Η πολιτική και κοινωνική γεωγραφία του Κράτους του Ισραήλ διέρχεται την πιο βαθιά και δομική κρίση της σύγχρονης ιστορίας του, καθώς η ιδεολογική μετατόπιση της άρχουσας τάξης επανακαθορίζει τα θεμέλια της κρατικής υπόστασης και των περιφερειακών ισορροπιών στη Μέση Ανατολή.
Η ανάδυση ριζοσπαστικών εθνικιστικών και μεσσιανικών κινημάτων από το περιθώριο της πολιτικής ζωής στην απόλυτη κυβερνητική εξουσία δεν αποτελεί μια συγκυριακή εξέλιξη, αλλά το αποτέλεσμα μιας μακράς και συστηματικής διαδικασίας εξομάλυνσης της ρητορικής της εθνοτικής ανωτερότητας και του αναγκαστικού εκτοπισμού.
Εν μέσω εν εξελίξει στρατιωτικών επιχειρήσεων, το εσωτερικό μέτωπο της χώρας εμφανίζεται βαθιά διχασμένο ανάμεσα σε ένα αυξανόμενο αυταρχικό-θρησκευτικό όραμα και σε ένα ευρύ κίνημα αντίστασης που υπερασπίζεται τον φιλελεύθερο-δημοκρατικό χαρακτήρα του κράτους, αναδεικνύοντας τις υπαρξιακές επιλογές που καλείται να αντιμετωπίσει η ισραηλινή κοινωνία.
Το παρόν κείμενο βασίζεται στα στοιχεία, τις απομαγνητοφωνημένες μαρτυρίες και τις πρωτογενείς καταθέσεις πεδίου που έφερε στο φως η δημοσιογραφική έρευνα του διεθνούς ντοκιμαντέρ «Israel’s Extremists: The Radical Men Pushing the Region Toward Chaos» της πλατφόρμας ENDEVR.
Η Συνδιάσκεψη της Ιερουσαλήμ και το μεσσιανικό όραμα του επανεποικισμού
Στις 24 Ιανουαρίου 2024, ενώ οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Λωρίδα της Γάζας βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη, χιλιάδες συμμετέχοντες συγκεντρώθηκαν στην Ιερουσαλήμ σε μια οργανωμένη συνδιάσκεψη με κεντρικό αντικείμενο τον επανεποικισμό των παλαιστινιακών εδαφών.
Η εκδήλωση αυτή αποτύπωσε την πλήρη θεσμική μετατόπιση των αιτημάτων της ισραηλινής ριζοσπαστικής δεξιάς, η οποία δεν διστάζει πλέον να διακηρύσσει δημόσια τη στρατηγική της για δημογραφική αλλοίωση της περιοχής. Κατά τη διάρκεια της συνδιάσκεψης, κεντρικός ομιλητής της παράταξης των εποίκων έθεσε το πλαίσιο της εδαφικής διεκδίκησης, συνδέοντας την εθνική ασφάλεια με την πλήρη προσάρτηση:
«Καλησπέρα. Χωρίς εποικισμό δεν υπάρχει ασφάλεια, και χωρίς ασφάλεια στα περίχωρα του Ισραήλ δεν υπάρχει ασφάλεια σε ολόκληρο το Ισραήλ. Μόλις πριν από τρία χρόνια είπα για πολλοστή φορά ότι στη Γάζα θα πρέπει να επιστρέψουμε και να την καταλάβουμε. Ο αιώνιος λαός, με τη βοήθεια του Θεού, θα νικήσει! “Ας ανέβουμε και ας την κυριεύσουμε, γιατί σίγουρα μπορούμε να την κατακτήσουμε”. Είναι η ώρα να τους ενθαρρύνουμε να φύγουν από εδώ, να επιστρέψουν στα σπίτια τους και να εκπληρώσουμε αυτό που είπε και λέει η Τορά μας: “Και θα διώξετε τους κατοίκους της γης”. Αυτή η γη είναι δική μας από πάντα και για πάντα, και θα νικήσουμε όλους τους τρομοκράτες».
Η απάντηση από τις δυνάμεις της μετριοπαθούς αντιπολίτευσης υπήρξε άμεση και καταγγελτική, αναδεικνύοντας τον κίνδυνο πλήρους αποδόμησης των διεθνών νομικών δεσμεύσεων του κράτους. Πολιτικός σχολιαστής της αντιπολίτευσης υπογράμμισε ότι οι συμμετέχοντες στη συνδιάσκεψη εκπροσωπούν μια ακραία ιδεολογική τάση, η οποία στο παρελθόν αντιμετωπιζόταν ως απειλή για την εσωτερική σταθερότητα:
«Αυτοί οι άνθρωποι είναι μεσσιανιστές, ρατσιστές και εγκληματίες. Αποτελούσαν αντικείμενο παρακολούθησης από τις υπηρεσίες ασφαλείας λόγω της δραστηριότητάς τους κατά του κράτους. Θέλουν το κράτος του Ισραήλ να εκτείνεται σε όλα τα εδάφη και να απομακρύνει τους Άραβες από εκεί — ακόμη μια προσάρτηση εις βάρος των πάντων».
Η πολιτική μεταβολή του 2022 και η θεσμική στόχευση του συνασπισμού
Η ιδεολογική αυτή μεταστροφή απέκτησε κυβερνητική υπόσταση τον Δεκέμβριο του 2022, οπότε και σηματοδοτήθηκε η επιστροφή του Μπενιαμίν Νετανιάχου στην εξουσία, ως επικεφαλής του πιο δεξιού και συντηρητικού κυβερνητικού συνασπισμού στην ιστορία της χώρας. Ο συνασπισμός συγκροτήθηκε από τη σύμπραξη του παραδοσιακού δεξιού κόμματος Λικούντ με ακροδεξιές και εθνικοθρησκευτικές φράξιες. Η ριζοσπαστική αυτή στροφή έφερε στο προσκήνιο δύο πρόσωπα, παραχωρώντας τους πρωτοφανή εκτελεστική ισχύ: τον Μπεζαλέλ Σμότριτς, ηγέτη του κόμματος «Θρησκευτικός Σιωνισμός», ο οποίος ανέλαβε το Υπουργείο Οικονομικών, και τον Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ, ο οποίος τοποθετήθηκε στο κρίσιμο Υπουργείο Εθνικής Ασφάλειας.
