Κύριε διευθυντά,
Η αποχώρηση της Belvedere από τον Λόφο Καστέλι αποτελεί αναμφίβολα μια σημαντική νίκη. Δεν σηματοδοτεί, όμως, μόνο την υποχώρηση ενός επενδυτικού σχεδίου, αλλά ανοίγει και μια σημαντική συζήτηση για το πώς γράφεται η ιστορία αυτής της σύγκρουσης, ποιοι πρωταγωνίστησαν σε αυτήν και ποια πολιτικά συμπεράσματα αφήνει για τους αγώνες που βρίσκονται μπροστά μας. Η συζήτηση αυτή δεν αφορά την απόδοση ευσήμων, αλλά κάτι ουσιαστικότερο: τη σχέση ανάμεσα στους κοινωνικούς αγώνες και τις θεσμικές εξελίξεις. Αφορά το αν οι μεγάλες πολιτικές ανατροπές παρουσιάζονται ως αποτέλεσμα πρωτοβουλιών «από τα πάνω» ή αν αναγνωρίζεται ότι γεννήθηκαν, διαμορφώθηκαν και επιβλήθηκαν από τη συλλογική δράση των «από κάτω». Και αυτό δεν αποτελεί ιστορική λεπτομέρεια, αλλά το βασικό πολιτικό συμπέρασμα κάθε σημαντικής κοινωνικής σύγκρουσης.
Με αφορμή τη δημόσια συζήτηση που έχει ανοίξει μετά τις τελευταίες εξελίξεις, αξίζει να σταθούμε σε ορισμένα από αυτά τα συμπεράσματα.Το πρώτο αφορά τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται η στάση του Πολυτεχνείου Κρήτης τα προηγούμενα χρόνια. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι το Πολυτεχνείο Κρήτης, αλλά και συνολικά τα Χανιά, εγκλωβίστηκαν στο ζήτημα των κτιρίων στον Λόφο Καστέλι εξαιτίας των πολιτικών της Νέας Δημοκρατίας. Η διατύπωση αυτή δεν αποδίδει με ακρίβεια όσα συνέβησαν. Το Πολυτεχνείο Κρήτης, δηλαδή η προηγούμενη διοίκησή του, δεν εγκλωβίστηκε σε μια κατάσταση που του επιβλήθηκε από τις συνθήκες, αλλά ακολούθησε μια στρατηγική επιλογή με σαφή πολιτικό προσανατολισμό. Το ξεπούλημα και η ιδιωτικοποίηση του Λόφου Καστέλι αποτέλεσαν συνειδητή πολιτική επιλογή της διοίκησης Διγαλάκη και των επόμενων διοικήσεων, πλήρως εναρμονισμένη με τις πολιτικές της Νέας Δημοκρατίας και τη συνολικότερη λογική που αντιμετωπίζει τη δημόσια περιουσία ως πεδίο επιχειρηματικής αξιοποίησης. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν ήταν ουδέτερος παρατηρητής αυτής της διαδικασίας, αλλά ο βασικός πολιτικός εκφραστής μιας στρατηγικής που αντιμετωπίζει τη δημόσια περιουσία, τους ελεύθερους χώρους και τα κοινωνικά αγαθά ως πεδία ιδιωτικής κερδοφορίας. Η επιλογή ήταν ξεκάθαρη: η παράδοση ενός ιστορικού δημόσιου χώρου σε επιχειρηματικά συμφέροντα, αδιαφορώντας για τις κοινωνικές ανάγκες, την ιστορική μνήμη και το δικαίωμα των κατοίκων να αποφασίζουν για το μέλλον της πόλης τους. Η επισήμανση αυτή δεν γίνεται για να αποδοθούν εκ των υστέρων ευθύνες. Γίνεται γιατί, αν δεν αναγνωρίζουμε τον πραγματικό χαρακτήρα μιας πολιτικής επιλογής, είναι αδύνατο να κατανοήσουμε και τον τρόπο με τον οποίο αυτή ανατράπηκε. Και εδώ βρίσκεται το δεύτερο, ίσως σημαντικότερο, συμπέρασμα.
