Του Πολ Κρούγκμαν
Όταν οι ηγέτες των δύο ισχυρότερων κρατών του κόσμου συναντήθηκαν στο Πεκίνο, ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ μίλησε για τα διδάγματα της ιστορίας:
«Μπορούν η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες να υπερβούν τη λεγόμενη “Παγίδα του Θουκυδίδη” και να διαμορφώσουν ένα νέο πρότυπο σχέσεων μεταξύ μεγάλων δυνάμεων;».
Ο Ντόναλντ Τραμπ, από την άλλη, μίλησε για το φαστ φουντ:
«Όπως πολλοί Κινέζοι αγαπούν πλέον το μπάσκετ και τα μπλε τζιν, έτσι και τα κινεζικά εστιατόρια στην Αμερική σήμερα ξεπερνούν αριθμητικά τις πέντε μεγαλύτερες αλυσίδες φαστ φουντ των Ηνωμένων Πολιτειών μαζί. Κι αυτό λέει πολλά.»
Τέλος πάντων, θα έπρεπε πράγματι η Κίνα να ανησυχεί για την Παγίδα του Θουκυδίδη; Όχι όσο βρίσκεται στην εξουσία κάποιος τόσο αξιολύπητος όσο ο Τραμπ.
Η Παγίδα του Θουκυδίδη αναφέρεται στη θεωρία – που διατύπωσε αρχικά ο Έλληνας ιστορικός για τον πόλεμο ανάμεσα στην Αθήνα και τη Σπάρτη – ότι οι συγκρούσεις ξεσπούν όταν μια δύναμη σε παρακμή έρχεται αντιμέτωπη με έναν ανερχόμενο αντίπαλο.
Έτσι, ο Σι προσέβαλλε έμμεσα τις Ηνωμένες Πολιτείες, παρουσιάζοντάς τες ως έθνος σε παρακμή. Κάποιος μάλλον το εξήγησε αυτό στον Τραμπ, ο οποίος έσπευσε στο Truth Social να δηλώσει ότι ο Σι αναφερόταν στην αμερικανική παρακμή επί του «Υπναρά Τζο Μπάιντεν» και όχι τώρα που εκείνος έχει κάνει την Αμερική «το πιο καυτό έθνος στον κόσμο».
Στην πραγματικότητα, η διαδεδομένη κινεζική αντίληψη ότι η Αμερική βρίσκεται σε παρακμή έχει ενισχυθεί ακόμη περισσότερο κατά τη δεύτερη προεδρία Τραμπ.
Σύμφωνα με τους New York Times, τον Ιανουάριο ένα εθνικιστικό think tank του Πεκίνου, συνδεδεμένο με το Πανεπιστήμιο Ρενμίν, δημοσίευσε μια θριαμβευτική έκθεση για τον πρώτο χρόνο της επιστροφής του Τραμπ στην εξουσία.
Η έκθεση υποστήριζε ότι οι δασμοί του, οι επιθέσεις προς συμμάχους, οι αντιμεταναστευτικές πολιτικές και οι επιθέσεις του στο αμερικανικό πολιτικό κατεστημένο ενίσχυσαν άθελά τους την Κίνα, ενώ αποδυνάμωσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο τίτλος της ήταν: «Ευχαριστούμε, Τραμπ».
Και όλα αυτά πριν από το φιάσκο στο Ιράν.
Έτσι, όπως στην Παγίδα του Θουκυδίδη, θα επιτεθεί μια παρακμάζουσα Αμερική σε μια ανερχόμενη Κίνα; Όχι με τη σημερινή ηγεσία — ή τουλάχιστον όχι με αποτελεσματικό τρόπο.
Ο Τραμπ και οι αξιωματούχοι του υποτιμούν συνεχώς τον προκάτοχό του. Η επίθεση κατά του Τζο Μπάιντεν έχει γίνει η καθολική τους απάντηση σε ερωτήσεις για τις αποτυχίες της πολιτικής Τραμπ και τη βουτιά στις δημοσκοπήσεις.
Ωστόσο, η κυβέρνηση Μπάιντεν αντιμετώπισε σοβαρά την τεχνολογική και βιομηχανική πρόκληση της Κίνας. Ο νόμος CHIPS and Science Act αποσκοπούσε ρητά στην ενίσχυση του αμερικανικού τεχνολογικού τομέα απέναντι στις κινεζικές προόδους στην πληροφορική, ενώ ο Inflation Reduction Act επιδίωκε να περιορίσει την αυξανόμενη κινεζική κυριαρχία στην ηλεκτροτεχνολογία μέσω της στήριξης βιομηχανιών ανανεώσιμης ενέργειας.
Ο Τραμπ, αντίθετα, κινήθηκε γρήγορα για να ακυρώσει τη βιομηχανική πολιτική του Μπάιντεν, οδηγώντας —μεταξύ άλλων— σε αισθητή πτώση των επενδύσεων στη μεταποίηση.
Έχοντας εγκαταλείψει τη βιομηχανική πολιτική, στράφηκε στις εμπορικές συμφωνίες.
Μετά το ταξίδι του στο Πεκίνο, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι:
«Ο πρόεδρος Τραμπ διαπραγματεύτηκε ένα εκτεταμένο πακέτο δεσμεύσεων που θα δημιουργήσει καλοπληρωμένες αμερικανικές θέσεις εργασίας και θα ανοίξει νέες αγορές για αμερικανικά προϊόντα.»
Το βασικό στοιχείο αυτού του πακέτου ήταν η κινεζική δέσμευση να αγοράζει αμερικανικά αγροτικά προϊόντα αξίας 17 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως, επιπλέον προηγούμενων δεσμεύσεων για περισσότερη σόγια.
Βέβαια, η λέξη «δέσμευση» μάλλον χρειάζεται εισαγωγικά: η Κίνα είχε δώσει παρόμοιες υποσχέσεις και στην πρώτη θητεία Τραμπ, χωρίς ποτέ να τις τηρήσει.
Αλλά ας υποθέσουμε ότι αυτή τη φορά θα το κάνει. Πόσο μεγάλο είναι αυτό το «εκτεταμένο πακέτο»;
Εγκαταλείποντας τις προσπάθειες του Μπάιντεν και ακολουθώντας αυτό που θεωρεί «τέχνη της συμφωνίας», ο Τραμπ αντάλλαξε ουσιαστικά μια σοβαρή προσπάθεια να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα της Αμερικής στην προηγμένη τεχνολογία με έναν σωρό σόγιας — και μάλιστα μικρό σωρό.
Θα μπορούσα να συνεχίσω, αλλά καταλαβαίνετε το νόημα.
Η παγκόσμια σκηνή σήμερα δεν κυριαρχείται από τη σύγκρουση ανάμεσα σε μια ανερχόμενη και μια παρακμάζουσα υπερδύναμη, επειδή η παρακμάζουσα δύναμη καθοδηγείται από έναν άνθρωπο που δεν έχει ιδέα τι κάνει μεγάλες τις μεγάλες δυνάμεις, αποσπάται εύκολα από ασήμαντα πράγματα, επικεντρώνεται στον προσωπικό πλουτισμό και τη μεγαλομανία, και φαντασιώνεται τον εαυτό του ως Ιησού.
Αν θέλετε κλασικές αναλογίες, σκεφτείτε τη σημερινή Αμερική σαν τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία επί Καλιγούλα — αν και ο Καλιγούλας δεν προκάλεσε ούτε κατά διάνοια τόση ζημιά…



