Του Γεώργιου Κισσανδράκη *
Μέρος 1 : Η αυταρχική διολίσθηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης: το παράδειγμα του Chat Control
Ο αυταρχισμός έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα απέναντι στη συλλογική μνήμη: όλοι πιστεύουμε ότι θα τον αναγνωρίσουμε εγκαίρως. Τον έχουμε ταυτίσει με στολές, τανκς, απαγορεύσεις κομμάτων και θεαματική κατάλυση της δημοκρατίας. Έτσι αισθανόμαστε ασφαλείς όσο λειτουργούν τα κοινοβούλια, γίνονται εκλογές και οι περιορισμοί των ελευθεριών συνοδεύονται από λέξεις όπως «ασφάλεια», «προστασία», «καταπολέμηση της παραπληροφόρησης», «καταπολέμηση της γραφειοκρατίας και των αγκυλώσεων» ή «τεχνολογική πρόοδος».
Ο αυταρχισμός του 21ου αιώνα όμως διαθέτει πολύ πιο εξελιγμένα εργαλεία: μαζική συλλογή δεδομένων, βιομετρική αναγνώριση, ψηφιακές ταυτότητες, αλγορίθμους, αυτοματοποιημένη παρακολούθηση επικοινωνιών και πλατφόρμες στις οποίες έχουμε μεταφέρει μεγάλο μέρος της κοινωνικής και οικονομικής ζωής μας – πάντα με τις εύσχημες δικαιολογίες που ανέφερα πιο πριν.
Όταν, λοιπόν, μιλώ για «φασιστοποίηση» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν ισχυρίζομαι ότι η ΕΕ αποτελεί σήμερα φασιστικό καθεστώς, ούτε επιχειρώ μια ιστορικά αυθαίρετη ταύτισή της με τον Μεσοπόλεμο. Μιλώ για μια διαδικασία αυταρχικής διολίσθησης, κατά την οποία τα όρια του τι επιτρέπεται να γνωρίζει, να καταγράφει, να απαγορεύει και να επιβάλλει η Εξουσία μετακινούνται σταδιακά προς μία και μόνο κατεύθυνση, με διάφορα μέτρα που λαμβάνει. Το ανησυχητικό όμως δεν είναι πάντοτε το κάθε μέτρο χωριστά, αλλά η αρχιτεκτονική που σχηματίζεται όταν τα βάλουμε όλα δίπλα-δίπλα και η μεθόδευση για τη θεσμοθέτησή τους.
Το πιο χαρακτηριστικό πρόσφατο παράδειγμα είναι το λεγόμενο Chat Control. Το επιχείρημα υπέρ του είναι από τα ισχυρότερα που μπορεί να χρησιμοποιήσει μια εξουσία: η προστασία των παιδιών από τη σεξουαλική κακοποίηση. Κανείς λογικός άνθρωπος δεν αμφισβητεί τον στόχο. Ακριβώς γι’ αυτό όμως πρέπει να μπορούμε να συζητήσουμε ψύχραιμα για το μέσο. Θέλουμε πράγματι να δημιουργήσουμε τη νομική και τεχνική υποδομή που επιτρέπει σε ιδιωτικές επικοινωνίες να σαρώνονταιαυτοματοποιημένα, σωρηδόν, χωρίς καν να υπάρχει υποψία κατά συγκεκριμένου προσώπου για τέλεση αδικήματος; Θέλουμε πράγματι να καταργήσουμε το εδώ και χιλιετίες αναγνωρισμένο – ήδη με τον Κώδικα του Χαμουραμπί – τεκμήριο της αθωότητας και το απόρρητο των επικοινωνιών, που για να αρθεί απαιτούνται αυστηρές προϋποθέσεις;
Ακόμη πιο προβληματικός ήταν ο τρόπος με τον οποίο το ζήτημα επανήλθε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Τον Μάρτιο του 2026 το Κοινοβούλιο είχε απορρίψει την παράταση της προσωρινής εξαίρεσης από τους κανόνες ePrivacy. Στις 2 Ιουλίου, το Συμβούλιο επανέφερε την αρχική πρόταση ως δική του θέση και την επέστρεψε στο Κοινοβούλιο σε δεύτερη ανάγνωση. Αυτό άλλαξε καθοριστικά τους κανόνες: για να απορριφθεί η θέση του Συμβουλίου δεν αρκούσε πλέον η πλειοψηφία επί των ψηφισάντων, αλλά απαιτούνταν απόλυτη πλειοψηφία επί του συνόλου των μελών του Ευρωκοινοβουλίου, δηλαδή 360 ψήφοι.
