Μια εικόνα από το Ρέθυμνο, την οποία δημοσίευσε ο σεφ Βασίλης Λεωνίδου, αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο μία πλευρά της σημερινής τουριστικής πραγματικότητας.
Στη φωτογραφία διακρίνονται δύο τουρίστριες να απολαμβάνουν το ηλιοβασίλεμα καθισμένες σε ένα πεζούλι. Το δείπνο τους, ωστόσο, δεν προέρχεται από κάποιο παραδοσιακό ταβερνάκι ή εστιατόριο της πόλης. Καθώς ο ήλιος πέφτει τρώνε το φαγητό από μια κατσαρόλα, έχοντας πιθανότατα μαγειρέψει το φαγητό στο κατάλυμα βραχυχρόνιας μίσθωσης όπου διαμένουν.
Ο Βασίλης Λεωνίδου συνόδευσε τη φωτογραφία με ένα σχόλιο για την κατάσταση που βιώνουν σήμερα οι επαγγελματίες της εστίασης:
«Τουρισμός.
Αν αναρωτιέστε το γιατί και το πώς, ορίστε μια σημερινή φωτογραφία από το αγαπημένο Ρέθυμνο.
Το Ρέθυμνο που γαστρονομικά πάλεψε και παλεύει τόσο πολύ εδώ και πολλά χρόνια.
Επιχειρηματίες, σεφ, εργαζόμενοι. Όλοι προσπάθησαν και προσπαθούν. Κάποιοι με λάθη, κάποιοι όμως με πόνο, με πολύ χρήμα, πολλές ώρες δουλειάς και απουσία από τις οικογένειές τους, για να είναι η πόλη φιλόξενη προς όλους.
Όμως πλέον δεν θέλει εμπειρία. Βλέπουμε όλοι τι γίνεται.
Δεν θα τολμούσα ποτέ ως ταξιδιώτης σε άλλη χώρα… Μπράβο στα κορίτσια. Αυτό μπορούσαν, αυτό έκαναν. Εμείς τι κάνουμε και σε τι φούσκα ζούμε;
ΥΓ: Κυριακή. Σημερινή φωτογραφία. Ρέθυμνο. Τουρισμός 2026. Ρεκόρ. Όλα τέλεια. Τη σκίσαμε τη γάτα…»
Οι αφίξεις αυξάνονται, αλλά η αγορά δεν εισπράττει
Η εικόνα αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο ένα παράδοξο που καταγράφεται σε πολλές τουριστικές περιοχές της Κρήτης: οι αφίξεις επισκεπτών συνεχίζουν να κινούνται σε επίπεδα ρεκόρ, χωρίς αυτό να μεταφράζεται σε αντίστοιχη αύξηση της κατανάλωσης και των εσόδων για τις τοπικές επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται επαγγελματίες της αγοράς, η πτώση των εισπράξεων σε ορισμένους κλάδους φτάνει ή ακόμη και ξεπερνά το 30%.
Η μειωμένη κατανάλωση δεν περιορίζεται στην εστίαση. Επηρεάζει επίσης τα καταστήματα τοπικών προϊόντων, τα καταστήματα αναμνηστικών και συνολικά τις μικρές επιχειρήσεις που εξαρτώνται άμεσα από την τουριστική κίνηση.
Αντίθετα, αυξημένη κίνηση καταγράφουν τα σούπερ μάρκετ, όπου συχνά σχηματίζονται ουρές από τουρίστες που επιλέγουν να αγοράσουν λίγες ντομάτες, αγγούρια, ένα μπουκάλι κρασί ή λίγο καρπούζι και να προετοιμάσουν μόνοι τους τα γεύματά τους.
Οι τουρίστες κάνουν αυτό που αντέχει το πορτοφόλι τους
Η επιλογή αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί στους ίδιους τους επισκέπτες. Οι άνθρωποι κάνουν διακοπές με βάση τις οικονομικές τους δυνατότητες και διαχειρίζονται τον προϋπολογισμό τους όπως μπορούν.
Άλλωστε, πρόκειται για μια πραγματικότητα που εδώ και χρόνια βιώνει και μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Για πολλούς Έλληνες, το διαθέσιμο εισόδημα δεν επαρκεί πλέον ούτε για λίγες ημέρες διακοπών, πόσο μάλλον για συχνή κατανάλωση σε εστιατόρια και χώρους αναψυχής.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι γιατί ένας τουρίστας επιλέγει να μαγειρέψει στο κατάλυμά του. Το ερώτημα είναι ποια πραγματικά οικονομικά οφέλη αποκομίζει ένας τόπος από ένα τουριστικό μοντέλο που αυξάνει διαρκώς τον αριθμό των επισκεπτών, χωρίς να εξασφαλίζει ανάλογη διάχυση των εσόδων στην τοπική οικονομία.
Τα οφέλη και το κόστος του μαζικού τουρισμού
Οι μεγάλοι αριθμοί αφίξεων συνοδεύονται από σημαντικές επιβαρύνσεις για την καθημερινότητα των μόνιμων κατοίκων.
Η εύρεση χώρου στάθμευσης γίνεται δυσκολότερη, η κυκλοφορία στους δρόμους επιβαρύνεται και οι ήδη πιεσμένες δημόσιες υποδομές καλούνται να εξυπηρετήσουν πολύ μεγαλύτερο πληθυσμό κατά τους θερινούς μήνες.
Τα υποστελεχωμένα νοσοκομεία υπερφορτώνονται και δυσκολεύονται να ανταποκριθούν τόσο στις ανάγκες των κατοίκων όσο και των επισκεπτών. Την ίδια ώρα, τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί, καθώς ολοένα περισσότερα ακίνητα κατευθύνονται στη βραχυχρόνια μίσθωση.
Ακόμη και απλές καθημερινές δραστηριότητες, όπως τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ, γίνονται δυσκολότερες. Υπάρχουν ημέρες κατά τις οποίες οι ουρές στα ταμεία είναι ιδιαίτερα μεγάλες και η εξυπηρέτηση απαιτεί σημαντικά περισσότερο χρόνο.
Η συζήτηση που πρέπει να ανοίξει στην Κρήτη
Η φωτογραφία από το Ρέθυμνο δεν αποτελεί κατηγορία απέναντι στους τουρίστες που επιλέγουν έναν οικονομικότερο τρόπο διακοπών. Αποτελεί, όμως, αφορμή για μια ευρύτερη συζήτηση γύρω από το τουριστικό μοντέλο που έχει διαμορφωθεί στην Κρήτη.
Πόσους επισκέπτες μπορούν να υποστηρίξουν οι πόλεις και οι υποδομές του νησιού; Πόσο από το τουριστικό εισόδημα παραμένει στην τοπική οικονομία; Ποιοι επωφελούνται και ποιοι επωμίζονται το μεγαλύτερο μέρος του κόστους;
Η Κρήτη χρειάζεται μια σοβαρή και οργανωμένη συζήτηση για την επόμενη ημέρα του τουρισμού. Μια συζήτηση που δεν θα περιορίζεται στους αριθμούς των αφίξεων και στα διαδοχικά «ρεκόρ», αλλά θα εξετάζει την ποιότητα, τη βιωσιμότητα και το πραγματικό αποτύπωμα της τουριστικής ανάπτυξης.
Και αυτή η συζήτηση πρέπει να αρχίσει τώρα, πριν οι συνέπειες γίνουν μη αναστρέψιμες.



