Του Γιάννη Αγγελάκη
Χθες το απόγευμα βρέθηκα στο Νότιο Ρέθυμνο, στην περιοχή της Κρύας Βρύσης για τις ανάγκες του ρεπορτάζ. Εκεί κοντά έχασαν τη ζωή τους εν ώρα καθήκοντος δύο άνθρωποι της προσφοράς, ιδιαίτερα αγαπητοί στις κοινότητές τους, ο 25χρονος εποχικός πυροσβέστης Παντελής Διαμαντάκης από τον Φουρφουρά και ο 58χρονος Μανώλης Στρατιδάκης από το Γερακάρι.
Οι καιρικές συνθήκες στο σημείο είναι πραγματικά ακραίες. Ακούει κανείς τον αριθμό «11 μποφόρ» και δύσκολα μπορεί να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς σημαίνει στην πράξη. Η ένταση του ανέμου είναι τέτοια που παρασέρνει ακόμη και ανθρώπους, κάνοντας ακόμη και το απλό περπάτημα εξαιρετικά δύσκολο.
Ο θόρυβος θυμίζει σκηνικό από δαντική κόλαση. Τα δέντρα και η φωτιά σφυρίζουν, ενώ τα μέταλλα από τα προστατευτικά κιγκλιδώματα στα πλάγια του δρόμου κτυπούν ρυθμικά, καθώς στάχτες στροβιλίζονται στον αέρα συνθέτοντας μια απόκοσμη πραγματικότητα. Μιλώντας σε ηλικιωμένους στα γύρω χωριά μου είπαν ότι δεν θυμούνται ποτέ στη ζωή τους τόσο ισχυρό άνεμο στην περιοχή.
Σε αυτό το εφιαλτικό περιβάλλον κλήθηκαν οι πυροσβέστες του Ρεθύμνου —στην πλειονότητά τους εποχικοί και εθελοντές— να αντιμετωπίσουν το θεριό. Και το έπραξαν χωρίς καμία ουσιαστική κάλυψη από την Πολιτεία.
Είναι η ίδια Πολιτεία που τώρα, μέσω του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, εκφράζει την υποκριτική θλίψη της και προειδοποιεί για τις δύσκολες ημέρες που ακολουθούν. Πρόκειται για την ίδια ηγεσία που στο παρελθόν έστελνε τα ΜΑΤ απέναντι στους πυροσβέστες όταν εκείνοι απαιτούσαν βελτίωση των συνθηκών εργασίας και εργασιακή αναγνώριση, και που προχωρούσε σε πειθαρχικές και ποινικές διώξεις σε βάρος συνδικαλιστών.
Οι δύο πυροσβέστες δεν έκαναν κάποιο λάθος. Ο θάνατός τους δεν ήταν δικό τους σφάλμα, ούτε απλώς «η κακιά η ώρα». Όποιος επιλέγει το επάγγελμα του πυροσβέστη αποδέχεται ενσυνείδητα τον κίνδυνο, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι επιθυμεί να πεθάνει.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο διεκδικούν διαχρονικά την υπαγωγή του επαγγέλματος στα βαρέα και ανθυγιεινά, την κάλυψη των 4.000 οργανικών κενών που απαιτούνται για την επαρκή στελέχωση του Πυροσβεστικού Σώματος, την εκτέλεση όλων των απαραίτητων έργων πρόληψης και υποδομής, ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλειά τους στο πεδίο.
Δεν εισακούστηκαν. Τώρα, θρηνούμε δύο νεκρούς.
Είπα ξεκινώντας το άρθρο μου ότι οι συνθήκες καιρικές ήταν εξαιρετικά ακραίες. Όμως αυτό δεν ήταν που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση. Τη μεγαλύτερη εντύπωση μου έκαναν οι συνάδελφοι πυροσβέστες των νεκρών, που αν και στα ερωτήματα εκ μέρους μου για το περιστατικό που οδήγησε στο θάνατο τους συνάδελφούς τους αποτυπώθηκε η θλίψη, είχαν μια στωικότητα στον λόγο τους και στην έκφρασή τους, λες και ο θάνατος είναι και αυτός μέσα στη δουλειά. Και η δουλειά αυτή δεν έχει ακόμα τελειώσει. Σα μία μάχη σε έναν πόλεμο που δε σου επιτρέπει να θρηνήσεις μέχρι να ολοκληρωθεί. Σήμερα συνεχίζουν να αγωνίζονται, ενώ την ίδια στιγμή τελούνται οι κηδείες των συνάδελφών τους.
Με τέτοια ένταση ανέμου, τα εναέρια μέσα αδυνατούν να επιχειρήσουν, αφήνοντας το βάρος αποκλειστικά στις επίγειες δυνάμεις.
Όμως για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, το επάγγελμά τους συνεχίζει να μην θεωρείται καν επικίνδυνο και ανθυγιεινό.
Ο Πρωθυπουργός, ναι, εξέφρασε για ακόμη μία φορά τη θλίψη του, όμως το πιο θλιβερό από όλα είναι δεν είναι ο θάνατος των πυροσβεστών, είναι ότι η Πολιτεία περιορίζεται πάντα μόνο στο να εκφράζει τη θλίψη της…



