναν κρίσιμο κρίκο της αλυσίδας των επιχειρήσεων στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Για τον Πανούση, η υπογραφή αυτής της συμφωνίας δεν ήταν απλώς μια διπλωματική κίνηση, αλλά η επίσημη σφραγίδα μιας συμμετοχής που θα είχε άμεσες συνέπειες σε ανθρώπινες ζωές μακριά από την ελληνική επικράτεια.
Το πιο καίριο σημείο της παρέμβασης αφορά τη σύνδεση της ελληνικής διευκόλυνσης μέσω της Σούδας με τις πολεμικές επιχειρήσεις στο Ιράκ. Ο Πανούσης χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα για να περιγράψει αυτό που θεωρεί ως άμεση συμμετοχή της χώρας: τη χρήση ελληνικού εδάφους ως ορμητηρίου για επιθέσεις που οδήγησαν στον θάνατο αμάχων και στρατιωτών.
Η θέση του είναι σαφής: η παροχή υποδομών ισοδυναμεί με συμμετοχή στην πράξη. Η επισήμανση ότι «έχουμε συμμετοχή» και ότι αυτό πρέπει να λέγεται «όσο και αν ενοχλεί», αναδεικνύει μια απαίτηση για διαφάνεια και ηθική λογοδοσία στην εξωτερική πολιτική.
Είχε πει πιο συγκεκριμένα ο Τζίμης Πανούσης:
Αλλά ας επανέλθω στον Μητσοτάκη. Εμένα μου αρέσει, τον θαυμάζω. Μου άρεσε το ’93, όταν ήταν πρωθυπουργός. Ήταν πρωθυπουργός τότε, από το ’92 μέχρι και το ’93.
Θυμάμαι τότε που υπογράφτηκε η σύμβαση με τους Αμερικανούς για τη Σούδα. Από εκεί δηλαδή ξεκινάνε και σκοτώνουμε τους Ιρακινούς, γιατί έχουμε συμμετοχή. Εμείς πρέπει να το λέμε αυτό, όσο και αν ενοχλεί ορισμένους.
Αντί να σοκάρονται ορισμένοι με την Παναγία —που την παρουσίασα ως “κότα”— ας σοκαριστούν με κάποια άλλα θέματα που είναι πολύ πιο σοβαρά. Συμμετέχουμε ενεργά στους βομβαρδισμούς. Δηλαδή, απογειώνονται από εκεί τα αεροπλάνα, πάνε και βομβαρδίζουν στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, και θα πάνε και στο Ιράν.»



