Η κοινωνική αντιπαράθεση γύρω από την έξαρση της έμφιλης βίας και η θεσμική διαχείριση των εγκλημάτων στο πλαίσιο της ενδοοικογενειακής κακοποίησης επανέρχονται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου. Σε τηλεοπτική της παρέμβαση στην εκπομπή «Χαμογέλα και Πάλι!» του σταθμού Mega, η παιδίατρος και εκπρόσωπος νεοσύστατου κοινωνικού κινήματος, Μαρία Καρυστιανού, κατέθεσε μια σφαιρική και εν πολλοίς διαφοροποιημένη προσέγγιση γύρω από τη χρήση του όρου «γυναικοκτονία».
Η τοποθέτησή της, η οποία πραγματοποιήθηκε, επικεντρώνεται στην ανάγκη ριζικής αντιμετώπισης των κοινωνικών αιτιών που γεννούν τη βία, στην απόρριψη ορολογιών που, κατά την ίδια, αναπαράγουν το στερεότυπο του «αδύναμου φύλου», καθώς και στην κατάθεση ενός συγκεκριμένου πλάνου θεσμικής πρόληψης.
Νομική ισότητα έναντι κοινωνικής παρακμής
Η συζήτηση εκκινεί από τον διαχωρισμό ανάμεσα στη νομική υπόσταση της ανθρώπινης ζωής και τις κοινωνικές συνθήκες που ευνοούν την εκδήλωση εγκληματικών συμπεριφορών. Από νομικής πλευράς, η κ. Καρυστιανού υπογράμμισε ότι η αξία της ζωής παραμένει αδιαπράγματευτα ίδια για κάθε άνθρωπο, ανεξαρτήτως φύλου ή εθνικότητας, γεγονός που αποτυπώνεται στην αυστηρότητα των προβλεπόμενων ποινών για τις ανθρωποκτονίες.
Ωστόσο, η ίδια αναγνώρισε ότι το φαινόμενο της δολοφονίας γυναικών λόγω έμφυλης βίας αποτελεί ένα βαθύ τραύμα με σύνθετη αιτιολογία, η οποία συνδέεται με τις ευρύτερες παθογένειες της σύγχρονης πραγματικότητας.
«Από τη μία πλευρά, κουβαλάμε ακόμη μια αναχρονιστική πατριαρχική δομή με μια εμμονική κουλτούρα ανδρικής κυριαρχίας και υπεροχής. Από την άλλη, η γενικότερη ηθική και κοινωνική παρακμή —με την ισοπέδωση της παιδείας που έχει αποκοπεί πλήρως από τον πολιτισμό, τη φτωχοποίηση, την ανεργία και την παντελή απουσία οράματος και ελπίδας— γεννά και τρέφει τη βία. Σε αυτή τη δυστοπική πραγματικότητα, η παρουσία ενός σοβαρού κράτους, που δεν μεταφέρει απλώς τις παθογένειες από χρονιά σε χρονιά αλλά μεριμνά ουσιαστικά για τους πολίτες, είναι επιτακτική ανάγκη.»
Οι ενστάσεις για τον όρο «γυναικοκτονία» και το στερεότυπο του ευάλωτου
Παρά τη γενικότερη παραδοχή για την ύπαρξη έμφυλων διακρίσεων, η κ. Καρυστιανού εξέφρασε τη ρητή διαφωνία της με τη χρήση του όρου «γυναικοκτονία» στον δημόσιο και νομικό λόγο, υποστηρίζοντας ότι η συγκεκριμένη επιλογή ενδέχεται να επιφέρει αντίθετα αποτελέσματα από τα επιδιωκόμενα.
«Ως γυναίκα, πάντως, θα σας πω —με τον κίνδυνο ακόμη και να δεχθώ επίθεση, αλλά αυτή είναι η προσωπική μου αλήθεια— ότι ο όρος “γυναικοκτονία” προσωπικά θεωρώ ότι τονίζει άσκοπα τη διάκριση μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το χειρότερο είναι ότι τοποθετεί αυτόματα τη γυναίκα στην κατηγορία των “ευάλωτων ομάδων”, αναπαράγοντας το στερεότυπο του “αδύναμου φύλου”. Δεν πιστεύω καθόλου ότι η γυναίκα ανήκει στο αδύναμο φύλο. Μπορεί να μην έχει λάβει ακόμη τη θέση που της αξίζει πραγματικά στην κοινωνία —κάτι που εύχομαι να συμβεί σύντομα— όμως ορολογίες που διχάζουν ή δράσεις που ενισχύουν τη διάκριση των φύλων θεωρώ ότι λειτουργούν αντίθετα από τον στόχο τους.»
Η νοσηρή αίσθηση ιδιοκτησίας και η κριτική στη βιολογική ευαλωτότητα
Απαντώντας σε δημοσιογραφικές επισημάνσεις σχετικά με τη στατιστική υπεροχή των γυναικοκτονιών στο πλαίσιο της ενδοοικογενειακής βίας και τη βιολογική ασυμμετρία στη σωματική διάπλαση, η κ. Καρυστιανού μετατόπισε το βάρος της ανάλυσης από τη φυσική ρώμη στο ψυχολογικό και κοινωνικό υπόβαθρο του θύτη.
