Από τη σελίδα thedanceofbeing.blogspot.com
Η Γαύδος είναι ένα μικρό νησί νότια της Κρήτης: το νοτιότερο σημείο Ελλάδας και Ευρώπης. Ένα ξερό οικοσύστημα, στο οποίο δεσπόζουν αμμόλοφοι, κέδροι και πεύκα. Για να την φτάσεις από την Αθήνα, πρέπει να πάρεις το καράβι για τα Χανιά, να μεταβείς στη νότια άκρη του νομού, και από κει να πάρεις το καραβάκι για τη Γαύδο (ένα καραβάκι μικρό και ευαίσθητο στον κακό καιρό… τον χειμώνα ενίοτε συμβαίνει να έχει απαγορευτικό για δέκα ή και περισσότερες μέρες).
Στη Γαύδο ζουν πολύ λίγοι μόνιμοι κάτοικοι, οι περισσότεροι είναι μεγαλύτερης ηλικίας. Στην καρδιά του χειμώνα συχνά συμβαίνει να βρίσκονται λιγότερες από 80 ψυχές στο νησί. Στο νησί δεν υπάρχει βενζινάδικο ή φαρμακείο, ενώ μόλις πέρσι εγκατέλειψε το νησί και η τελευταία εναπομείνασα οικογένεια, επειδή δεν υπήρχε γυμνάσιο για να φοιτήσουν τα παιδιά της.

Το καλοκαίρι, το νησί γεμίζει από παραθεριστές, και από μικροεπιχειρηματίες και εργάτες που ασχολούνται με τον τουρισμό και ξαναφεύγουν από το νησί με το πέρας της σαιζόν. Εξαιτίας του μικρού του μέγεθος και της δυσπρόσιτης τοποθεσίας του, το νησί να έχει διατηρήσει σε μεγάλο βαθμό τον παραδοσιακό του χαρακτήρα και να αποτελεί προορισμό διακοπών για κόσμο που αναζητά όχι πολυτελή διαμονή και ξεφάντωμα, αλλά κάτι απλό, αυθεντικό και κοντά στη φύση, μακριά από την εμπορευματικοποίηση, τα τσιμέντα, την ηχορύπανση και τη φωτορύπανση. Τις τελευταίες δεκαετίες η οικονομία της Γαύδου ζει, κατ’ουσίαν, από τους καλοκαιρινούς παραθεριστές, που στη μεγάλη πλειοψηφία τους την επισκέπτονται για να κάνουν ελεύθερη κατασκήνωση.

Ο πρώτος παραθεριστικός προορισμός για τους κατασκηνωτές στην Γαύδο ήταν η βορειοανατολική παραλία του Σαρακήνικου. Όταν πρωτοέφτασαν εκεί κατασκηνωτές αντίκρυσαν μια παρθένα παραλία περιτριγυρισμένη από αμμοθίνες και κέδρους. Σήμερα η παραλία αυτή είναι περιτριγυρισμένη από δεκάδες κτήρια, και το τοπίο θυμίζει κάτι από το τοπία που συναντούσες σε πολλά ελληνικά νησιά στα 80’s και τα 90’s: ελεύθεροι κατασκηνωτές, ταβέρνες, μίνι-μάρκετ και ενοικιαζόμενα δωμάτια, όλα στην ίδια παραλία.

Μόλις πριν τρία χρόνια, ο δήμος του νησιού αποφάσισε να ξεκινήσει να αστυνομεύει τον γυμνισμό, ο οποίος εξ απαρχής των πρώτων κατασκηνωτών εκεί ήταν συνηθισμένο φαινόμενο, εγκαθιστώντας ταμπέλα και κάνοντας συλλήψεις (μάλιστα μέχρι και στο BBC δημοσιεύτηκε άρθρο με τίτλο “Gavdos: The European island known for nudity” στο οποίο αναφέρεται:
“many worry that the recent ban on nudity at Sarakiniko may soon extend elsewhere in Gavdos, and thus endanger the island’s DNA”).
Όσο το Σαρακίνηκο «αναπτυσσόταν», τόσο και περισσότεροι κατασκηνωτές μεταφέρονταν προς το πιο απρόσιτο βορειοδυτικό κομμάτι του νησιού. Για να φτάσει κανείς στις παραλίες αυτές, πρέπει να φτάσει μέχρι το τέλος του δρόμου (όπου βρίσκονται σήμερα τρεις ταβέρνες και δυο μίνι-μάρκετ, που τον χειμώνα παραμένουν κλειστά), και από εκεί να περπατήσει παραλιακά κατά μήκος του μονοπατιού: στα 10-15 λεπτά φτάνει στην παραλία του Άι-Γιάννη, στα 30-40 λεπτά στην παραλία του Λαυρακά, στα 45-60 λεπτά στην παραλία της Σταυρόλιμνης, και στη μια-μιάμιση ώρα στην παραλία του Πύργου.