Η ανάληψη της εξουσίας συνοδεύτηκε από μια συντονισμένη προσπάθεια αναθεώρησης των θεσμικών ισορροπιών και του συστήματος ελέγχου της κρατικής εξουσίας. Εκπρόσωπος των πολιτικών κινημάτων που αντιτάχθηκαν στην κυβερνητική πολιτική περιέγραψε μια συγκεκριμένη δημόσια τοποθέτηση, η οποία λειτούργησε ως σήμα κινδύνου για τους υποστηρικτές του φιλελεύθερου μοντέλου διακυβέρνησης:
«Ανέβηκε στη σκηνή και έβγαλε μια ομιλία που ήταν ένα κάλεσμα αφύπνισης για όλους. Είπε το εξής: “Θα θέσουμε υπό τον έλεγχό μας τους νομικούς συμβούλους, θα θέσουμε υπό τον έλεγχό μας το Ανώτατο Δικαστήριο, θα θέσουμε υπό τον έλεγχό μας τον Γενικό Εισαγγελέα”. Και τελείωσε αυτή τη φρικτή ομιλία λέγοντας: “Kαι αυτό είναι μόνο το πρώτο στάδιο”».
Το κίνημα διαμαρτυρίας και η ιδεολογική σύγκρουση για τη δημοκρατία
Η προώθηση των δικαστικών και καθεστωτικών αλλαγών προκάλεσε την άμεση ενεργοποίηση των προοδευτικών και φιλελεύθερων στρωμάτων της ισραηλινής κοινωνίας. Μια εξέχουσα ηγετική φυσιογνωμία του κινήματος διαμαρτυρίας, με την ιδιότητα της διδάκτορος πυρηνικής φυσικής, ανέλαβε τον συντονισμό της αντιπολίτευσης στους δρόμους, επιδιώκοντας να ανακόψει τη νομοθετική διαδικασία:
«Ο καθένας μπορεί να βάλει ένα ξύλο στα γρανάζια της δικτατορίας. Εκατοντάδες χιλιάδες ξύλα θα διασφαλίσουν ότι το Ισραήλ θα παραμείνει δημοκρατία. Πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτή η καθεστωτική ανατροπή βασίζεται στο κράτος του Ισραήλ σε ένα ρατσιστικό και φασιστικό κίνημα υπό την ηγεσία των Μπεν-Γκβιρ και Σμότριτς — ανθρώπων που θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους λόγω και μόνο του ότι είναι Εβραίοι. Θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους από οποιονδήποτε δεν είναι Εβραίος, και ανώτερους από οποιονδήποτε δεν είναι Εβραίος όπως εκείνοι το ορίζουν. Αυτό συνδέεται άμεσα με την επιθυμία τους να καταλάβουν ολόκληρη τη Γη του Ισραήλ και να επιβάλουν μια αντιδημοκρατική πολιτική στον αραβικό και παλαιστινιακό πληθυσμό».
Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές της κυβερνητικής πολιτικής προέταξαν το επιχείρημα της λαϊκής κυριαρχίας, θεωρώντας ότι η δικαστική μεταρρύθμιση αποτελεί εκπλήρωση της εντολής του εκλογικού σώματος. Στέλεχος του κυβερνητικού στρατοπέδου υποστήριξε τη νομιμότητα των μέτρων, αναφέροντας χαρακτηριστικά:
«Το εθνικό στρατόπεδο νίκησε. Συνεχίζουμε με αυτή τη νομοθεσία γιατί αυτή είναι η ουσία της δημοκρατίας. Ο λαός ψήφισε υπέρ της δικαστικής μεταρρύθμισης».
Το «Σχέδιο Υποταγής» του Μπεζαλέλ Σμότριτς και η ιστορική παρακαταθήκη του 1967
Ο Μπεζαλέλ Σμότριτς, ο οποίος αναδείχθηκε νωρίς σε ηγετική μορφή της ριζοσπαστικής δεξιάς, είχε διαμορφώσει ένα σαφές δογματικό πλαίσιο για τη διαχείριση των κατεχομένων εδαφών. Το πολιτικό του όραμα προβλέπει την επιβολή πλήρους ισραηλινής κυριαρχίας στις περιοχές της Ιουδαίας και της Σαμάρειας (Δυτική Όχθη), θέτοντας στον αραβικό πληθυσμό τρεις συγκεκριμένες και αυστηρές επιλογές:
«Η πρώτη: Να εγκαταλείψουν την παλαιστινιακή εθνική φιλοδοξία, ή με άλλα λόγια, τη φιλοδοξία τους να απαλλαγούν από τους Εβραίους. Θα προσφέρουμε ένα μοντέλο διαμονής, αλλά δεν θα έχουν δικαίωμα ψήφου για την Κνεσέτ. Η δεύτερη: Όποιος δυσκολεύεται να απαλλαγεί από τον παλαιστινιακό εθνικισμό και την επιθυμία να σκοτώνει Εβραίους, θα μπορεί να επιλέξει να μεταναστεύσει σε άλλη χώρα. Το κράτος, παρεμπιπτόντως, θα τον βοηθήσει σε αυτό. Εγώ ο ίδιος είμαι τρομερά καλός στο πακετάρισμα πορσελανών, ναργιλέδων και αεροπλάστ (bubbles), και αν χρειαστεί θα χαρώ να βοηθήσω. Η τρίτη: Όποιος δεν θέλει να ζήσει εδώ ειρηνικά δίπλα μας και επιλέξει να πολεμήσει και να συνεχίσει στον δρόμο της τρομοκρατίας — ο στρατός θα τον αντιμετωπίσει».
Το ιδεολογικό αυτό πλαίσιο εδράζεται στην ιστορική παρακαταθήκη του Πολέμου των Έξι Ημερών το 1967, μια αναμέτρηση που επέτρεψε στο Ισραήλ να τριπλασιάσει την επικράτειά του με την κατάληψη της χερσονήσου του Σινά, της Δυτικής Όχθης και της Λωρίδας της Γάζας. Μετά το 1967, ένα λαϊκό κίνημα θρησκευόμενων οπαδών επεδίωξε τον συστηματικό εποικισμό των εδαφών, θεωρώντας τον ως εκπλήρωση θεϊκής υπόσχεσης. Ιστορικός ακτιβιστής του κινήματος των εποίκων περιγράφει τις απαρχές αυτής της προσπάθειας, η οποία διεξήχθη αρχικά σε σύγκρουση με την τότε επίσημη ισραηλινή κυβέρνηση:
«Η κυβέρνηση τότε δεν επέτρεπε ούτε σε έναν Εβραίο να εγκατασταθεί εδώ. Ανεβήκαμε στο έδαφος χωρίς άδεια οκτώ φορές μέσα σε δύο χρόνια, τα έτη 1974–1975, και επτά φορές μας απομάκρυναν με τη βία. Όταν ο Γιτζάκ Ράμπιν, ο οποίος μας απομάκρυνε επτά φορές, κουράστηκε, απευθύνθηκε στον Σιμόν Πέρες και του ζήτησε να βρει έναν συμβιβασμό. Έτσι μας μετέφεραν στο Ελόν Μορέχ εδώ στη Σαμάρεια. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για τον εποικισμό στη Σαμάρεια, μια κίνηση που οδήγησε στο να υπάρχουν σήμερα μισό εκατομμύριο Εβραίοι σε 300 σημεία εγκατάστασης».
