Στο επίκεντρο έντονων αντιπαραθέσεων και σοβαρών ανησυχιών βρέθηκε η διαδικασία της κτηματογράφησης στην Κρήτη, κατά τη διάρκεια ενημερωτικής εκδήλωσης που πραγματοποιήθηκε στο Εμποροβιομηχανικό Επιμελητήριο Χανίων (ΕΒΕΧ). Χανιώτες μηχανικοί, νομικοί και εκπρόσωποι ιδιοκτητών εξέφρασαν τη βαθιά ανησυχία τους προς το Διοικητικό Συμβούλιο του «Ελληνικού Κτηματολογίου», αναδεικνύοντας ως μείζον ζήτημα την επικάλυψη δασικών εκτάσεων πάνω σε ιδιωτικές περιουσίες.
Οι τοπικοί φορείς επιμένουν στην ανάγκη χορήγησης μακροχρόνιας παράτασης ή θέσπισης νομοθετικής τροπολογίας, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο αλλοίωσης και αμφισβήτησης χιλιάδων περιουσιών, την ώρα που η διοίκηση του φορέα επικαλείται ανυπέρβλητες δεσμεύσεις ευρωπαϊκής συγχρηματοδότησης που επιβάλλουν την οριστική ολοκλήρωση του έργου εντός του 2026.
Ένταση στο ΕΒΕΧ για τις δασικές επικαλύψεις και το αίτημα για παρατάσεις




Η αίθουσα του ΕΒΕΧ γέμισε ασφυκτικά από επαγγελματίες του τεχνικού και νομικού κλάδου, οι οποίοι μετέφεραν το εκρηκτικό κλίμα ανασφάλειας που επικρατεί στους πολίτες της περιφέρειας. Όπως τονίστηκε, η τρέχουσα πρακτική έχει ως αποτέλεσμα ιδιωτικά δικαιώματα ιδιοκτησίας να καταχωρούνται αδιακρίτως υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, προβάλλοντας ως μοναδικό κριτήριο τον δασικό χαρακτήρα των περιοχών. Το πρόβλημα επιτείνεται από τεχνικά σφάλματα στις αναρτήσεις, όπως μετατοπισμένα γεωτεμάχια, λανθασμένες αποτυπώσεις και ελαττωματικά περιγράμματα ιδιοκτησιών.
Οι επιστήμονες των Χανίων επανέφεραν το αίτημα που είχαν καταθέσει ήδη από τις 24 Μαρτίου για άμεση νομοθετική ρύθμιση, υπογραμμίζοντας ότι η Κρήτη διαθέτει ιδιαιτερότητες στο ιδιοκτησιακό της καθεστώς που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με οριζόντιες προσεγγίσεις. Προειδοποίησαν μάλιστα ότι αν τα σφάλματα αυτά δεν διορθωθούν τώρα, οι πολίτες θα εγκλωβιστούν στο στάδιο του λειτουργούντος Κτηματολογίου σε μια δαπανηρή και χρονοβόρα διαδικασία, αναγκαζόμενοι να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη με τη συνδρομή δικηγόρων και μηχανικών για να αποδείξουν ότι οι περιουσίες τους είναι πράγματι δικές τους.
Στην εκδήλωση παρέστησαν ο Πρόεδρος του «Ελληνικού Κτηματολογίου», Θάνος Λίπας, η Γενική Διευθύντρια, Ολυμπία Μαρκέλλου, και το στέλεχος Στεριανή Λιόλιου, προκειμένου να απαντήσουν στα δεκάδες ερωτήματα που έθεσαν ο Δικηγορικός Σύλλογος Χανίων, το ΤΕΕ Τμήμα Δυτικής Κρήτης και τοπικοί συμβολαιογράφοι.
Η θεσμική απάντηση της διοίκησης και το ανυπέρβλητο ορόσημο του 2026