Σε όλη αυτή την περιοχή, το φυσικό τοπίο εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να παραμένει ανέγγιχτο: ένα τοπίο στο οποίο δεσπόζουν αμμοθίνες, κέδροι και πεύκα, απρόσιτο από οποιουδήποτε είδους μεταφορικά μέσα, χωρίς ίχνος τσιμέντου, ηλεκτρισμό ή τρεχούμενο νερό. Σε αυτή την περιοχή, με το πέρασμα των δεκαετιών, οι κατασκηνωτές έφτιαξαν σιγά-σιγά τις λεγόμενες «καβάτζες»: κάποιες από αυτές δεν είναι απλά ένας κέδρος που προσφέρει καλή σκιά περιτριγυρισμένος από μια σειρά πετρούλες, άλλες έχουν τοποθετημένες πέτρες ή κάποιο ξύλο που συνθέτουν ένα λίγο πιο βολικό κάθισμα, άλλες έχουν πέτρες τοποθετημένες η μια πάνω στην άλλη σε ύψος λίγων δεκάδων εκατοστών που να βοηθούν την άμμο να παραμένει επίπεδη.

Από την παραλία του Λαυρακά και μετά —όταν πλέον έχεις απομακρυνθεί αρκετά από τον «πολιτισμό»— θα συναντήσεις και ένα πηγάδι, όπως και ένα μικρό πλυσταριό, κάπου κρυμμένο μπορεί να συναντήσεις και κανέναν αυτοσχέδιο πετρόφουρνο (κάπου εκεί βρίσκεται ακόμα και ένας αυτοσχέδιος κεραμικός κλίβανος, ο οποίος ξανακρύβεται μετά από κάθε χρήση!)… όλα φτιαγμένα από την «κοινότητα», δηλαδή από κόσμο που έχει αγαπήσει το νησί, που το νοιάζεται, και που το επισκέπτεται ξανά και ξανά. Μέχρι προχθές, σε δυο-τρία σημεία θα συναντούσες και μικρά «καφενεία» (όχι κάτι παραπάνω από ένα τραπέζι περιτριγυρισμένο από ένα-δυο ξύλινα παγκάκια, φτιαγμένα από ξύλα που έχει ξεβράσει η θάλασσα), σημεία σκιάς που αποτελούσαν κοινόχρηστους χώρους κοινωνικοποίησης: περνώντας από κει το καλοκαίρι έβλεπες κόσμο να κάθεται στη σκιά, να κουβεντιάζει, να παίζει σκάκι, να φτιάχνει καφέ, να παίζει ζωντανή μουσική, να ζωγραφίζει πέτρες με νερομπογιές, να διοργανώνει ολιγοήμερες εξορμήσεις σε (ακόμα πιο) απομακρυσμένες παραλίες… και με ένα απλό «γειά» μπορούσε ο οποιοσδήποτε να αναμιχθεί και να συμμετάσχει.

Η «κοινότητα» είχε τοποθετήσει και καλαίσθητες πινακίδες —ξύλινες και ζωγραφισμένες με μεράκι στο χέρι— οι οποίες ενημερώνουν τους επισκέπτες που ακόμα δεν γνωρίζουν το νησί για την ιδιαιτερότητα και την ευαισθησία του τοπικού περιβάλλοντος: οι κέδροι, που με το πλούσιο ριζικό τους σύστημα επιβραδύνουν την διάβρωση (στην οποία η Γαύδος —ένα νησί από άμμο, άργιλο και αμμόλιθους— είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητη), σε αυτό το ξερό περιβάλλον μεγαλώνουν πολύ αργά: είναι σημαντικό οι επισκέπτες που δεν έχουν ακόμα αναπτύξει μια πιο ευαίσθητη αντίληψη για το πώς να συμβιώνουν με το οικοσύστημα, να τους προσέχουν, και να μην σπάνε καθόλου κλαδιά και ρίζες που τους «ενοχλούν»… Στην Γαύδο επικρατεί η κουλτούρα του να μην επιβάλεις την δική σου θέληση στο φυσικό τοπίο, αλλά να προσαρμόζεσαι εσύ σε αυτό. Επίσης, είναι σημαντική η ευαισθητοποίηση περί συλλογής όλων των σκουπιδιών, βιοδιασπώμενων σαπουνιών, κοκ.