Με την πάροδο των δεκαετιών, η Δυτική Όχθη τεμαχίστηκε και κατακερματίστηκε μέσω της δημιουργίας στρατιωτικών ζωνών, απαλλοτριώσεων γεωργικών εκτάσεων και οδικών δικτύων περιορισμένης πρόσβασης. Ο Σμότριτς παραμένει προσηλωμένος σε αυτή τη στρατηγική εδαφικής μεγιστοποίησης, συνδέοντάς την άμεσα με τις θρησκευτικές αξίες:
Δημοσιογράφος: «Θέλω ένα εβραϊκό κράτος. Αυτό τι σημαίνει;»Μπεζαλέλ Σμότριτς: «Ένα εβραϊκό κράτος είναι κάτι πολύπλοκο — είναι ένα κράτος που συμπεριφέρεται σύμφωνα με τον κόσμο των αξιών του εβραϊκού λαού». Δημοσιογράφος: «Η κυριαρχία του Ισραήλ ξεκινά από τη θάλασσα και τελειώνει στο ποτάμι σε αυτό το στάδιο, ή μήπως ουσιαστικά καθορίζουμε την Υπεριορδανία στο επόμενο στάδιο;»Μπεζαλέλ Σμότριτς: «Σιγά σιγά. Είναι γραμμένο στα κείμενα των σοφών μας (Χαζάλ) ότι στο μέλλον η Ιερουσαλήμ πρόκειται να επεκταθεί μέχρι τη Δαμασκό».
Οι ρίζες του καχανισμού: Η πολιτική διαδρομή του Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ
Παράλληλα με τη μεσσιανική ιδεολογία του Μπεζαλέλ Σμότριτς για την εδαφική κυριαρχία, ο δεύτερος πυλώνας του σημερινού κυβερνητικού συνασπισμού, ο Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ, εκπροσωπεί μια ριζοσπαστική τάση που έλκει την καταγωγή της από τις πιο βίαιες εκφράσεις του ισραηλινού εθνικισμού. Πολιτικοί της αντιπολίτευσης επισημαίνουν ότι, παρά τη σημερινή του προσπάθεια να παρουσιάσει ένα πιο μετριοπαθές προφίλ στην κεντρική πολιτική σκηνή, το παρελθόν του παραμένει απόλυτα συνδεδεμένο με εξτρεμιστικές πρακτικές. «Είναι πολύ ακραίος. Μεταμφιέζεται λίγο αυτή τη στιγμή με τα χαμόγελά του, αλλά ξέρουμε πολύ καλά από πού προέρχεται», σημειώνεται χαρακτηριστικά από στελέχη της αντιπολίτευσης.
Η πολιτική διαμόρφωση του Μπεν-Γκβιρ επιταχύνθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η υπογραφή των Συμφωνιών του Όσλο το 1993 από τον τότε Ισραηλινό Πρωθυπουργό Γιτζάκ Ράμπιν και την παλαιστινιακή ηγεσία προκάλεσε σφοδρότατες αντιδράσεις στους κόλπους της ισραηλινής δεξιάς. Το 1995, ο νεαρός τότε Μπεν-Γκβιρ βιντεοσκοπήθηκε να κρατά το κλεμμένο έμβλημα της Cadillac από το υπηρεσιακό αυτοκίνητο του Πρωθυπουργού Ράμπιν, προβαίνοντας σε μια δήλωση που έμελλε να αποκτήσει ιστορική και δραματική σημασία:
«Αυτό το έμβλημα είναι ένα σύμβολο. Και όπως φτάσαμε σε αυτό το σύμβολο, μπορούμε να φτάσουμε και στον Ράμπιν. Όταν ο Πρωθυπουργός κάνει τόσο σοβαρά πράγματα, νομίζω ότι είναι απολύτως δυνατόν να γίνουν σοβαρές πράξεις εναντίον του».
Λίγους μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο του 1995, ο Γιτζάκ Ράμπιν δολοφονήθηκε, επιβεβαιώνοντας την ακραία πόλωση που είχε καλλιεργηθεί στην ισραηλινή κοινωνία. Η ιδεολογική μήτρα από την οποία προήλθε ο Μπεν-Γκβιρ εντοπίζεται στο δόγμα του ραβίνου Μεΐρ Καχάνε, ο οποίος στα τέλη της δεκαετίας του 1960 είχε ιδρύσει τον Σύνδεσμο Εβραϊκής Άμυνας (JDL) στη Νέα Υόρκη. Η οργάνωση αυτή είχε τεθεί υπό την παρακολούθηση του FBI για παράνομη συσσώρευση όπλων και εκρηκτικών υλών. Μετά την εγκατάστασή του στο Ισραήλ το 1971, ο Καχάνε ίδρυσε το κόμμα «Κάχ» (Kach), καταλαμβάνοντας μια έδρα στο κοινοβούλιο το 1984.
Η παρουσία του Καχάνε στην Κνεσέτ αντιμετωπίστηκε με απόλυτη θεσμική απομόνωση ακόμη και από την παραδοσιακή δεξιά. Παρατηρητής του ισραηλινού κοινοβουλίου αναφέρει ότι ο τότε Πρωθυπουργός Γιτζάκ Σαμίρ, μια εμβληματική μορφή της ισραηλινής συντηρητικής παράταξης, αρνιόταν να νομιμοποιήσει τη ρητορική του:
«Κάθε φορά που σηκωνόταν να μιλήσει και ανέβαινε στο βήμα της Κνεσέτ, ο Πρωθυπουργός Γιτζάκ Σαμίρ —ο οποίος ήταν ένας ξεκάθαρος δεξιός— σηκωνόταν και έβγαινε από την αίθουσα, και μαζί του έβγαιναν και τα υπόλοιπα μέλη της παράταξης. Ο Σαμίρ δεν ήταν διατεθειμένος να βλέπει αυτό το φαινόμενο ενός ρατσιστή που μιλάει από το βήμα της Κνεσέτ».