Στη δημόσια συζήτηση των τελευταίων ημερών έχει υπογραμμιστεί ότι υπήρξαν αντιδράσεις από τοπικούς φορείς, μεγάλο μέρος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, βουλευτές του νομού, προσωπικότητες με καταγωγή από τα Χανιά, επιστήμονες και πολίτες, ενώ συγκροτήθηκε και η «Πρωτοβουλία Πολιτών για τη Διάσωση των Μνημείων στο Λόφο Καστέλι». Όλες αυτές οι παρεμβάσεις υπήρξαν σημαντικές και συνέβαλαν στη δημόσια ανάδειξη του ζητήματος. Ωστόσο, αυτή η αποτύπωση παραλείπει το καθοριστικό στοιχείο της υπόθεσης. Η ιστορία του Λόφου Καστέλι δεν ξεκινά από τις θεσμικές τοποθετήσεις, αλλά από το κοινωνικό κίνημα. Ας είμαστε ειλικρινείς: αν δεν υπήρχε το τοπικό δημοκρατικό κίνημα, η εργατική τάξη με τα σωματεία της, τα κινήματα υπέρ των ελεύθερων δημόσιων χώρων, το αντιρατσιστικό και αντιφασιστικό κίνημα, οι εκατοντάδες άνθρωποι που βρέθηκαν στους δρόμους για να υπερασπιστούν τόσο τον δημόσιο χαρακτήρα του Λόφου όσο και την Κατάληψη Ρόζα Νέρα, αν δεν είχε δοθεί η πολιτική μάχη απέναντι στη συστηματική προσπάθεια συκοφάντησης όσων αντιστέκονταν –ακόμη και απέναντι στη ρητορική περί «μειοψηφιών» που υιοθέτησε η δημοτική αρχή Σημανδηράκη– δύσκολα η αντίθεση στην ξενοδοχοποίηση θα είχε αποκτήσει τη μαζικότητα, τη διάρκεια και τη δημόσια δυναμική που τελικά απέκτησε.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο: πρώτα συγκροτήθηκε ένα πραγματικό κοινωνικό και πολιτικό κίνημα. Δημιουργήθηκαν, ρίζωσαν και επεκτάθηκαν νέοι συσχετισμοί μέσα στην κοινωνία και μόνο στη συνέχεια, ως αποτέλεσμα αυτής της μαζικής πίεσης, διευρύνθηκαν οι θεσμικές αντιδράσεις, διατυπώθηκαν δημόσιες τοποθετήσεις και αναπτύχθηκαν πρωτοβουλίες που διαφορετικά δύσκολα θα είχαν εμφανιστεί με την ίδια ένταση. Η διαπίστωση αυτή δεν μειώνει τη συμβολή κανενός. Αντίθετα, αποκαθιστά τη φυσική σειρά με την οποία εξελίσσονται οι κοινωνικοί αγώνες: οι θεσμοί σπανίως, έως ποτέ, προηγούνται των κοινωνικών κινημάτων. Συνήθως ακολουθούν, όταν η πίεση της κοινωνίας καθιστά αδύνατη τη διατήρηση της προηγούμενης στάσης τους. Αυτή είναι μια εμπειρία που έχει επιβεβαιωθεί σε δεκάδες μικρές και μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις και αυτό ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση του Λόφου Καστέλι.
Η Ρόζα Νέρα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της ιστορίας. Και ακριβώς επειδή η συμβολή της υπήρξε σημαντική, δεν μπορεί ούτε να αποσιωπάται ούτε να περιορίζεται σε μια υποσημείωση μιας γενικότερης αφήγησης. Μετά την αποχώρηση της Belvedere, πολλοί θα επιχειρήσουν –ήδη έχουν ξεκινήσει– να ξαναγράψουν την ιστορία αυτού του αγώνα και να διεκδικήσουν δάφνες αγωνιστικότητας, παραγνωρίζοντας ποιοι βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή όταν η σύγκρουση ήταν ακόμη ανοιχτή και δύσκολη. Είναι σημαντικό, όμως, να θυμηθούμε ότι ο αγώνας για τον Λόφο Καστέλι δεν ξεκίνησε όταν η υπόθεση είχε ήδη αποκτήσει ευρύτερη δημοσιότητα, αλλά σε μια περίοδο κατά την οποία η ιδιωτικοποίηση και η ξενοδοχοποίηση παρουσιάζονταν ως περίπου αναπόφευκτες, ενώ όσοι αντιδρούσαν αντιμετωπίζονταν συχνά με απαξίωση και συκοφαντικές επιθέσεις. Σε αυτή τη συνθήκη, η Ρόζα Νέρα αποτέλεσε έναν από τους βασικούς πυλώνες αντίστασης. Όχι μόνη της, ούτε έξω από το ευρύτερο κοινωνικό κίνημα που διαμορφώθηκε γύρω από τον Λόφο Καστέλι, αλλά ως μια συλλογικότητα που έδωσε σταθερά τη μάχη για να παραμείνει ο χώρος δημόσιος και προσβάσιμος στην κοινωνία.