Στην πάροδο των δεκαετιών, υπήρξαν και κάποιοι άνθρωποι που αγάπησαν τόσο αυτή τη φύση που αποφάσισαν να προσπαθήσουν να μείνουν πιο μόνιμα εκεί. Ανά τα χρόνια, οι άνθρωποι αυτοί κατασκεύασαν με τα χέρια τους μερικά μικρά καλυβάκια, τα οποία έφτασαν να αριθμούν περί τα είκοσι σε όλο το νησί και τα περισσότερα από αυτά βρίσκονταν διεσπαρμένα στο Κεδρέ —το δάσος ανάμεσα στις παραλίες του Λαυρακά και της Σταυρόλιμνης— σε καλά κρυμμένα σημεία. Ήταν κατασκευασμένα σχεδόν εξολοκλήρου από φυσικά υλικά (κυρίως από ξύλα που ξεβράζει η θάλασσα, κλαδιά και άργιλο), χωρίς κάτι ξενόφερτο (χωρίς ίχνος από οικοδομικά υλικά όπως τσιμέντο, τούβλα, σίδερα, κλπ) εκτός από μια κάποια επένδυση από μουσαμάδες ή νάυλον για να επιτευχθεί μια σχετική αδιαβροχοποίηση, χωρίς οποιουδήποτε είδους θεμέλια ή χρήση μηχανημάτων, και χωρίς να κοπεί ούτε ένα δέντρο. Τα καλύβια αυτά, όπως και τα ανοιχτά «καφενεία» και το πηγάδι που βρίσκονταν σε πιο κεντρικές τοποθεσίες, όλα φτιαγμένα από ανθρώπους που βρίσκονταν εκεί επειδή η ομορφιά του τόπου τους γέννησε την επιθυμία να ζήσουν μια ιδιαίτερα απλή και λιτή —και κάπως μοναχική— ζωή κοντά της, χαρακτηρίζονταν από μια συγκινητική αισθητική ευαισθησία, πλήρως εναρμονισμένη με το φυσικό τοπίο. Οι εικόνες που αντίκρυζες παρέπεμπαν σε εποχές των παππούδων και των προπάππουδών μας, και όλες μαζί συνέθεταν μια συνθήκη που επέτρεπε και προέτρεπε μια αυθεντική ανθρώπινη επαφή που στις μέρες μας έχει εκλείψει.

Η πιο μόνιμη αυτή «κοινότητα», αποτελούνταν από ανθρώπους όλων των ηλικιών (από νέους έως και ηλικιωμένους): κάποιοι από αυτούς έμειναν εκεί λίγους χειμώνες και μετά προχώρησαν, άλλοι έμειναν μερικά χρόνια, έφυγαν και ξαναγύρισαν, άλλοι έμειναν μόνιμα εκεί για δεκαετίες. Οι καλύβες τους, οι μικρότερες από τις οποίες ήταν διαστάσεων όχι μεγαλύτερων από 6-7 τετραγωνικά (και οι υπόλοιπες μόνο λίγα τετραγωνικά μεγαλύτερες), ήταν καλύβες χωρίς ιδιοκτήτες: όταν μια καλύβα έμενε άδεια μπορούσε όποιος ήθελε να την χρησιμοποιήσει. Οι άνθρωποι που έμεναν εκεί βιοπορίζονταν άλλοι δουλεύοντας το καλοκαίρι (άλλος ήταν μάγειρας, άλλος σερβιτόρος, κοκ) και άλλοι το χειμώνα (κάνοντας από μεροκάματα για να βοηθήσουν τους πιο ηλικιωμένους ντόπιους του νησιού σε κουβαλήματα, έως καλύπτοντας εποχιακές θέσεις στον δήμο). Η κοινότητα αυτή, με την μόνιμη παρουσία της, από επισκέπτης μετατράπηκε σιγά-σιγά σε θεματοφύλακα του τόπου και της κουλτούρας ελευθερίας και σεβασμού που με τα χρόνια αναπτύχθηκε σε αυτόν: μια χούφτα ανθρώπων που καθάριζαν τις παραλίες από τα σκουπίδια που ξέβραζε όλο το χειμώνα η θάλασσα (καθώς και από τα —λιγοστά ευτυχώς— σκουπίδια που άφηναν πίσω τους οι καλοκαιρινοί επισκέπτες), που είχαν διασπείρει πυροσβεστήρες στο δάσος ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν ακαριαία σε πιθανή ανάφλεξη πυρκαγιάς στον τόπο τους, που αποτελούσαν τα «μάτια του δάσους» όλο το εικοσιτετράωρο και όλο το χρόνο, και που μεταλαμπάδευαν την αγάπη και την ευαισθησία τους στους νεότερους επισκέπτες.