Υπόγειος ριζοσπαστισμός, μεσονύκτιοι βανδαλισμοί και η εξομάλυνση από τα μέσα ενημέρωσης
Το 1988, το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ απέκλεισε επίσημα το κόμμα «Κάχ» από τις βουλευτικές εκλογές, κρίνοντας ότι η πολιτική του πλατφόρμα βασιζόταν στην υποκίνηση μίσους και τον ρατσισμό. Μετά τη δολοφονία του Μεΐρ Καχάνε, το κίνημα αναζήτησε μια νέα γενιά στελεχών, με τον Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ, ο οποίος είχε ενταχθεί στην οργάνωση ως έφηβος, να αναδεικνύεται γρήγορα στο πιο προβεβλημένο πρόσωπό της. Παλαιότερος ακτιβιστής του κινήματος περιγράφει την άνοδο του Μπεν-Γκβιρ στην ιεραρχία, η οποία διευκολύνθηκε από τις διώξεις που υπέστησαν τα παλαιότερα στελέχη:
«Ο Μπεν-Γκβιρ ήταν απλώς ένα μικρό αγόρι όταν τον συνάντησα για πρώτη φορά και τον έπεισα να ενταχθεί στο καχανιστικό κίνημα. Τελικά έγινε ο εκπρόσωπος τύπου επειδή όλοι εμείς οι μεγαλύτεροι ήμασταν στη φυλακή, αφήνοντας εκείνον —τον νεότερο— ως επικεφαλής. Βήμα προς βήμα, έγινε ισχυρότερος και απέκτησε μεγαλύτερη επιρροή».
Το κίνημα εφάρμοσε μια συστηματική στρατηγική στρατολόγησης ευάλωτων νέων, εφήβων που βρίσκονταν εκτός του επίσημου εκπαιδευτικού συστήματος και ατόμων που είχαν εγκαταλείψει το λύκειο. Ο Μπεν-Γκβιρ οργάνωσε αυτούς τους νέους σε αυτόνομους ριζοσπαστικούς πυρήνες, συντονίζοντας διαδηλώσεις, αναγραφές συνθημάτων και πράξεις βανδαλισμού. Ένας πρώην νεαρός ακτιβιστής, ο οποίος εργάστηκε υπό την άμεση καθοδήγησή του κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Ιντιφάντα, περιγράφει τον τρόπο λειτουργίας αυτών των ομάδων και τη χρήση των ανηλίκων για την αποφυγή των διωκτικών αρχών:
«Με αποκάλεσαν ναζί δεκάδες φορές, ρατσιστή, φασίστα. Εγώ και ο Μπεν-Γκβιρ ήμασταν πολύ κοντά… Όταν ήμουν απλώς ένα παιδί στο δημοτικό σχολείο, μετέφερα κρυφά για λογαριασμό του έγγραφα που περιείχαν πολιτική υποκίνηση εναντίον του Γιτζάκ Ράμπιν, επειδή η αστυνομία δεν θα έλεγχε ποτέ ένα μικρό παιδί. Ο Μπεν-Γκβιρ έχει έναν πολύ πολύπλοκο χαρακτήρα· μπορεί να είναι απίστευτα ευγενικός και καλοσυνάτος με τους δικούς του ανθρώπους, αλλά αν του εναντιωθείς, μετατρέπεται σε έναν απόλυτο νταή.
Προωθούσαμε την ιδεολογία μας προκαλώντας δημόσιο θόρυβο μέσα από εξαιρετικά προκλητικές πράξεις. Ως παιδί 13, 14 ή 15 ετών κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Ιντιφάντα, έβγαινα τη νύχτα για να σκίζω λάστιχα αυτοκινήτων και να σπάω παράθυρα. Στη συνέχεια, ο Μπεν-Γκβιρ αξιοποιούσε αμέσως αυτές τις πράξεις για να εξασφαλίσει κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης. Ήταν απίστευτα επικίνδυνο — θα μπορούσα εύκολα να είχα πυροβοληθεί και σκοτωθεί, αλλά ήμουν απλώς ένα παιδί χωρίς καμία πραγματική ιδέα για τις δυνάμεις με τις οποίες έπαιζα».
Η ανάδυση του Μπεν-Γκβιρ από το περιθώριο στην κεντρική πολιτική σκηνή διευκολύνθηκε σημαντικά από τη στάση των ισραηλινών μέσων ενημέρωσης, τα οποία κατηγορούνται από μετριοπαθείς κύκλους για την πλήρη κανονικοποίηση της ρητορικής του. Ισραηλινο-Παλαιστίνιος πολίτης εκφράζει τη βαθιά απογοήτευση των μειονοτήτων για τη διαδικασία αυτή, η οποία μετέτρεψε τον εξτρεμιστικό λόγο σε μέρος της καθημερινής τηλεοπτικής θεματολογίας:
«Τα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης είναι τα πρώτα υπεύθυνα για τη μετατροπή του Μπεν-Γκβιρ σε “ροκ σταρ”. Η πόρτα του ήταν ανοιχτή κάθε μέρα για κάθε τηλεοπτικό στούντιο, και το ακραίο προϊόν του έγινε τακτικός επισκέπτης στο σαλόνι κάθε σπιτιού στο Ισραήλ. Τα μέσα ενημέρωσης έκαναν το απίστευτο και εξομάλυνσαν τον ρατσισμό και την εβραϊκή ανωτερότητα».
Αυτή η πολυετής επικοινωνιακή εξομάλυνση προλείανε το έδαφος για τη θεσμική κατοχύρωση των διακρίσεων, η οποία κορυφώθηκε το 2018 με την ψήφιση του αμφιλεγόμενου «Νόμου περί Έθνους-Κράτους». Ο νόμος αυτός υποβίβασε την αραβική γλώσσα από επίσημη γλώσσα του κράτους σε «ειδικό καθεστώς», ανακήρυξε την ενιαία Ιερουσαλήμ ως αποκλειστική πρωτεύουσα και περιόρισε το δικαίωμα της εθνικής αυτοδιάθεσης αποκλειστικά στον εβραϊκό πληθυσμό. Πανηγυρίζοντας την ψήφιση του νομοσχεδίου, ο Πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου είχε δηλώσει: «Το Ισραήλ είναι το έθνος-κράτος του εβραϊκού λαού. Αυτό είναι το κράτος μας, αυτή είναι η γλώσσα μας, αυτός είναι ο ύμνος μας και αυτή είναι η σημαία μας».
