Του Τάσου Βάμβουκα*
Η διαφωνία φαίνεται να αντιμετωπίζεται ως εχθρός. Για τον δήμαρχο υπάρχει μία μόνο άποψη. Η δική του. Όλες οι άλλες είτε απαξιώνονται είτε στοχοποιούνται οι εκφραστές τους.
Η Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων Κρήτης τόλμησε να κάνει το αυτονόητο. Άσκησε τον θεσμικό της ρόλο και εισηγήθηκε τη διατήρηση του κτηρίου του πρώην ΙΚΑ. Η απάντηση του δημάρχου δεν ήταν ο διάλογος, αλλά η επίθεση. Στοχοποίησε σε συνεδρίαση του Δ.Σ. την υπηρεσία και τον προϊσταμένου της, κ. Στεφανή, επειδή δεν υπάκουσαν την προαποφασισμένη επιλογή του.
Και δεν σταμάτησε εκεί. Έσπευσε να προεξοφλήσει ακόμη και την απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων. Από πού αντλεί αυτή τη βεβαιότητα; Από θεσμική γνώση ή από την πεποίθηση ότι όλα μπορούν να «πιεστούν» για να περάσει το δικό του;
Η επιστημονικά τεκμηριωμένη άποψη της αρμόδιας υπηρεσίας, που χαρακτηρίζει το κτήριο ως σημαντικό δείγμα μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής, απλώς αγνοείται. Όταν δεν συμφωνεί με τη «βαρύνουσα» άποψή του, δεν έχει αξία. Τόσο απλά.
Έτσι όμως δεν λειτουργεί μια πόλη. Έτσι λειτουργεί μια εξουσία που δεν αντέχει τον αντίλογο.
Για τους ανθρώπους που μεγάλωσαν σε αυτή την πόλη, κτήρια όπως αυτό του ΙΚΑ είναι δεμένα με την ιστορία και τη φυσιογνωμία της. Το κτήριο δεν είναι ένα «παλιό κέλυφος» προς εξαφάνιση. Είναι μέρος της μνήμης και της ταυτότητας της πόλης, από τα ελάχιστα εναπομείναντα δείγματα του μοντερνισμού, σε μια πόλη που έχει ήδη πληρώσει ακριβά την ευκολία της κατεδάφισης και τις λαθεμένες πολιτικές και αντιλήψεις.
Ακόμη και διεθνείς φορείς, όπως ο DOCOMOMO, με ανοιχτή επιστολή, τονίζουν ότι το κτήριο του ΙΚΑ αποτελεί «ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της αρχιτεκτονικής της δεκαετίας του 1960 στην Κρήτη, ίσως το καλύτερο και σημαντικότερο δείγμα της μεταπολεμικής μοντέρνας αρχιτεκτονικής της πόλης». Για τον δήμαρχο όμως αυτά δεν έχουν αξία.
Με λυπεί ιδιαίτερα, διότι ως δήμαρχος εργάστηκα ώστε το νεότερο κέντρο της πόλης, στο οποίο εντάσσεται το κτήριο του ΙΚΑ, να αποκτήσει τη θέση που του αξίζει δίπλα στην παλιά πόλη. Η ανακατασκευή της δημοτικής αγοράς, η ανακατασκευή του ρολογιού, η μελλοντική βιβλιοθήκη, η ανάπλαση του δημοτικού κήπου και η σύνδεσή του με το ανακατασκευασμένο πάρκο Ειρήνης και Φιλίας, η μετεγκατάσταση του δημαρχείου στους Ιταλικούς στρατώνες, η ανάπλαση της οδού Τζανακάκη και πολλά άλλα, ήταν μέρος ενός συνολικού σχεδιασμού και της πολιτικής που ακολουθήσαμε.
Έναν σχεδιασμό που η σημερινή δημοτική αρχή αξιοποίησε επικοινωνιακά, αλλά συχνά αλλοίωσε στην πράξη.
Και το πρόβλημα δεν είναι η οικειοποίηση, είναι η αποτυχία.
Και σαν να μην έφταναν αυτά, προχωρά και σε επιλογές με οικονομικό ανορθολογισμό. Προκηρύσσει διαγωνισμό κατεδάφισης χωρίς τις αναγκαίες εγκρίσεις, με ήδη αναδειχθέντα ανάδοχο ύψους 177.000 ευρώ.
Και μετά την κατεδάφιση, πού θα βρεθούν τα εκατομμύρια για την κατασκευή νέου κτηρίου το οποίο μάλιστα δεν ανήκει στον δήμο; Με ποια οικονομικά κριτήρια ελήφθη αυτή η απόφαση; Και με ποιο πρόσθετο κόστος για τους δημότες, αν συνυπολογιστούν και μισθώματα της τάξης των 6.000–9.000 ευρώ τον μήνα;
Και όλα αυτά, ενώ αγνοείται το προφανές. Ότι η αποκατάσταση και επανάχρηση του κτηρίου θα ήταν σαφώς πιο οικονομική λύση.
Η κατεδάφιση του κτηρίου του ΙΚΑ, μαζί με την απώλεια 2,5 εκατομμυρίων ευρώ από την απένταξη του κτηρίου της Τζανακάκη που προοριζόταν για τη νέα βιβλιοθήκη, αποτυπώνουν ξεκάθαρα το πρόβλημα στη διαχείριση των υποθέσεων της πόλης από την δημοτική αρχή. Και όμως, το πρόβλημα, κατά τον δήμαρχο, είναι όσοι διαφωνούν.
Η πόλη δεν είναι προσωπικό σχέδιο κανενός. Δεν είναι χώρος επιβολής, αλλά συλλογικής ευθύνης.
Και η ιστορία της δεν κατεδαφίζεται για να χωρέσει σε προσωπικές εμμονές.
Αν υπάρχει ακόμη μια θεσμική ασπίδα, αυτή είναι το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων. Εκεί θα κριθεί αν θα επικρατήσει η προστασία ή η κατεδάφιση, αν θα προστατευτεί η πόλη ή αν θα επιβεβαιωθεί, για ακόμη μία φορά, ότι κάποιοι τη θεωρούν ιδιοκτησία τους.
*τ. δήμαρχος Χανίων