Στις 7 Ιουλίου ενεργοποιήθηκε διαδικασία κατεπείγοντος και στις 9 Ιουλίου, στην τελευταία ολομέλεια πριν από τη θερινή διακοπή, έγινε η κρίσιμη ψηφοφορία. 314 ευρωβουλευτές ψήφισαν υπέρ της απόρριψης της θέσης του Συμβουλίου, 276 εναντίον και 17 απείχαν. Δηλαδή περισσότεροι ευρωβουλευτές ήθελαν να απορρίψουν το μέτρο από όσους ήθελαν να το διατηρήσουν. Και όμως η απόρριψη απέτυχε, επειδή οι 314 ψήφοι δεν έφτασαν το ειδικό όριο των 360. Έτσι, για τους υποστηρικτές του Chat Control δεν ήταν καν αναγκαία η πλειοψηφία· αρκούσε να μην καταψηφιστεί από πάνω από 360 ευρωβουλευτές.
Τυπικά, η διαδικασία ήταν νόμιμη, είναι όμως δύσκολο να μη διακρίνει κανείς μια πραξικοπηματική λογική ως προς τη διαχείριση της κοινοβουλευτικής βούλησης: ένα μέτρο απορρίπτεται ξανά και ξανά ως ασύμβατο με βασικές ελευθερίες και θεμελιώδη δικαιώματα. Εν τέλει, επανέρχεται μέσω άλλης θεσμικής διαδρομής, με το πρόσχημα του «επείγοντος», ακριβώς πριν από τις διακοπές και τελικά επιβιώνει, παρά την απόρριψή του από την πλειοψηφία. Αν και νομότυπη, αυτή η διαδικασία αποτελεί μια σύγχρονη κι εκλεπτυσμένη μορφή αποσάθρωσης της δημοκρατίας και της βούλησης των πολιτών: Οι θεσμοί παραμένουν στη θέση τους, οι ψηφοφορίες γίνονται, αλλά οι διαδικαστικοί μηχανισμοί μπορούν να χειραγωγηθούν για να παράγουν αποτέλεσμα διαφορετικό από την εμφανή πλειοψηφική βούληση, ειδικά όταν πρόκειται για μέτρα που παραβιάζουν βασικές ελευθερίες και θεμελιώδη δικαιώματα.
Αυτού του είδους οι μεθοδεύσεις όμως, στην πραγματικότητα, καταστρατηγούν κάθε έννοια δημοκρατίας κι υπονομεύουν την ηθική και πολιτική νομιμοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα μάτια των πολιτών. Οι πολίτες διαπιστώνουν ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή – ο «θεματοφύλακας των Συνθηκών» – και το Συμβούλιο, δηλαδή οι τεχνοκράτες των Υπουργείων που εκπροσωπούν τις κυβερνήσεις που εξέλεξαν, λειτουργούν εν κρυπτώ και παραβύστω και δολοπλοκούν για να περάσουν νομοθετικά εξαμβλώματα που παραβιάζουν καταφανώς τις ίδιες τις ενωσιακές διακηρύξεις περί ελευθεριών, δικαιωμάτων κ.λπ.