Η λατρεία του Μπαρούχ Γκόλντσταϊν και η τακτική της πολιτικής μεταμφίεσης
Ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα σημεία της ιδεολογικής ταυτότητας του Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ παραμένει η σταθερή σύνδεσή του με τη μνήμη του Μπαρούχ Γκόλντσταϊν. Το 1994, ο Γκόλντσταϊν, ένας ένοπλος Εβραίος γιατρός με ριζοσπαστικές πεποιθήσεις, εισήλθε στο ισλαμικό τέμενος του Σπηλαίου των Πατριαρχών στη Χεβρώνα και άνοιξε πυρ, σφαγιάζοντας 29 Μουσουλμάνους πιστούς την ώρα της προσευχής, προτού εξουδετερωθεί επί τόπου. Για τον νεαρό Μπεν-Γκβιρ, η πράξη αυτή δεν αποτέλεσε αντικείμενο καταδίκης, αλλά πηγή ιδεολογικής έμπνευσης. Ο ίδιος είχε δηλώσει δημόσια κατά τη διάρκεια θρησκευτικών εορτών:
«Ο ήρωάς μου είναι ο Μπαρούχ Γκόλντσταϊν, και μεταμφιέζομαι σε Μπαρούχ Γκόλντσταϊν, στον ήρωά μου».
Ο Μπεν-Γκβιρ διατήρησε το πορτρέτο του Γκόλντσταϊν αναρτημένο σε περίοπτη θέση στο σαλόνι της οικίας του για δεκαετίες, μετατρέποντάς το σε σύμβολο της ιδεολογικής του συνέπειας προς το καχανιστικό κίνημα. Μόλις το 2021, ενόψει των εκλογικών αναμετρήσεων και στο πλαίσιο μιας μελετημένης στρατηγικής δημοσίων σχέσεων με στόχο την είσοδό του στον κυβερνητικό συνασπισμό, αφαίρεσε τον πίνακα από την οικία του προκειμένου να προβάλει ένα προσωπικό προφίλ σχετικής μετριοπάθειας.
Οι επικριτές του, ωστόσο, υπογραμμίζουν ότι η κίνηση αυτή αποτελούσε έναν καθαρά τακτικό ελιγμό, καθώς το βαθύτερο πολιτικό του φρόνημα παρέμεινε αναλλοίωτο. Αναλυτές εντάσσουν το φαινόμενο της ανόδου του Μπεν-Γκβιρ σε ένα ευρύτερο, παγκόσμιο κύμα σύγχρονου λαϊκισμού, το οποίο περιλαμβάνει πολιτικές προσωπικότητες με ανάλογα χαρακτηριστικά ρητορικής, όπως ο Ντόναλντ Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία, ο Ζαΐχ Μπολσονάρου στη Βραζιλία και ο Ναρέντρα Μόντι στην Ινδία.
Η απεμπλοκή του 2005, η σύλληψη Σμότριτς και ο θεσμικός πόλεμος της «Regavim»
Ενώ οι Συμφωνίες του Όσλο αποτέλεσαν την πρώτη εστία ριζοσπαστικοποίησης της ισραηλινής δεξιάς, το δεύτερο μεγάλο σημείο καμπής σημειώθηκε μια δεκαετία αργότερα, με την εφαρμογή του σχεδίου απεμπλοκής από τη Λωρίδα της Γάζας το 2005. Η αναγκαστική εκκένωση περισσότερων από 8.000 Ισραηλινών εποίκων και η διάλυση 21 οικισμών από τη Γάζα προκάλεσαν βαθύ ιδεολογικό και ψυχολογικό τραύμα στην εθνικιστική πτέρυγα, η οποία θεώρησε την υποχώρηση ως προδοσία των θρησκευτικών της δικαιωμάτων.
Κατά τη διάρκεια των μαζικών διαδηλώσεων εναντίον της αποχώρησης, οι υπηρεσίες εσωτερικής ασφάλειας του Ισραήλ παρακολουθούσαν στενά τις εξτρεμιστικές ομάδες της λεγόμενης «Νεολαίας των Λόφων» (Hilltop Youth). Ο Ντβιρ Καρίντ, βετεράνος αναλυτής με 23 έτη υπηρεσίας στη Σιν Μπετ (SHABAK), αφηγείται τη σύλληψη του νεαρού τότε Μπεζαλέλ Σμότριτς, αποκαλύπτοντας το μέγεθος των ενεργειών που σχεδιάζονταν στο παρασκήνιο:
«Ονομάζομαι Ντβιρ Καρίντ, υπηρέτησα 23 χρόνια στη Σαμπάκ (SHABAK). Το καθήκον μου ήταν να αποτρέπω την εξτρεμιστική δραστηριότητα της Νεολαίας των Λόφων. Το 2005 ήμουν ένας από εκείνους που συνέλαβαν τον Μπεζαλέλ Σμότριτς. Βρήκαμε στην κατοχή του μπιτόνια με λάδι και καμένο καύσιμο, καθώς και τα λεγόμενα “νίντζα” — σίδερα φτιαγμένα από συγκολλημένα καρφιά που πετούν στο δρόμο για να σκάσουν τα λάστιχα των αυτοκινήτων και να αποκλείσουν τις οδικές αρτηρίες.
Τον παραδώσαμε στους ανακριτές και τον ανέκριναν για τρεις εβδομάδες. Τι είπε; Τίποτα. Και οι πέντε που συνελήφθησαν άντεξαν τρεις εβδομάδες απόλυτης σιωπής στην ανάκριση και επέστρεψαν στα σπίτια τους. Για να ασκήσεις δίωξη, πρέπει να μετατρέψεις τις πληροφορίες των μυστικών υπηρεσιών σε αποδεκτά αποδεικτικά στοιχεία στο δικαστήριο. Αν το κάναμε αυτό, θα “καίγαμε” τις εμπιστευτικές πηγές πληροφόρησής μας, και γι’ αυτό δεν ήμασταν έτοιμοι. Ξέρω ότι αποτρέψαμε μια πολύ μεγάλη τρομοκρατική επίθεση εκεί, και θα ήμουν ευτυχής αν είχαμε καταφέρει να αποδείξουμε με στοιχεία αυτό που σκόπευε να κάνει ο Σμότριτς. Αν είχε συμβεί αυτό, πιθανότατα δεν θα ήταν μέλος της Κνεσέτ ή υπουργός σήμερα».
Μετά την εμπειρία της αποχώρησης από τη Γάζα, η στρατηγική της ριζοσπαστικής δεξιάς μεταβλήθηκε. Οι ηγέτες της αντιλήφθηκαν ότι η ωμή αντιπαράθεση στους δρόμους έπρεπε να αντικατασταθεί από έναν θεσμικό και δικαστικό πόλεμο εντός του ισραηλινού νομικού συστήματος. Ο Μπεζαλέλ Σμότριτς στράφηκε προς τον έλεγχο της ιδιοκτησίας της γης, συνιδρύοντας τη μη κυβερνητική οργάνωση «Regavim».