Η Γενική Διευθύντρια του Κτηματολογίου, Ολυμπία Μαρκέλλου, πήρε τον λόγο για να ξεκαθαρίσει το αυστηρό πλαίσιο εντός του οποίου είναι υποχρεωμένος να κινηθεί ο φορέας, απορρίπτοντας κάθε ενδεχόμενο για μακροχρόνιες παρατάσεις λόγω των αντικειμενικών δεσμεύσεων της χώρας.
Προκάλεσε όμως το γέλιο και γιούχα του συνόλου σχεδόν των παρευρισκομένων όταν είπε ότι η διοίκηση του Κτηματολογίου προτίθεται να εισηγηθεί μια τεχνική παράταση μόλις 6 ημερών, αναδεικνύοντας το χάσμα ανάμεσα των αναγκών της τοπικής κοινωνίας και τους υπηρεσιακούς σχεδιασμούς.
Στη συνέχεια η κ. Μαρκέλλου αφού παρακάλεσε τους παρευρισκόμενους να σταματήσουν να γελούν είπε:
«Δεν απαντώ απολογιστικά, απαντώ επί της ουσίας όσον αφορά τη μελέτη της περιοχής… Λοιπόν, υπάρχει μια εμπρόθεσμη προσέλευση, στην οποία δίνεται ένα 15ήμερο για να καλυφθούν τυχόν ελλείψεις σε αυτήν την ηλεκτρονική υποβολή της αίτησης διόρθωσης, η οποία έχει γίνει εντός του προβλεπόμενου χρόνου. Άρα, αν προσμετρήσω στις 6 ημέρες —που ευελπιστώ ότι η ελληνική Βουλή θα δώσει ως παράταση— και τις επιπλέον 15 ημέρες, μιλάμε συνολικά για 21 ημέρες. Αν εσείς ήρθατε εδώ για να ακούσετε από τα δικά μου χείλη ότι εγώ θα εισηγηθώ, ως Κτηματολόγιο, να πάρει παράταση 18 μηνών η μελέτη του Ηρακλείου, του Ρεθύμνου ή του Βορείου Αιγαίου, σας ξεκαχαρίζω ότι δεν μπορώ να το κάνω. Και δεν μπορώ, διότι η χώρα έχει συγχρηματοδοτηθεί γι’ αυτό το έργο. Το έργο οφείλει αντικειμενικά να περαιωθεί στις 31/12/2026 κι εγώ υποχρεούμαι να θέσω ως καταληκτική ημερομηνία περαίωσης των μελετών την 31η Δεκεμβρίου του 2026. Συνεπώς, δεν υπάρχει καμία υπηρεσιακή δυνατότητα από τον φορέα να δεσμευτεί ή να υποσχεθεί κάτι που αντικειμενικά είναι αδύνατο να συμβεί.»
Νομοθετικές απλοποιήσεις: Από το «Αγνώστου» στο «Γνωστού»



Παρά τα πιεστικά χρονοδιαγράμματα, η ηγεσία του Κτηματολογίου εστίασε στις πρόσφατες νομοθετικές απλοποιήσεις (Ν. 5142/2024 και Ν. 4821/2021) που στοχεύουν στην παράκαμψη των δικαστικών οδών για τη διόρθωση των αρχικών εγγραφών, καλώντας τους φορείς σε κοινή δράση. Όπως εξήγησε η κ. Μαρκέλλου, η παλαιότερη υποχρέωση για προσκόμιση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης προκειμένου να τροποποιηθεί ένα ακίνητο «αγνώστου ιδιοκτήτη» έχει αντικατασταθεί από ταχύτερες διοικητικές διαδικασίες.
Συγκεκριμένα, για τα εντός σχεδίου ακίνητα σε αστικό περιβάλλον, εφόσον ο πολίτης διαθέτει ήδη μεταγεγραμμένο τίτλο ιδιοκτησίας, η μεταβολή σε «γνωστού» πραγματοποιείται πλέον με μια απλή αίτηση πρόδηλου σφάλματος η οποία υποβάλλεται ατελώς, με την προσκόμιση του τίτλου και του πιστοποιητικού μεταγραφής. Αντίστοιχη ελαφρυντική διαδικασία ισχύει και για τα δασικά ακίνητα:
«Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που έχουμε ένα δασικό ακίνητο, το οποίο έχει αποχαρακτηριστεί από την αρμόδια Επιτροπή Εξέτασης Αντιρρήσεων; Ο ιδιοκτήτης έρχεται με το αποτέλεσμα της επιτροπής και υποβάλλει αίτηση πρόδηλου σφάλματος ατελώς (σύμφωνα με τις νέες νομοθετικές απλοποιήσεις), και η κυριότητα αλλάζει άμεσα, το ακίνητο γίνεται γνωστού ιδιοκτήτη. Αυτό ισχύει σε κάθε φάση: είτε τώρα, είτε κατά τη διάρκεια της αναμόρφωσης της βάσης, ακόμη και αν περαιωθούν οι μελέτες και μπούμε στις αρχικές εγγραφές. Με την απόφαση της Επιτροπής Εξέτασης Αντιρρήσεων του δασικού χάρτη, το Ελληνικό Κτηματολόγιο προβαίνει ατελώς στην αλλαγή, χωρίς να απαιτείται πλέον κοινοποίηση στο Ελληνικό Δημόσιο.»
Η κ. Μαρκέλλου κάλεσε το TEE και τον Δικηγορικό Σύλλογο —που αποτελούν αμφότερα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου εποπτευόμενα από τα Υπουργεία Περιβάλλοντος και Δικαιοσύνης αντίστοιχα— να αποφύγουν το κλίμα άμυνας και αντιπαράθεσης, συνεργαζόμενα στενά με τα έμπρακτα στελέχη του Κτηματολογίου για την εξεύρεση κοινού θεσμικού εδάφους.
Η παρέμβαση του νομικού κόσμου: Το άρθρο 62 του Ν. 998/79