Η συμβολή της δεν περιορίζεται στις κινητοποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν. Αφορά και την ίδια την παρουσία της στον χώρο. Από τη χειρωνακτική εργασία των μελών της, που αποκατέστησε, διατήρησε και ανέδειξε το κτίριο της Παλιάς Μεραρχίας, μέχρι τη σταθερή πολιτική και πολιτιστική δραστηριότητα που ανέπτυξε με ανοιχτό προσανατολισμό προς την κοινωνία, η Κατάληψη συνέβαλε ουσιαστικά στο να παραμείνει ζωντανός ο δημόσιος χαρακτήρας του Λόφου. Αυτό είναι ένα γεγονός που δεν μπορεί να διαγραφεί από την ιστορία της σύγκρουσης. Ιδιαίτερα όταν, για μεγάλο χρονικό διάστημα, η δημόσια συζήτηση επιχειρούσε να μετατοπίσει το ενδιαφέρον από την ουσία της υπόθεσης –την ιδιωτικοποίηση ενός ιστορικού δημόσιου χώρου– στη συκοφαντική στοχοποίηση των ανθρώπων που τον υπερασπίζονταν. Σε αυτό το πλαίσιο πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες επιχειρήσεις καταστολής και εκκένωσης της Κατάληψης, με την τοπική Αστυνομία να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της επίθεσης, σε μια διαδικασία που εξυπηρετούσε τα σχέδια της εταιρείας που είχε αναλάβει την επένδυση. Οι επιχειρήσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την καταστροφή σημαντικών τμημάτων του χώρου, την αναγραφή φασιστικών συνθημάτων, τη διάλυση των κοιτώνων φιλοξενίας, των συλλογικών υποδομών και της βιβλιοθήκης, αλλά και την καταστροφή εγκαταστάσεων που είχαν αποκατασταθεί με την εργασία των ενοίκων και των μελών της Κατάληψης.
Στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης έχουν διατυπωθεί και απόψεις σύμφωνα με τις οποίες η Κατάληψη Ρόζα Νέρα «χρησιμοποιήθηκε» ως ιδεολογικό εργαλείο από τη Νέα Δημοκρατία, παρότι αναγνωρίζεται ο ρόλος της στην αποτροπή της ξενοδοχοποίησης. Μια τέτοια προσέγγιση, ακόμη και όταν αναγνωρίζει επιμέρους τη συμβολή της Ρόζα Νέρα, δεν αποδίδει την πραγματική σημασία της παρουσίας της στη συγκεκριμένη σύγκρουση. Η Ρόζα Νέρα δεν υπήρξε εργαλείο κανενός κυβερνητικού σχεδιασμού, αλλά αντίθετα αποτέλεσε έναν από τους βασικούς στόχους της κυβερνητικής πολιτικής και της κατασταλτικής στρατηγικής που εφαρμόστηκε στην περιοχή. Η προσπάθεια να παρουσιαστεί ως παράγοντας που «χρησιμοποιήθηκε» από την πολιτική πλευρά απέναντι στην οποία βρέθηκε σε σύγκρουση αντιστρέφει τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος και υποβαθμίζει τον ρόλο της συλλογικής δράσης στη διαμόρφωση των εξελίξεων.