Η οργάνωση αυτή ειδικεύτηκε στην άσκηση επιθετικών νομικών προσφυγών εναντίον παλαιστινιακών ιδιοκτησιών στη Δυτική Όχθη, αξιώνοντας την κατεδάφιση κατοικιών και γεωργικών υποδομών με το επιχείρημα ότι είχαν ανεγερθεί χωρίς τις απαραίτητες στρατιωτικές άδειες. Προασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων περιγράφει τις μεθόδους πίεσης που επιστράτευσε η οργάνωση προκειμένου να εξουδετερώσει τη νομική εκπροσώπηση των Παλαιστινίων:
«Για σχεδόν τρία χρόνια, η οργάνωση Regavim χρησιμοποιούσε ιδιωτικούς ντετέκτιβ που είχαν τοποθετηθεί έξω από το γραφείο μου με σκοπό να βρουν ενοχοποιητικό ή ενοχλητικό υλικό. Αυτό τους κόστισε εκατοντάδες χιλιάδες σέκελ. Αυτό απλώς μου ξεκαθάρισε ότι η δουλειά του γραφείου μας για την εκπροσώπηση παλαιστινιακών οικογενειών και κοινοτήτων πραγματικά πονούσε τη ριζοσπαστική δεξιά».
Όντας αμφότεροι εκπαιδευμένοι δικηγόροι, τόσο ο Σμότριτς όσο και ο Μπεν-Γκβιρ κατανόησαν πλήρως τους μηχανισμούς του δικαστικού συστήματος. Κατάφεραν να εργαλειοποιήσουν τις έννοιες του κράτους δικαίου, μετατρέποντας τους πολεοδομικούς και διοικητικούς κανονισμούς σε ένα αποτελεσματικό εργαλείο θεσμικής πίεσης, το οποίο εφαρμόστηκε αρχικά εναντίον των πληθυσμών στα κατεχόμενα εδάφη και, μεταγενέστερα, εναντίον των εγχώριων πολιτικών τους αντιπάλων.
Η γεωπολιτική στρατηγική του διχασμού: Η Χαμάς ως «περιουσιακό στοιχείο»
Πίσω από την εσωτερική ριζοσπαστικοποίηση της ισραηλινής πολιτικής σκηνής κρύβεται μια μακροχρόνια γεωπολιτική στρατηγική, η οποία, σύμφωνα με αναλυτές της αντιπολίτευσης, καθόρισε τη δυναμική των σχέσεων μεταξύ του Τελ Αβίβ και των παλαιστινιακών εδαφών. Από το 2007, όταν η Χαμάς κατέλαβε δια της βίας τον έλεγχο της Λωρίδας της Γάζας, ο Πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου ακολούθησε μια συστηματική πολιτική εσκεμμένου διχασμού του παλαιστινιακού πολιτικού χάρτη. Η στρατηγική αυτή προέβλεπε την ανοχή στη ροή εκατομμυρίων δολαρίων από το Κατάρ απευθείας προς τη Γάζα για τη χρηματοδότηση και τη συντήρηση του καθεστώτος της Χαμάς, με παράλληλο στόχο την αποδυνάμωση της Παλαιστινιακής Αρχής στη Δυτική Όχθη. Η επιδίωξη ήταν σαφής: η διατήρηση μιας ενεργού τρομοκρατικής οργάνωσης στη Γάζα τορπίλιζε κάθε διεθνή πίεση για την εξεύρεση λύσης δύο κρατών.
Ο ίδιος ο Μπενιαμίν Νετανιάχου είχε εκθέσει ανοιχτά αυτή την προσέγγιση σε κλειστή συνεδρίαση προς τα μέλη του κόμματός του, Λικούντ, αναφέροντας χαρακτηριστικά:
«Όποιος θέλει να αποτρέψει με κάθε κόστος την άνοδο ενός παλαιστινιακού κράτους πρέπει να υποστηρίξει τη θέση μου ότι πρέπει να πληρώνουμε τη Χαμάς και να την ενισχύουμε».
Η θέση αυτή έβρισκε πλήρη ιδεολογική κάλυψη και τεκμηρίωση στο πρόσωπο του Μπεζαλέλ Σμότριτς. Σε μια αναλυτική συνέντευξη που είχε παραχωρήσει το 2015, ο κατοπινός Υπουργός Οικονομικών είχε υποστηρίξει ευθέως ότι η ύπαρξη της Χαμάς αποτελούσε στρατηγικό πλεονέκτημα για το Ισραήλ στη διεθνή διπλωματική σκακιέρα, καθώς εξέθετε τον ριζοσπαστισμό της παλαιστινιακής πλευράς:
«Η Παλαιστινιακή Αρχή είναι βάρος και η Χαμάς είναι περιουσιακό στοιχείο. Η Χαμάς είναι μια τρομοκρατική οργάνωση που κανείς στη διεθνή κοινότητα δεν θα αναγνωρίσει, κανείς δεν θα της δώσει καθεστώς στο ICC (Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο) και κανείς δεν θα την αφήσει να ηγηθεί αποφάσεων στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Αυτό μας γλιτώνει από την ανάγκη να βασιζόμαστε σε αμερικανικό βέτο. Είναι προτιμότερη για εμάς η Χαμάς στη Γάζα παρά η επιστροφή της Παλαιστινιακής Αρχής».
Το χάος στο έδαφος, οι ταραχές στο Όρος του Ναού και η πολιτική ομηρία του Πρωθυπουργού
Η μεταφορά αυτής της ακραίας ρητορικής στο πεδίο προκάλεσε σοβαρή έξαρση της βίας. Ο Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ, επενδύοντας πολιτικά σε ένα λαϊκιστικό αφήγημα περί «νόμου και τάξης», κατάφερε να προσελκύσει μεγάλο μέρος του συντηρητικού εκλογικού σώματος υποσχόμενος τον πλήρη έλεγχο των μειονοτήτων και των Παλαιστινίων. Ωστόσο, αμυντικοί αναλυτές και στελέχη των υπηρεσιών ασφαλείας τον κατηγορούν ότι λειτούργησε ως επιταχυντής της έντασης.
«Ο Αρχηγός της Αστυνομίας, ο οποίος παραμένει Αρχηγός υπό τον Μπεν-Γκβιρ, είπε ξεκάθαρα: “Αυτός που έβαλε φωτιά στο πεδίο είναι ο Μπεν-Γκβιρ”. Και ο Μπεν-Γκβιρ, όπως κάθε πυρομανής, ανάγκασε την κατάσταση να αναφλεγεί και θέλει να κερδίσει από αυτό πολιτικά. Αλλά θέλω να σου πω ποιος είναι ο κύριος ένοχος: ονομάζεται Μπενιαμίν Νετανιάχου. Αυτός είναι που έφερε αυτόν τον βίαιο λόγο με αυτόν τον τρόπο μέσα στην ισραηλινή πολιτική, και όλοι τους είναι νόμιμα τέκνα της προσέγγισης του Μπενιαμίν Νετανιάχου», επισημαίνει αμυντικός σχολιαστής, αναδεικνύοντας τις ευθύνες της πρωθυπουργικής ηγεσίας.