Υποστήριξε ότι η απώλεια της ζωής των θυμάτων δεν οφείλεται στην αδυναμία σωματικής άμυνας, καθώς τα εγκλήματα μπορούν να διαπραχθούν εξίσου με τη χρήση όπλων, αλλά στην εσωτερικευμένη αντίληψη του δράστη περί κυριαρχίας.
«Τα θύματα αυτών των εγκλημάτων δεν χάνουν τη ζωή τους επειδή είναι σωματικά πιο αδύναμα και δεν μπορούν να αμυνθούν· πεθαίνουν επειδή ο θύτης διακατέχεται από μια νοσηρή αίσθηση ιδιοκτησίας και κτήσης απέναντί τους. Πρόκειται για εγκλήματα που πηγάζουν από το πάθος, τη ζήλεια και βαθύτερα ψυχολογικά προβλήματα. […] Αντί να ανακυκλώνουμε τη λογική ότι η γυναίκα είναι εξ ορισμού ένα “αδύναμο θύμα” που χρειάζεται προστασία ως ευάλωτη ομάδα, οφείλουμε θεσμικά να τη μετακινήσουμε στη θέση του ισότιμου ενήλικα δίπλα στον άνδρα.»
Η πρότασή της επικεντρώνεται στην οικοδόμηση μιας κοινωνίας ενηλίκων που θα προστατεύει συλλογικά τον θεσμό της οικογένειας, ο οποίος αποτελεί τον βασικό πυρήνα της κοινωνικής δομής και πλήττεται σοβαρά από τη γενικευμένη κρίση αξιών.
Το πλάνο πρόληψης και η παιδιατρική εμπειρία για την κακοποίηση ανηλίκων
Η κ. Καρυστιανού, επικαλούμενη την επαγγελματική της ιδιότητα ως παιδίατρος, τόνισε ότι η βία δεν πρέπει να απομονώνεται επιλεκτικά, καθώς εκδηλώνεται με εξαιρετική ένταση και απέναντι στα παιδιά, με πολλά περιστατικά κακοποίησης ανηλίκων να καταλήγουν σε θανάτους. Στο πλαίσιο αυτό, παρουσίασε τους βασικούς άξονες του κινήματος για την αντιμετώπιση του φαινομένου, με απόλυτο προσανατολισμό στην πρόληψη.
Η στρατηγική του κινήματος διαρθρώνεται σε συγκεκριμένες θεσμικές παρεμβάσεις:
-
Αυστηροποίηση της νομοθεσίας: Άμεση αυστηροποίηση των ποινών για την ενδοοικογενειακή βία, την παρενόχληση και την κακοποίηση κάθε μορφής, οι οποίες αναγνωρίζονται ως τα πρόδρομα σημάδια πριν από την εκδήλωση βαρύτερων εγκλημάτων.
-
Αναβάθμιση των δομών υποστήριξης: Ριζική ενίσχυση και στελέχωση των υπαρχουσών δομών, με πρόταση για τη λειτουργία τους σε εικοσιτετράωρη βάση (καθεστώς 24/7) για την εξασφάλιση πλήρους προστασίας.
-
Ολιστική πλαισίωση των θυμάτων: Παροχή ολοκληρωμένης ψυχολογικής, οικονομικής και νομικής στήριξης, με ταυτόχρονη εξασφάλιση ασφαλούς φιλοξενίας. Η παρέμβαση αυτή κρίνεται αναγκαία καθώς, όπως επεσήμανε, πολλές κακοποιημένες γυναίκες αποφεύγουν να προχωρήσουν σε καταγγελίες υπό τον φόβο της παρακολούθησης και των σκληρών αντιποίνων από την πλευρά του θύτη.
Εργασιακές ανισότητες και στρεβλά κοινωνικά πρότυπα
Καταλήγοντας, η εκπρόσωπος του κινήματος αναφέρθηκε στις στρεβλώσεις που προκύπτουν στον εργασιακό τομέα στο όνομα μιας εσφαλμένης αντίληψης περί εξάλειψης των ανισοτήτων.
Επεσήμανε ότι η απασχόληση γυναικών σε θέσεις που ξεπερνούν τις βιολογικές τους αντοχές —όπως στην καθαριότητα πίσω από απορριμματοφόρα με μεταφορά βαρέων κάδων— έχει οδηγήσει σε εκατοντάδες εργατικά ατυχήματα σε όλη την Ευρώπη.
Το γεγονός αυτό, κατά την κ. Καρυστιανού, επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα παραμένει βαθιά κοινωνικό και σχετίζεται με τα κυρίαρχα πρότυπα κουλτούρας, υπογραμμίζοντας εκ νέου την αντίθεσή της με τη μετατροπή του ζητήματος σε μια αμιγώς φυλετική αντιπαράθεση που εκλαμβάνει εκ των προτέρων τη γυναίκα ως ασθενέστερη.