Εν προκειμένω, οι μηχανισμοί αυτοί εργαλειοποιούνται για να διαιωνίσουν ένα καθεστώς μαζικής, αδιάκριτης, χωρίς ανάγκη υποψίας τέλεσης αδικήματος, χωρίς δικαστικό ένταλμα, παρακολούθησης των πάντων. Ό,τι ακριβώς έκαναν ευρωπαϊκές κυβερνήσεις με τα παράνομα ισραηλινά κατασκοπευτικά λογισμικά Pegasus και Predator, αλλά με πλήρη ενωσιακή νομιμοποίηση και σε επίπεδο πλατφόρμας επικοινωνιών.
Ακόμα χειρότερα, δε, με μια χορεία ΜΜΕ να αναπαράγει άκριτα την τρομολαγνική επιχειρηματολογία της Επιτροπής, αποσιωπώντας τεχνηέντως τους καθ’ύλην αρμόδιους νομικούς.
Χωρίς ίχνος υπερβολής, οι ιθύνοντες της χουντικής ΚΥΠ και της ανατολικογερμανικής Στάζι θα ζήλευαν το εύρος και το βάθος των συστημάτων παρακολούθησης, τους μηχανισμούς επιβολής «απ’ το παράθυρο» και το μιντιακό σύστημα δημιουργίας συναίνεσης στην κατάργηση βασικών ελευθεριών κι εγγυήσεων για τη δημοκρατία.
Είναι, βεβαίως, σαφές ότι, όπως στην περίπτωση των παράνομων ισραηλινών λογισμικών Pegasus και Predator, ο πραγματικός στόχος δεν είναι η «προστασία των παιδιών», αλλά η συλλογή και του τελευταίου ψήγματος πληροφορίας για τον καθένα από μας, ώστε αυτή να τύχει εκμετάλλευσης «όταν χρειαστεί». Μιλάμε δηλαδή για kompromat. Για έλεγχο, χειραγώγηση και εκβίαση κάθε κριτικής ή αντιπολιτευόμενης φωνής κι ο σκοπός είναι η φίμωση.
Τo ότι αυτή η αθρόα, αδιάκριτη, μαζική, χωρίς πραγματικά περιθώρια συναίνεσης ή αντίρρησης, παρακολούθηση διαπράττεται από τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης κι επικοινωνίας για λογαριασμό των αρχών δεν είναι καθόλου καθησυχαστικό. Είναι πολύ εύκολη η κατάχρηση αυτού του πληροφοριακού όπλου μαζικής καταστροφής – αρκεί μια διεφθαρμένη κυβέρνηση ή ένα κύκλωμα εντός των αρμόδιων αρχών. Δεν υπάρχει «εγώ δεν έχω τίποτα να κρύψω» – με το Chat Control είμαστε όλοι όχι απλά ύποπτοι, αλλά ένοχοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Εν τέλει, η Ε.Ε. καταλήγει να διολισθαίνει προς καθεστώς κατ’ επίφαση δημοκρατίας – όπως η Ρωσία του Πούτιν, η Τουρκία του Ερντογάν κι η Ουγγαρία του Ορμπάν –
Όσο νωρίτερα το κατανοήσουμε αυτό και απαιτήσουμε την οριστική απόσυρση κάθε κυβερνητικής (Συμβούλιο της Ε.Ε.) ή κομματικής (Ευρωκοινοβούλιο) στήριξης σε τέτοιες πολιτικές και μεθοδεύσεις, όσο νωρίτερα απαιτήσουμε τον πραγματικό δημοκρατικό μετασχηματισμό της Ε.Ε., τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες έχουμε η Ε.Ε. να λειτουργήσει υπέρ των πολιτών και των ελευθεριών τους. Αυτή ήταν, άλλωστε, και η υπόσχεσή της.
* Μέλους της Διοικούσας Επιτροπής του Κόμματος Πειρατών Ελλάδας