Από την πλευρά του νομικού κόσμου των Χανίων, ο Γραμματέας του Δικηγορικού Συλλόγου, Μπάμπης Ζολινδάκης, μετέφερε την έντονη δυσαρέσκεια των πολιτών, στρέφοντας τα βέλη του και κατά των βουλευτών του νησιού για την απουσία τους και την ελλιπή κατανόηση των τοπικών γεωιδιοκτησιακών ιδιαιτεροτήτων.
Ο κ. Ζολινδάκης υπογράμμισε στην τοποθέτησή του:
«Τι πρέπει να κάνουμε, λοιπόν; Να απαιτήσουμε την εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας. Δυστυχώς, ακόμα δεν έχει εμπεδοθεί από τους βουλευτές του νησιού μας ότι η Κρήτη έχει μια ιδιόμορφη γεωιδιοκτησιακή κατάσταση.»
Εστιάζοντας στο δικονομικό βάρος εντός των δικαστικών αιθουσών, ο Γραμματέας του Συλλόγου ανέλυσε το νομικό παράδοξο που αντιμετωπίζουν οι Κρητικοί ιδιοκτήτες:




«Η κατάσταση είναι εξαιρετικά δύσκολη, ακόμα και όταν μιλάς με τους τεχνοκράτες του Κτηματολογίου. Θέλω να σταθώ ιδιαίτερα στο δικονομικό βάρος στο πλαίσιο μιας πολιτικής δίκης. Προτείναμε ήδη να τροποποιηθεί ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, ώστε όταν το Δημόσιο εγείρει αγωγή για τη διεκδίκηση μιας έκτασης, εάν δεν μπορεί να προσκομίσει δικούς του τίτλους ιδιοκτησίας, η διεκδίκησή του να κρίνεται πρόδηλα απαράδεκτη. Αυτό, άλλωστε, το έχουν κρίνει επανειλημμένα τα δικαστήρια, από το Συμβούλιο της Επικρατείας μέχρι τα κατά τόπους Πρωτοδικεία. Αν αυτό το δικονομικό βάρος έχει αποτυπωθεί ρητά στη νομοθεσία, και συγκεκριμένα στο άρθρο 62 του νόμου 998/1979, είναι ακριβώς επειδή το άρθρο αυτό ενσωματώνει μια ιστορική πραγματικότητα για το νησί (τη μη ισχύ του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου). Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, ο νομοθέτης να αρνείται να εφαρμόσει αυτή την ιστορική πραγματικότητα, όπως αυτή έχει αποτυπωθεί στο συγκεκριμένο άρθρο, και να επιτρέπει στη Διεύθυνση Δασών να δηλώνει με τόση ευκολία δικαιώματα κυριότητας, προβάλλοντας απλώς και μόνο τον δασικό χαρακτήρα μιας έκτασης;»
Ο κ. Ζολινδάκης καυτηρίασε επίσης τη θέση των τεχνοκρατών του φορέα, οι οποίοι διαχωρίζουν τον δασικό χαρακτήρα από το ιδιοκτησιακό καθεστώς.
«Μα αυτό ακριβώς λέμε κι εμείς!» ανέφερε, συμπληρώνοντας ότι ακριβώς επειδή πρόκειται για δύο διαφορετικά πράγματα, το Δημόσιο στερείται του δικαιώματος να επικαλείται τον δασικό χαρακτήρα μιας ιδιωτικής γης για να τη διεκδικήσει υπό το πρόσχημα του δημοσίου συμφέροντος.
Κατέληξε δε, σημειώνοντας ότι οι μέχρι τώρα προτεινόμενες νομοθετικές παρεμβάσεις της πολιτείας παραμένουν γενικές και δεν αγγίζουν την ουσία του προβλήματος.