Ταυτόχρονα, χρειάζεται ακρίβεια και ως προς τον τρόπο με τον οποίο περιγράφεται η συλλογική δράση. Οι μεγάλες διαδηλώσεις ενάντια στην ξενοδοχοποίηση δεν ήταν έργο μιας μόνο συλλογικότητας. Ήταν αποτέλεσμα της δράσης ενός ευρύτερου κοινωνικού μετώπου, στο οποίο συμμετείχαν εργατικά σωματεία, συλλογικότητες, πολιτικές οργανώσεις, κάτοικοι των Χανίων και άνθρωποι που υπερασπίστηκαν τον δημόσιο χαρακτήρα του χώρου. Η Ρόζα Νέρα δεν ήταν το σύνολο αυτού του κινήματος. Ήταν όμως ένα από τα πιο σταθερά και αναγνωρίσιμα κομμάτια του. Η σημασία της βρίσκεται ακριβώς εκεί: στο ότι, σε μια περίοδο όπου η ιδιωτικοποίηση παρουσιαζόταν ως τετελεσμένη, υπήρξε ένας χώρος που όχι μόνο αντιστάθηκε πολιτικά, αλλά απέδειξε έμπρακτα ότι ένα ιστορικό κτίριο μπορεί να παραμένει ζωντανό μέσα από την κοινωνική χρήση, τη συλλογική εργασία και την πολιτιστική δημιουργία. Γι’ αυτό και η μάχη για τη Ρόζα Νέρα δεν ήταν ποτέ μόνο μια συζήτηση για μια κατάληψη. Ήταν μια σύγκρουση γύρω από το ποιος έχει δικαίωμα στην πόλη, ποιος αποφασίζει για τους δημόσιους χώρους και αν η ιστορική μνήμη και η κοινωνική ζωή μπορούν να συνυπάρξουν απέναντι στη λογική της εμπορευματοποίησης.
Αυτή είναι και η μεγαλύτερη πολιτική διάσταση της υπόθεσης του Λόφου Καστέλι. Η σύγκρουση δεν αφορούσε μόνο ένα κτίριο, αλλά το μοντέλο ανάπτυξης που επιλέγεται για τα Χανιά και συνολικά για τις πόλεις μας: μια πόλη που αντιμετωπίζει τους χώρους, την κατοικία και την πολιτιστική κληρονομιά ως πεδία κερδοφορίας ή μια πόλη που ανήκει πρώτα και κύρια στους κατοίκους της.
Η μάχη συνεχίζεται με ακόμα μεγαλύτερες απαιτήσεις
Η μάχη για τον Λόφο Καστέλι, επομένως, δεν ολοκληρώνεται με την αποχώρηση της εταιρείας. Αντίθετα, αυτή η εξέλιξη δημιουργεί νέες δυνατότητες και νέες ευθύνες. Το πλήγμα που δέχθηκαν τα επενδυτικά σχέδια πρέπει να αποτελέσει αφετηρία για την κλιμάκωση των αγώνων μας, όχι μόνο για την αποτροπή συγκεκριμένων σχεδίων ιδιωτικοποίησης, αλλά για την αλλαγή συνολικά της αντίληψης σύμφωνα με την οποία κάθε δημόσιος χώρος αποτελεί ευκαιρία για επιχειρηματική αξιοποίηση.
Η νίκη στον Λόφο Καστέλι δείχνει ότι ακόμη και επιλογές που παρουσιάζονται ως τετελεσμένες μπορούν να ανατραπούν όταν απέναντί τους συγκροτείται ένα μαζικό κοινωνικό κίνημα με διάρκεια, επιμονή και πολιτικό προσανατολισμό. Δείχνει ότι οι δημόσιοι χώροι δεν είναι απλώς ακίνητα προς αξιοποίηση, αλλά κομμάτια της συλλογικής ζωής μιας πόλης, χώροι μνήμης, πολιτισμού, κοινωνικής συνάντησης και δημοκρατικής έκφρασης.
Το ίδιο συμπέρασμα αφορά συνολικά το μέλλον των Χανίων. Η μάχη για τον Λόφο Καστέλι, μαζί με τις μάχες για το πάρκο στο στρατόπεδο Μαρκοπούλου, την προστασία του Άλσους των Αγίων Αποστόλων, την αναστολή των εργασιών στην Παχιά Άμμο και τόσες ακόμη διεκδικήσεις, αποτελεί μέρος της συνολικής σύγκρουσης απέναντι σε ένα μοντέλο που αντιμετωπίζει την πόλη ως πεδίο εμπορευματοποίησης και κερδοφορίας. Συνδέεται με το οξύτατο στεγαστικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν χιλιάδες άνθρωποι, με εργαζόμενους, φοιτητές και εκπαιδευτικούς να δυσκολεύονται πλέον να βρουν κατοικία σε μια πόλη όπου η ανεξέλεγκτη τουριστική ανάπτυξη, η επέκταση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, η κερδοσκοπία στην αγορά ακινήτων και η απουσία ουσιαστικής δημόσιας στεγαστικής πολιτικής έχουν δημιουργήσει μια ασφυκτική πραγματικότητα.