Με τα χρόνια, μάλιστα, οι κέδροι στην Γαύδο μετατράπηκαν, από απλώς γοητευτικά δέντρα, σε κάτι απολύτως ιερό, και η καταστροφή έστω και ενός κλαδιού τους έφτασε να αντιμετωπίζεται ως ένα απαράβατο ηθικό ταμπού. Και αυτό ήταν κάτι απολύτως ταιριαστό στις περιστάσεις: αν ο κάθε επισκέπτης έσπαγε και από ένα κλαδάκι αυτών των δέντρων (τα οποία μεγαλώνουν μόλις ένα-δυο εκατοστά το χρόνο), σε λίγα χρόνια το κεδρόδασος θα είχε καταστραφεί. Η μόνιμη παρουσία αυτής της κοινότητας είχε ως αποτέλεσμα, μετά από δεκαετίες επίσκεψής του από εκατοντάδες κατασκηνωτές κάθε καλοκαίρι, το κεδρόδασος να εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να βρίσκεται σε εξαιρετική υγεία και να διατηρεί ανέπαφη την μαγευτική του ομορφιά (σε αντίθεση με αντίστοιχα οικοσυστήματα στις νότιες ακτές της Κρήτης —που αποτελούν δημοφιλείς κατασκηνωτικούς προορισμούς αλλά όπου δεν υπάρχουν παρόμοιες κοινότητες— η κατάσταση των οποίων έχει πια υποβαθμιστεί σε θλιβερό βαθμό).

Το τελευταίο σημείο είναι ίσως και το πιο σημαντικό: χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν «άγιοι» ή τέλειοι, ή ότι δεν είχαν ποτέ έριδες και δεν έκαναν ποτέ λάθη —κανείς μας δεν είναι τέλειος και ο χαρακτήρας του καθενός μας είναι ένα έργο σε εξέλιξη, εξάλλου—, οι άνθρωποι της κοινότητας αυτής, έχοντας επιλέξει ενσυνείδητα να αφήσουν την πόλη και να ζήσουν επί χρόνια σε αυτή τη μοναδική κατάσταση, και έχοντας περάσει μέσα από προσωπικές και διαπροσωπικές τριβές και ζυμώσεις δεκαετιών, προσέφεραν σε όλους εμάς που είχαμε την καλή τύχη να επισκεφτούμε το νησί και να συναναστραφούμε μαζί τους, μια ανεκτίμητη ευκαιρία να περάσουμε χρόνο σε μια συνθήκη απαράμιλλης ομορφιάς, αυθεντικότητας, αλληλοσεβασμού, ελευθερίας και απτής αγάπης προς τη φύση και τον συνάνθρωπο. Μια συνθήκη η οποία συμπληρωνόταν και ανατροφοδοτούνταν από την σπάνια ποιότητα των ανθρώπων που προσέλκυε: ανθρώπους σκεπτόμενους και ευαίσθητους, μουσικούς και καλλιτέχνες, ανθρώπους με μεράκι για την ομορφιά και με ζωντάνια στα μάτια, από όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Αποτελούσε έναν πνεύμονα όχι απλά οξυγόνου, αλλά ουσιαστικού πολιτισμού και ανθρωπιάς.

Αυτή η μικροσκοπική κοινότητα —αυτό το εξελισσόμενο πείραμα ουσιαστικής συνύπαρξης ανθρώπου και φύσης την επιτυχία του οποίου μπορούσαν να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι όσοι είχαν τα τελευταία χρόνια την τύχη να μείνουν για λίγες έστω μέρες στο Κεδρέ— ήταν που κατεδαφίστηκε τόσο ακαριαία και βίαια από την εισβολή των ΜΑΤ και των αλυσοπρίονων που είδαμε στις εικόνες που κυκλοφορούν από το κεδρόδασος της Γαύδου, σταλμένων από ανθρώπους για τους οποίους ο κέδρος της Γαύδου όχι απλά δεν είναι ιερός, αλλά δεν αποτελεί παρά ένα ακόμα δέντρο που στέκεται ανάμεσα σε αυτούς και τα σχέδιά τους. Το κράτος εκδίωξε από ένα ακριτικό νησί που γερνάει και ερημώνει, μια μικρή κοινότητα που δεν έβλαπτε αλλά που φρόντιζε και υποστήριζε τον τόπο.

