Η πρόσφατη, τρίτη κατά σειρά, διαγραφή του Παύλου Πολάκη από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επαναφέρει στο προσκήνιο τις βαθιές εσωκομματικές αντιθέσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Σε αντίθεση με τις δύο προηγούμενες περιπτώσεις, όπου μπορούσαν να εντοπιστούν ουσιαστικοί λόγοι για την επιβολή της συγκεκριμένης ποινής, η τωρινή απόφαση εμφανίζεται σε μεγάλο βαθμό μετέωρη. Η αφορμή που την προκάλεσε δεν αφορούσε κάποια ακραία τοποθέτηση, αλλά τη δημόσια επισήμανση ενός υπαρκτού και ουσιαστικού προβλήματος στο εσωτερικό του κόμματος.
Η ρίζα της αντιπαράθεσης και η σιωπή της ηγεσίας
Στην πραγματικότητα, ο Παύλος Πολάκης έθεσε ένα καίριο ζήτημα: τη διαπίστωση ότι μια σειρά από κορυφαία στελέχη, συμπεριλαμβανομένων και εκλεγμένων βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, τοποθετούνται στον δημόσιο λόγο σαν να ανήκουν ήδη σε έναν νέο πολιτικό φορέα υπό τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος ωστόσο δεν έχει ακόμη δημιουργηθεί.
Ενώ η αναμενόμενη και πολιτικά λογική αντίδραση από την πλευρά του προέδρου του κόμματος θα ήταν να παρέμβει αποφασιστικά και να επιβάλει την κομματική τάξη, ο Σωκράτης Φάμελλος επέλεξε την οδό της σιωπής. Υπό αυτό το πρίσμα, η διαγραφή του κ. Πολάκη εγείρει σοβαρά ερωτήματα, καθώς φαίνεται ότι τιμωρήθηκε επειδή κατέγραψε την εικόνα διάλυσης του κόμματος και την αδυναμία της ηγεσίας να εξασφαλίσει την έκφραση έστω μίας ενιαίας πολιτικής γραμμής.
Ο στρατηγικός στόχος πίσω από την απομάκρυνση
Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την εκτίμηση ότι η απομάκρυνση του Παύλου Πολάκη δεν ήταν μια αυθόρμητη αντίδραση, αλλά μια συνειδητή επιλογή του Σωκράτη Φάμελλου, ο οποίος αναζητούσε την κατάλληλη αφορμή για να απαλλαγεί από την παρουσία του. Άραγε, ο αντικειμενικός σκοπός αυτής της κίνησης συνδέεται άμεσα με τον ευρύτερο σχεδιασμό για την επόμενη ημέρα στον χώρο της Κεντροαριστεράς;
Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει την αναίμακτη ενσωμάτωση του κόμματος στο επερχόμενο πολιτικό εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα;
Σε έναν τέτοιο σχεδιασμό, η παρουσία του Παύλου Πολάκη θα αποτελούσε έναν αστάθμητο και απρόβλεπτο παράγοντα. Θεωρείται μάλιστα κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι δεν θα επέτρεπε μια τέτοια μετάβαση να συμβεί παθητικά, αλλά θα επιχειρούσε να θέσει πολύ συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις.



