Η γεωστρατηγική σημασία της Κρήτης και ειδικότερα ο κόλπος της Σούδας αποτελούν εδώ και δεκαετίες το επίκεντρο της αμυντικής διπλωματίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Μέσα από μια σειρά δηλώσεων κορυφαίων πολιτικών παραγόντων, το νησί έχει ταυτιστεί με την έννοια ενός σταθερού στρατιωτικού οχυρού, την ίδια στιγμή που η ελληνική γραμματεία, μέσω του έργου του Νίκου Καζαντζάκη, έχει διατυπώσει μια ριζικά διαφορετική προσέγγιση για τη διασφάλιση της εθνικής ανεξαρτησίας. Η σύγκρουση αυτή ανάμεσα στην «ρεαλπολιτίκ» των εξοπλισμών και την υπαρξιακή αγωνία για την αυτονομία του τόπου παραμένει επίκαιρη, καθώς οι διεθνείς ισορροπίες επαναπροσδιορίζονται.
Η χρήση του όρου «αεροπλανοφόρο» για την περιγραφή της Κρήτης δεν είναι νέα, αλλά απέκτησε ιδιαίτερη βαρύτητα στη σύγχρονη πολιτική ιστορία. Στις 22 Μαρτίου 2016, ο τότε Υπουργός Εθνικής Άμυνας, Πάνος Καμμένος, κατά τη διάρκεια ομιλίας του στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ, χρησιμοποίησε μια χαρακτηριστική μεταφορά για να υπογραμμίσει την αξία του νησιού.
«Πρόκειται για ένα αεροπλανοφόρο που δεν μπορεί να βυθιστεί και οι σύμμαχοί μας μπορούν να τη χρησιμοποιήσουν χωρίς να χρειάζεται να εμπλακούν σε τουρκικά παζάρια», είχε δηλώσει ο κ. Καμμένος.
Και ο πρώην Υφυπουργός Άμυνας κ. Χαρδαλιάς από τον Ναύσταθμο Σούδας στο ίδιο μοτίβο είχε επαναλάβει στις 6 Ιανουαρίου του 2023 ότι η Κρήτη είναι “το μεγαλύτερο αεροπλανοφόρο της Μεσογείου και ένα από τα μεγαλύτερα του κόσμου“.
Στον αντίποδα αυτής της στρατιωτικής ανάγνωσης, η κρητική σκέψη έχει γεννήσει και άλλες ερμηνείες για τη σημασία της Σούδας.
Ο Νίκος Καζαντζάκης, στο εμβληματικό του έργο «Ο Καπετάν Μιχάλης», εισάγει μια διαφορετική προοπτική μέσω του ήρωά του, κυρ Ιδομενέα.
Εβαλε στο στόμα του ήρωά του αυτά τα λόγια – που είπε στην επέτειο της 25ης Μαρτίου – για όσα πρέπει να γίνουν για να λευτερωθεί η Ελλάδα.
Λέει το σχετικό απόσπασμα:
«Έβαλε λοιπόν τώρα και λίγα χρόνια στην εθνική γιορτή, στις 25 του Μάρτη, ο κυρ Ιδομενέας το αψηλό καπέλο του και πήγε στην εκκλησία. Κι ως είπε το Βαγγέλιο της μέρας ο διάκος και κατέβαινε από τον άμβωνα, ανέβηκε αυτός, άπλωσε τα χέρια στο πλήθος, φώναξε:
– Αδέρφια, ακούστε, Θεού φώτιση, βρήκα πώς να λευτερωθεί η πατρίδα! Να σηκωθούμε όλοι οι Κρητικοί, άντρες, γυναίκες και παιδιά, και να πάμε να ρίξουμε από μιαν πέτρα στη Σούδα. Να μολώσει η άτιμη, να γίνει στεριά, να μην τη ζηλεύουν πια οι δυνατοί του κόσμου· αλλιώς λευτεριά δε θα δούμε.
Εμπρός, αδέρφια, ξεσηκωθείτε, κάντε το σταυρό σας, πάρτε από μιαν πέτρα και πάμε!»
Για τον Καζαντζάκη, η Σούδα λειτουργεί ως μεταφορά της μοίρας της Κρήτης. Στην οπτική του συγγραφέα, η ελευθερία δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά μια κατάσταση που απαιτεί την απουσία ξένου ελέγχου. Η «ζήλεια των δυνατών» για τον κόλπο της Σούδας περιγράφεται ως μια «κατάρα» που συνοδεύει το νησί στους αιώνες.
Η ρητορική του κυρ Ιδομενέα, αν και φαινομενικά απλοϊκή, κρύβει ένα βαθύ γεωπολιτικό σχόλιο: την ανάγκη του τόπου να αυτοπροσδιοριστεί μακριά από τις ανάγκες των μεγάλων δυνάμεων. Η πέτρα που καλείται να ρίξει ο κάθε Κρητικός στη θάλασσα συμβολίζει την προσωπική ευθύνη και τη συλλογική δράση απέναντι σε μια μοίρα που μοιάζει προδιαγεγραμμένη από τη θέση του νησιού στον χάρτη.
Η λογοτεχνική αυτή προσέγγιση του Καζαντζάκη έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη σύγχρονη πολιτική ορολογία που περιγράφει την Κρήτη ως «αβύθιστο αεροπλανοφόρο». Ενώ οι σημερινοί αναλυτές και πολιτικοί βλέπουν στη Σούδα ένα εργαλείο ισχύος και διπλωματικής επιρροής, ο Καζαντζάκης έβλεπε μια διαρκή απειλή για την αυθυπαρξία του κρητικού λαού.
Το έργο του μας υπενθυμίζει ότι πίσω από τις στρατιωτικές βάσεις και τους ναυτικούς σχεδιασμούς, υπάρχει ένας λαός που η ιστορία του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον αγώνα για ανεξαρτησία.