Στο πλαίσιο της Realpolitik, οι εθνικοθρησκευτικές φράξιες αποδέχθηκαν τη συμμαχία με τον Νετανιάχου, θεωρώντας τον ως το μοναδικό όχημα για την υλοποίηση των στόχων τους, παρά την προσωπική τους δυσπιστία προς το πρόσωπό του. «Ο Νετανιάχου είναι ένας ψεύτης, ψεύτης, αλλά ευθυγραμπίζομαι μαζί του τώρα επειδή υπηρετεί αυτό που θεωρώ σωστό για τον λαό του Ισραήλ», αναφέρει χαρακτηριστικά στέλεχος της εσωτερικής δεξιάς.
Η κατάσταση εκτραχύνθηκε περαιτέρω με τις δημόσιες και σκοπίμως προκλητικές επισκέψεις του Μπεν-Γκβιρ στο Όρος του Ναού (Χαράμ αλ-Σαρίφ), έναν από τους πλέον ευαίσθητους θρησκευτικούς χώρους παγκοσμίως. Ο ίδιος δήλωνε προκλητικά: «Το Όρος του Ναού είναι ανοιχτό για όλους… οι Εβραίοι θα ανεβαίνουν στο Όρος του Ναού!».
Η πολιτική ομηρία του Πρωθυπουργού κατέστησε αδύνατη τη συγκράτηση αυτών των στοιχείων. Εάν ο Νετανιάχου αποφάσιζε να απολύσει τον Μπεν-Γκβιρ, το κόμμα του, «Οτζμά Γιεχουντί» (Otzma Yehudit), θα απέσυρε την υποστήριξή του, προκαλώντας την άμεση πτώση της κυβέρνησης.
Με την αίσθηση της απόλυτης κυβερνητικής ασυλίας, ριζοσπαστικά στοιχεία εποίκων ενορχήστρωσαν τη νύχτα της 26ης προς 27ης Φεβρουαρίου μια μαζική, βίαιη τιμωρητική επιδρομή στην παλαιστινιακή πόλη Χουβάρα, πυρπολώντας δεκάδες σπίτια και καταστρέφοντας περιουσίες. Η άρνηση της κυβέρνησης να καταδικάσει τα γεγονότα ως «εβραϊκή τρομοκρατία» προκάλεσε διεθνή κατακραυγή. Ο ίδιος ο Μπεζαλέλ Σμότριτς, όταν ρωτήθηκε γιατί προχώρησε σε διαδικτυακή υποστήριξη (like) σε ανάρτηση ακτιβιστή που ζητούσε την καταστροφή της πόλης, απάντησε με απόλυτο τρόπο, αρνούμενος την ίδια την ύπαρξη της παλαιστινιακής οντότητας:
«Επειδή πιστεύω ότι το χωριό Χουβάρα πρέπει να εξαλειφθεί. Πιστεύω ότι το κράτος του Ισραήλ είναι αυτό που πρέπει να το κάνει — και όχι ιδιώτες… Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως παλαιστινιακός λαός».
Το μακελειό της 7ης Οκτωβρίου, η διαχείριση της κρίσης των ομήρων και το «τσίρκο» της Κνεσέτ
Η γεωπολιτική αυτή ισορροπία τρόμου κατέρρευσε οριστικά τα ξημερώματα της 7ης Οκτωβρίου, όταν περίπου 3.000 ένοπλοι τρομοκράτες της Χαμάς παραβίασαν το τείχος του διαχωρισμού και εισέβαλαν στο ισραηλινό έδαφος. Η επίθεση εξελίχθηκε σε μια πρωτοφανή σφαγή αμάχων, με κύριο σημείο ανάφλεξης το Μουσικό Φεστιβάλ Nova, όπου χιλιάδες νέοι βρέθηκαν εγκλωβισμένοι υπό τα πυρά των εισβολέων. Συνολικά, 1.200 άνθρωποι δολοφονήθηκαν βάναυσα, ενώ σημειώθηκαν μαζικές κακοποιήσεις και απαγωγές πολιτών από τα κρεβάτια τους.
Η επίθεση αποκάλυψε μια ολοκληρωτική αποτυχία των συστημάτων πληροφοριών και του μηχανισμού άμεσης αντίδρασης του ισραηλινού στρατού (IDF), ο οποίος χρειάστηκε πολύτιμο χρόνο για να ανασυνταχθεί. Η κρίση προκάλεσε την άμεση παρέμβαση του Προέδρου των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, ο οποίος με μια αυστηρή δήλωση («Don’t») προς το Ιράν και τη Χεζμπολάχ απέτρεψε τη μετατροπή της σύγκρουσης σε περιφερειακό πόλεμο. Η στρατιωτική απάντηση που ακολούθησε στη Γάζα υπήρξε μαζική, μετατρέποντας τον άμαχο πληθυσμό σε ζώνη πυρός, με δεκάδες χιλιάδες θύματα και εκτεταμένη καταστροφή των αστικών υποδομών.
Στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο, η διαχείριση της κρίσης των ομήρων προκάλεσε βαθύ ρήγμα μεταξύ των οικογενειών των θυμάτων και της κυβέρνησης. Συγγενείς των αιχμαλώτων κατήγγειλαν ότι η διάσωση των ανθρώπων τους δεν συμπεριλαμβανόταν στους αρχικούς στρατιωτικούς στόχους. Οικείος της Καρμέλ Γκατ, η οποία απήχθη από το κιμπούτς Μπεέρι, αποκάλυψε την κυνική στάση των μεσσιανικών υπουργών κατά τη διάρκεια του πολεμικού συμβουλίου:
«Ο Μπεζαλέλ Σμότριτς είναι υπουργός Οικονομικών αλλά είναι επίσης υπουργός στο Υπουργείο Άμυνας, και μίλησε εκείνο το βράδυ στο πολιτικο-αμυντικό συμβούλιο (Κάμπινετ) και είπε: “Πρέπει να μπούμε με όλη μας τη δύναμη στη Γάζα χωρίς να λάβουμε υπερβολικά υπόψη τους αιχμαλώτους”. Το θέμα των ομήρων απλώς δεν ήταν στην ατζέντα για το Ισραήλ στην αρχή. Μπορεί να υπήρχε ακόμα και η σκέψη ότι θα μπορούσαμε να τους θυσιάσουμε».