Η ίδια λογική που μετατρέπει έναν ιστορικό δημόσιο χώρο σε επενδυτικό προϊόν, που περιορίζει τους ελεύθερους χώρους, πιέζει το πράσινο, υποβαθμίζει τις κοινωνικές υποδομές και μετατρέπει τη στέγη από κοινωνικό δικαίωμα σε εμπόρευμα, είναι η ίδια που διαμορφώνει μια πόλη ολοένα και λιγότερο προσβάσιμη για όσους ζουν και εργάζονται σε αυτήν. Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, η υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα του Λόφου Καστέλι αποτελεί μέρος μιας συνολικότερης διεκδίκησης: για την προστασία των ελεύθερων χώρων και του πρασίνου, για ουσιαστικά μέτρα αντιμετώπισης της στεγαστικής κρίσης, για κοινωνικές δομές που να καλύπτουν τις ανάγκες των κατοίκων και για δωρεάν πρόσβαση στην υγεία και στα δημόσια αγαθά. Η σύγκρουση αυτή δεν περιορίζεται στην υπεράσπιση ενός χώρου ή στην ανατροπή ενός συγκεκριμένου σχεδιασμού. Αφορά συνολικά την αντιπαράθεση με μια πολιτική που βάζει τα κέρδη πάνω από τις κοινωνικές ανάγκες, μια πολιτική που έχει ως βασικό της εκφραστή την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Η υπεράσπιση των δημόσιων αγαθών, της κατοικίας και του δικαιώματος στην πόλη περνά μέσα από την οργανωμένη αντίσταση όσων πλήττονται, με στόχο την ανατροπή αυτής της πολιτικής και της κυβέρνησης που την υπηρετεί.
Όπως αναφέρουμε και σε πρόσφατη ανακοίνωσή μας, στην Ανταρσία στα Χανιά είμαστε περήφανοι που συμμετείχαμε, μαζί με πολλούς άλλους μαζικούς φορείς και ανεξάρτητους αγωνιστές, τόσο στην πόλη των Χανίων όσο και πανελλαδικά, στους αγώνες, τα κινήματα και τις διαδηλώσεις υπεράσπισης του Λόφου Καστέλι και του δημόσιου χαρακτήρα του. Συμμετείχαμε σε αυτή τη μάχη έχοντας σταθερά ως σημείο αναφοράς την υπεράσπιση των δημόσιων χώρων και του δικαιώματος της κοινωνίας να αποφασίζει για το μέλλον της πόλης της, μέσα και έξω από το Δημοτικό Συμβούλιο. Η συμμετοχή αυτή δεν αφορά μόνο τον απολογισμό μιας συγκεκριμένης περιόδου, αλλά αποτελεί μέρος μιας συνολικότερης πολιτικής μάχης απέναντι σε μια αντίληψη που θέλει τις πόλεις να σχεδιάζονται με βάση τις ανάγκες των επενδύσεων και όχι των κατοίκων τους.
Η εμπειρία του Λόφου Καστέλι αφήνει μια σημαντική παρακαταθήκη. Μας θυμίζει ότι οι κοινωνικές κατακτήσεις δεν χαρίζονται, αλλά κερδίζονται μέσα από συλλογικούς αγώνες. Ότι τα σχέδια που παρουσιάζονται ως μονόδρομος μπορούν να ανατραπούν και ότι η υπεράσπιση ενός δημόσιου χώρου δεν είναι μια τοπική ή επιμέρους υπόθεση, αλλά μέρος της ευρύτερης μάχης για το δικαίωμα στην πόλη και στις ζωές μας – πάνω από τα κέρδη τους.
Αυτή είναι η ουσία της νίκης στον Λόφο Καστέλι: όχι μόνο ότι αποτράπηκε ένα σχέδιο ξενοδοχοποίησης, αλλά ότι αποδείχθηκε πως η κοινωνία μπορεί να παρεμβαίνει, να οργανώνεται και να αλλάζει τους συσχετισμούς. Αυτή την παρακαταθήκη οφείλουμε να υπερασπιστούμε και να τη μετατρέψουμε σε δύναμη για τους αγώνες που βρίσκονται ήδη μπροστά μας: για τους δημόσιους χώρους, τη στέγη, το δικαίωμα στην πόλη και τις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας, εναντια στις ιδιωτικοποιήσεις, τον πόλεμο, το ρατσισμό και την καταστροφή του περιβάλλοντος.
Ειρηναίος Μαράκης
πρώην δημοτικός σύμβουλος με την Ανταρσία στα Χανιά, μέλος της ΚΕΕΡΦΑ



