Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η πολιτική διαχείρισης του αστικού και παρακτίου πρασίνου στον Δήμο Πλατανιά, μετά από δημόσια καταγγελία για εκτεταμένες παρεμβάσεις σε δέντρα που αφήνουν πίσω τους εικόνες «αποψίλωσης». Η υπόθεση, η οποία έλαβε δημοσιότητα μέσω ανάρτησης του δημοσιογράφου Νίκου Αγγελάκη, αναδεικνύει το διαχρονικό χάσμα μεταξύ της αναγκαιότητας για συντήρηση των δέντρων και των πρακτικών που οδηγούν στην οριστική υποβάθμιση του φυτικού κεφαλαίου της περιοχής.
Η πρόσφατη δημόσια παρέμβαση του δημοσιογράφου Νίκου Αγγελάκη έφερε στο φως μια εικόνα που προκαλεί προβληματισμό στους κατοίκους και τους επισκέπτες της δυτικής Κρήτης. Στην παραλία του Ταυρωνίτη, μια περιοχή με ιδιαίτερο φυσικό κάλλος, τα εμβληματικά αλμυρίκια—δέντρα απόλυτα προσαρμοσμένα στο παραθαλάσσιο περιβάλλον—αντικαταστάθηκαν από αυτό που ο καταγγέλλων περιγράφει ως «όρθια κούτσουρα».
Η κατάσταση δεν φαίνεται να περιορίζεται στην παραλιακή ζώνη. Παρόμοιες εικόνες καταγράφονται και έξω από τις εγκαταστάσεις της ΔΕΥΑΒΑ (Διαδημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Βόρειου Άξονα), όπου ευκάλυπτοι μεγάλου μεγέθους υπέστησαν δραστικό κλάδευμα, χάνοντας τον όγκο και τη σκιά που προσέφεραν. Το ερώτημα που τίθεται πλέον επιτακτικά προς τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου Πλατανιά είναι αν αυτές οι παρεμβάσεις ακολουθούν επιστημονικά κριτήρια ή αν αποτελούν μια βίαιη λύση σε ένα πρόβλημα διαχείρισης.
Πιο αναλυτικά, σε ανάρτησή του αναφέρει:
Όλα τα κατακόβουν
Τη μανία και αυτή…
…….
Στην παραλία του Ταυρωνίτη αντικρίσαμε αυτό το θέαμα, με τα πρώην αλμυρίκια, που μετέτρεψαν σε κούτσουρα όρθια.
Εξω από τη ΔΕΥΑΒΑ πάλι τα ίδια με τους ευκαλύπτους.
Θα αφήσουν τίποτα όρθιο;
Μία απάντηση πάντως από τους αρμοδίους στο Δήμο Πλατανιά, δεν θα έβλαπτε







Η πρακτική του «κεφαλώματος» και οι επιπτώσεις της
Η τεχνική που εφαρμόζεται όλο και πιο συχνά από δήμους και στα Χανιά είναι γνωστή στη δασοπονία και την κηποτεχνία ως «κεφάλωμα» ή «κορφολόγημα» (pollarding/topping). Πρόκειται για την αφαίρεση ολόκληρης της κόμης του δέντρου, αφήνοντας μόνο τον κεντρικό κορμό ή τους κύριους βραχίονες.
Αν και ορισμένα είδη, όπως τα αλμυρίκια και οι ευκάλυπτοι, διαθέτουν τη δυνατότητα να «ξαναπετάξουν» βλαστούς (μέσω λανθανόντων οφθαλμών), η πρακτική αυτή θεωρείται από πολλούς ειδικούς ως επιζήμια.
Οι νέοι βλαστοί που αναπτύσσονται μετά από ένα τόσο βίαιο κόψιμο είναι συχνά «λαίμαργοι»—αναπτύσσονται ταχύτατα αλλά είναι δομικά αδύναμοι, καθώς συνδέονται μόνο επιφανειακά με τον κορμό. Αυτό καθιστά το δέντρο πιο επικίνδυνο στο μέλλον, καθώς οι νέοι κλάδοι είναι επιρρεπείς σε θραύση κατά τη διάρκεια ισχυρών ανέμων.
Οικονομία vs Οικολογία: Το κίνητρο πίσω από το πριόνι
Η συστηματική επιλογή της δραστικής κοπής των δέντρων από τη βάση της κόμης τους συχνά υπαγορεύεται από λόγους οικονομίας. Η σωστή συντήρηση του πρασίνου απαιτεί εξειδικευμένο προσωπικό και τακτικές, ελαφρές παρεμβάσεις σε ετήσια βάση, γεγονός που αυξάνει το κόστος για τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Αντιθέτως, το «βαθύ» κλάδεμα απαλλάσσει τον εκάστοτε δήμο από την ανάγκη συντήρησης για αρκετά χρόνια, καθώς το δέντρο χρειάζεται χρόνο για να ανακάμψει. Το τίμημα, ωστόσο, είναι συχνά η ξήρανση του φυτού. Οι μεγάλες πληγές που δημιουργούνται στον κορμό αποτελούν πύλες εισόδου για μύκητες και έντομα, ενώ η έλλειψη φυλλώματος εμποδίζει τη φωτοσύνθεση, οδηγώντας το δέντρο σε σταδιακή εξάντληση και θάνατο.
Βεβαίως, στις φωτογραφίες που ανέρτησε ο Νίκος Αγγελάκης φαίνεται ότι δεν μιλάμε πλέον για κάποιο βαθύ κλάδεμα αλλά σε πολλές περιπτώσεις για κοπή του δέντρου από τη βάση του κορμού.
Άραγε, για ποιο λόγο επιλέχθηκε μία τέτοια κακή πρακτική;