Η πόλωση κορυφώθηκε εντός του κοινοβουλίου, όταν ο Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ επέμεινε να θέσει προς συζήτηση το νομοσχέδιο για την επιβολή της θανατικής ποινής στους τρομοκράτες, αψηφώντας τις εκκλήσεις των οικογενειών ότι μια τέτοια κίνηση έθετε σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή των ομήρων στη Γάζα. Η αντιπαράθεση στους διαδρόμους της Κνεσέτ υπήρξε δραματική, με τους συγγενείς να καταγγέλλουν τη διαδικασία ως επικοινωνιακό σόου:
«Όχι τώρα συζητήσεις για θανατική ποινή! Όχι όταν οι ζωές των αγαπημένων μας κρέμονται από μια κλωστή, όχι όταν το σπαθί βρίσκεται στον λαιμό τους! Αυτός ο νόμος είναι τσίρκο! Είναι ένα τσίρκο πάνω στο αίμα των ομήρων!»
Από την πλευρά του, ο Μπεν-Γκβιρ επέμεινε στη δογματική του θέση, δηλώνοντας ότι «η θανατική ποινή επιβάλλεται από την πραγματικότητα, είναι ηθική, είναι σύμφωνη με τον θρησκευτικό νόμο (Χαλαχά) και είναι σωστή». Η μετέπειτα κίνησή του να αγκαλιάσει επιδεικτικά τους διαμαρτυρόμενους συγγενείς καταγγέλθηκε ως «κυνική πολιτική εκμετάλλευση» με αποκλειστικό σκοπό την κομματική του ανέλιξη.
Η παράλληλη προσάρτηση της Δυτικής Όχθης και η υπαρξιακή επιλογή του Ισραήλ
Ενώ η προσοχή της διεθνούς κοινότητας ήταν στραμμένη αποκλειστικά στο μέτωπο της Γάζας, ο Μπεζαλέλ Σμότριτς, υπό την ιδιότητά του ως επικεφαλής της Πολιτικής Διοίκησης στα κατεχόμενα εδάφη, προχώρησε σε μια αποφασιστική κίνηση για την οριστική ενσωμάτωση της Δυτικής Όχθης. Το γραφείο του ανακοίνωσε την έγκριση 3.500 νέων οικιστικών μονάδων για Εβραίους εποίκους, την απαλλοτρίωση 800 εκταρίων παλαιστινιακής γης και τη θεσμική νομιμοποίηση 68 παράνομων φυλακίων, καταγράφοντας αριθμό-ρεκόρ για το τελευταίο τέταρτο του αιώνα. Ο ίδιος δικαιολόγησε τις ενέργειες αυτές ως εγγύηση για την ασφάλεια του κράτους:
«Πρέπει να ενισχύσουμε σε μεγάλο βαθμό τους εποικισμούς, και το κάνουμε αυτό μέσω της δόμησης, της ρύθμισης, της ανάπτυξης, των δρόμων, των υποδομών, των προϋπολογισμών και των στοιχείων ασφαλείας. Η ασφάλεια στους εποικισμούς είναι η ασφάλεια του κράτους του Ισραήλ».
Η πολιτική αυτή επιλογή σημαίνει, κατά τους αναλυτές, ότι η ηγεσία της ακροδεξιάς είναι απολύτως πρόθυμη να αναγκάσει την ισραηλινή κοινωνία να ζει σε ένα καθεστώς διαρκούς πολεμικής σύρραξης. Η κλιμάκωση της βίας προκάλεσε την αντίδραση της διεθνούς κοινότητας, με τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες να επιβάλλουν άμεσες κυρώσεις εναντίον ριζοσπαστικών στοιχείων του κινήματος των εποίκων. Πολιτικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι οι κυρώσεις αυτές αποτελούν ένα σαφές μήνυμα προς την Ιερουσαλήμ:
«Πρόκειται για ένα μήνυμα από τον κόσμο: “Ξεκινήστε να αντιμετωπίζετε αυτό το φαινόμενο της Νεολαίας των Λόφων, διαφορετικά θα σας βγάλουμε κόκκινη κάρτα”. Κόκκινη κάρτα θα μπορούσε να είναι η επιβολή άμεσων κυρώσεων στον Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ ή στον Μπεζαλέλ Σμότριτς».
Το Κράτος του Ισραήλ βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο με μια καθαρά δυαδική, υπαρξιακή επιλογή. Η κυβέρνηση Νετανιάχου, αγνοώντας τις προειδοποιήσεις, διακινδυνεύει την πλήρη απώλεια της ηθικής και πολιτικής νομιμοποίησής της στα μάτια του ελεύθερου κόσμου και των συμμάχων της στην Ουάσιγκτον. Το δίλημμα που τίθεται ενώπιον των πολιτών και του πολιτικού συστήματος είναι απόλυτο:
Ή επιλέγεται η συμπόρευση με το μεσσιανικό όραμα των Μπεν-Γκβιρ και Σμότριτς, που οδηγεί στην απομόνωση και τον αιώνιο πόλεμο, ή προτάσσεται ένα κατηγορηματικό «ΟΧΙ» στον εξτρεμισμό, προκειμένου να διατηρηθούν οι στρατηγικές συμμαχίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον μετριοπαθή αραβικό κόσμο, διασφαλίζοντας τη θέση της χώρας στο διεθνές δίκαιο.
Το ξέρουμε…
Το να βλέπετε αυτά τα μηνύματα μπορεί να είναι κουραστικό. Και να είστε σίγουροί ότι ούτε κι εμείς βρίσκουμε κάποια ευχαρίστηση από το να τα γράφουμε... Όμως αυτό το μήνυμα δεν αφορά εμάς. Αφορά κάτι πολύ πιο σημαντικό: την επιβίωση της ανεξάρτητης, μαχητικής δημοσιογραφίας στην Kρήτη.
Η στήριξη σας είναι σημαντική γιατί μας επιτρέπει να:
- - Κάνουμε ρεπορτάζ χωρίς φόβο και εξαρτήσεις. Κανείς δεν μας υπαγορεύει τι να πούμε ή τι να αποσιωπήσουμε.
- - Κρατάμε τη δημοσιογραφία μας προσβάσιμη σε όλους, ακόμη και σε αυτούς που δεν έχουν την ικανότητα να πληρώσουν. Χωρίς paywall, χωρίς προνόμια μόνο για όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα.
Η απλή αλήθεια είναι ότι τα έσοδα διαρκώς συρρικνώνονται. Αν πιστεύετε ότι μια πραγματικά ελεύθερη ενημέρωση είναι ζωτικής σημασίας για τη δημοκρατία και τον έλεγχο της εξουσίας, τότε δώστε μας τη δύναμη να συνεχίσουμε.
Σας ευχαριστούμε θερμά.