Σε μια περίοδο που το σκοτάδι από πολέμους, φτώχεια και κατάρρευση του κοινωνικού ιστού βαθαίνει με ολοένα και ταχύτερους ρυθμούς (και ενώ κάνει τα στραβά μάτια σε μια αμέτρητη πληθώρα αυθαιρέτων που έχουν κατασκευαστεί με οικοδομικά υλικά, τσιμέντα και εκσκαφείς), το κράτος, με πρόφαση τη νομιμότητα και τη προστασία της φύσης, επέλεξε να καταστρέψει μια από τις τελευταίες μικροσκοπικές εστίες ελεύθερης έκφρασης και ουσιαστικής συνύπαρξης ανθρώπου και φύσης… επέλεξε να γκρεμίσει μια από της τελευταίες πηγές ανθρωπιάς και ουσιαστικού —ζωντανού!— πολιτισμού στη χώρα μας.

Πολλοί από εμάς μπορεί να έχει τύχει να αντικρύσουμε σε κάποια απομακρυσμένη παραλία, παραπήγματα-τρώγλες που υποβαθμίζουν την αισθητική του παρθένου τοπίου και ενίοτε αποτελούν και εστίες μόλυνσης… ή να έχουμε συναντήσει τους λεγόμενους «παραλιάρχες», που θεωρούν την φύση τσιφλίκι τους και επιβάλλονται με αυταρχικότητα στους πιο προσωρινούς παραθεριστές. Έτσι, διαβάζοντας σε κάποιο δημοσίευμα ότι «παρουσία δυνάμεων της αστυνομίας καταστράφηκαν τα παραπήγματα τις Γαύδου», είναι εύλογο να μας δοθεί η εικόνα της εφαρμογής της νομιμότητας, της προστασίας του περιβάλλοντος και της διαφύλαξης της δημόσιας ελεύθερης χρήσης των παραλιών.
Είναι ακριβώς η μοναδικότητα της συνθήκης που επικρατούσε στο Κεδρέ, που το κάνει δύσκολο να κατανοηθεί η πραγματική της σημασία από κάποιον που δεν επισκέφτηκε και δεν έζησε λίγες έστω μέρες μέσα στο κεδρόδασος του Λαυρακά. Η κοινότητα αυτή δεν ήταν τίποτα λιγότερο από ένα ζωντανό εξελισσόμενο παράδειγμα ενός διαφορετικού τρόπου ζωής: πρότεινε έναν διαφορετικό τρόπο αξιοδότησης της ανθρώπινης ύπαρξης, έναν τρόπο ουσιαστικής συνύπαρξης ανθρώπου και φύσης, και έναν τρόπο αυθεντικής ανθρώπινης επαφής… τρεις πτυχές που η κάθε μια τους δεν μπορεί να υπάρξει δίχως τις άλλες. Το σβήσιμο αυτή της κοινότητας δεν αποτελεί μόνο μια ακόμα επιλεκτική —και άρα άδικη— εφαρμογή της «νομιμότητας», ούτε μόνο μια ακόμα αναντιστοιχία μεταξύ γράμματος και ουσίας του νόμου (όπου μια κοινότητα που αγαπούσε και διαφύλλατε έμπρακτα την φύση ξεριζώθηκε με πρόφαση την προστασία της από ένα κράτος που έχει δείξει ενδιαφέρον μόνο για την εκμετάλλευσή της)… το σβήσιμο αυτής της κοινότητας αποτελεί το σβήσιμο των αποδείξεων ότι ένας διαφορετικός κόσμος είναι εφικτός.
Στην Ελλάδα έχουμε βαλθεί να καταστρέψουμε οι ίδιοι τον τόπο μας… να τον απογυμνώσουμε από οτιδήποτε έχει ψυχή και ομορφιά… να τον μετατρέψουμε σε είδος προς κατανάλωσιν και να τον ξεπουλήσουμε στον οποιονδήποτε πλειοδότη.
Ας ξυπνήσουμε επιτέλους! Έστω και τώρα, πέντε λεπτά πριν τα βαθιά μεσάνυχτα, ας προσπαθήσουμε να διασώσουμε οτιδήποτε μας έχει απομείνει. Ας παλέψουμε για να έχουν κάποτε και τα παιδιά μας την ευκαιρία να βιώσουν λίγες στιγμές ελευθερίας κάτω τον έναστρο ουρανό, μέσα στην παρθένα φύση…




