Η εξέλιξη της δικαστικής και κοινωνικής διάστασης της ανθρωποκτονίας της 45χρονης Σταυρούλας Λεβεντάκη φέρνει στο προσκήνιο ζητήματα δεοντολογίας των μέσων ενημέρωσης και διαχείρισης της ιδιωτικότητας των προσώπων που βρίσκονται στο στενό περιβάλλον των εμπλεκομένων. Με επίσημη ανακοίνωση που εξέδωσε μέσω του πληρεξούσιου δικηγόρου της, η σύντροφος του 43χρονου καθ’ ομολογίαν δράστη ζητά συγγνώμη από την οικογένεια και τους συγγενείς του θύματος. Η παρέμβαση αυτή πραγματοποιείται στον απόηχο δημοσιευμάτων που αναπαρήγαγαν προηγούμενες αναφορές της για τη θανούσα, με την ίδια να διευκρινίζει ότι οι εν λόγω τοποθετήσεις έγιναν υπό καθεστώς έντονης ψυχικής πίεσης και χωρίς τη γνώση ότι η συνομιλία της με τους δημοσιογράφους κατεγράφετο προς δημόσια αναπαραγωγή.
Στο κείμενο της δήλωσής της, η γυναίκα εξηγεί αναλυτικά τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η επικοινωνία της με τους εκπροσώπους του Τύπου, υπογραμμίζοντας ότι δεν είχε την πρόθεση να εκθέσει τις απόψεις της στη δημόσια σφαίρα. Όπως αναφέρει, η αντίληψή της ήταν ότι συμμετείχε σε μια ιδιωτική, ανεπίσημη συζήτηση, καθώς στερείται εξοικείωσης με τις εσωτερικές διαδικασίες λειτουργίας των μέσων ενημέρωσης, ενώ σημειώνει ότι δεν παρείχε ποτέ τη συγκατάθεσή της για την ηχογράφηση των λεγομένων της.
Ολόκληρη η δήλωση της συντρόφου του 43χρονου που δόθηκε μέσω του δικηγόρου της:
Προϊόντος του χρόνου και αναγνωρίζοντας το ατυχές των έως τώρα δηλώσεων που έχουν αναπαραχθεί απο τα Μ.Μ.Ε. της χώρας, νιώθω την ανάγκη να διευκρινίσω τα εξής: οι δηλώσεις που έχουν δημοσιευθεί και αναπαραχθεί σε όλα τα Μ.Μ.Ε τις τελευταίες ημέρες, αποδίδονται σε συνομιλία μου με δημοσιογράφο, την οποία αντιλαμβανόμουν ως ανεπίσημη.
Δεν είχα την αντίληψη, ούτε την πεποίθηση, ότι παρείχα συναίνεση για ηχογράφηση και δημόσια χρήση, ενώ δεν θυμάμαι να μου ζητήθηκε κάτι τέτοιο. Με δεδομένο δε ότι δεν είμαι εξοικειωμένη με τις διαδικασίες των μέσων ενημέρωσης, η αντίληψή μου ήταν ότι δεν συμμετείχα σε διαδικασία καταγραφής προς δημόσια χρήση.
Οι φράσεις που μου αποδίδονται, και οι χαρακτηρισμοί για το πρόσωπο της εκλιπούσης, ειπώθηκαν σε στιγμή σοκ και έντονης ψυχικής φόρτισης, κατάσταση που με συνοδεύει ακόμη. Στην πραγματικότητα, δεν αντανακλούν ώριμη και συνειδητή στάση ή κρίση, αλλά σοκ, άρνηση, σύγχυση και ντροπή που βίωνα. Δεν ήμουν σε θέση να σταθμίσω το βάρος των λεγομένων μου και την τραγικότητα των γεγονότων.
Όσα δήλωσα δεν είχαν σκοπό να προσβάλουν τη μνήμη της θανούσας ή να προκαλέσουν περαιτέρω οδύνη στους οικείους της.
Ζητώ ειλικρινά συγγνώμη από την οικογένεια της θανούσας και τους οικείους της για την πρόσθετη ψυχική δοκιμασία που ενδέχεται να προκάλεσαν οι δηλώσεις που δημοσιεύθηκαν. Η συγγνώμη μου είναι ειλικρινής και χωρίς επιφύλαξη.
Επιθυμία μου είναι εγώ και τα παιδιά μου να αποτραβηχτούμε από τη δημόσια έκθεση και την ένταση που έχει δημιουργηθεί, ώστε να προστατευθούμε ψυχικά. Διευκρινίζω ότι τα παιδιά μου και η οικογένειά μου ουδεμία σχέση έχουν με τις δηλώσεις που μου αποδόθηκαν ή αναπαράχθηκαν.
Τέλος, διευκρινίζω ότι η παρούσα αποτελεί την πρώτη και τελευταία δημόσια τοποθέτησή μου για την υπόθεση. Παρακαλώ τα μέσα ενημέρωσης να σεβαστούν την ιδιωτικότητα τη δική μου και των τέκνων μου».



